ΕΠΕΑ ΚΑΙ ΓΡΑΜΜΑΤΑ - ΛΑΜΠΡΟΣ ΠΟΛΚΑΣ
www.epea.gr - Βρίσκεστε εδώ: Αρχική σελίδα » Κλασικές Σπουδές » Ποίηση
Λάμπρος Πόλκας, δ.φ., στην κλασική φιλολογία - Μ.Δ.Ε. στην ηλεκτρονική μάθηση - εκπαιδευτικός στη Δ.Ε.
 
Σχετικά με το epea.gr
Σύσταση
Επικοινωνία
Εργογραφία
Βιβλία-μελέτες
Κείμενα σε τόμους
Άρθρα σε περιοδικά
Δημοσιεύσεις
Εφαρμογής
Θεωρητικά
η-βιβλία
Μεταφραστικά
Εισηγήσεις
Συνέδρια
Ημερίδες
Σεμινάρια
Web 2.0
Ιστολόγια
Wikis σχολικά
Wikis ΚΣΕ
Zotero
Flickr
Scoopit
Ιστοσελίδες
Φιλοσοφικός λόγος
1ο Πειραματικό
Διάφορα
Παρουσιάσεις
Τεχνολογικά ΠαΠει

 


Συνανάγνωση Οδύσσειας και Ιλιάδας

Δ. Ν. ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ

Ένα από τα σπαρακτικότερα σήματα της οδυσσειακής "Νέκυιας" είναι η απόλυτη αδυναμία σωματικής επαφής του Οδυσσέα με τους αγαπημένους νεκρούς του κάτω κόσμου. Το σήμα αυτό δραματοποιείται κατεξοχήν στη συνομιλία του ήρωα με τη σκιά της μάνας, της Αντίκλειας. Και φαίνεται ότι ο ποιητής της Οδύσσειας το δανείστηκε από την κορυφαία σκηνή της Ιλιάδας, το προσάρμοσε στα δικά του συμφραζόμενα και κατά κάποιον τρόπο το αναβάθμισε.

 

Homer's Odyssey "Nekyia" from Lampros Polkas on Vimeo.


Μετά τον φόνο και τον διασυρμό του Έκτορα, ο Αχιλλέας σύρεται στη σκηνή του Αγαμέμνονα. Οι κήρυκες προσπαθούν να τον πείσουν να λούσει το σώμα του, να το καθαρίσει από τον λύθρο της φονικής μάχης. Εκείνος αρνείται και ορκίζεται να μη λουστεί, ωσότου παραδώσει τον νεκρό του φίλο στην πυρά και του σηκώσει σήμα. Και ενώ οι άλλοι Μυρμιδόνες, μετά το δείπνο, πηγαίνουν στις σκηνές για ύπνο, αυτός ξαπλώνει στο ακρογιάλι, αλλά ο πόνος δεν τον αφήνει να κοιμηθεί.

Αργά τον παίρνει ο ύπνος, λύνοντας τα καταπονημένα μέλη του - και τότε εμφανίζεται η ψυχή του Πατρόκλου, είδωλο ολόιδιο με τη ζωντανή εικόνα του: ανάστημα, πρόσωπο, φωνή, ρούχα, όλα απαράλλαχτα.

Η ψυχή του φίλου ελέγχει τον φίλο που κοιμάται, ενώ ο ίδιος παραμένει ακόμη εταίρος και δεν μπορεί να περάσει τις πύλες του Άδη. Ολοφύρεται ο νεκρός Πάτροκλος, αναζητεί το χέρι του Αχιλλέα, ομολογώντας πως αυτή θα είναι η τελευταία τους επαφή. Προφητεύει πως και τον Αχιλλέα τον περιμένει γρήγορος θάνατος. Παρακαλεί, όταν θα έλθει η μοιραία ώρα, να προνοήσει, ώστε να σμίξουν τα οστά τους στον ίδιο χρυσό αμφορέα, να τα σκεπάσει το ίδιο σήμα.

Μέσα στον ύπνο του ο Αχιλλέας υπόσχεται τρυφερά στον φίλο πως θα εκτελεστούν όλες οι εντολές του. Και τώρα τον παρακαλεί: να πλησιάσει, να δώσουνε τα χέρια, να σφιχταγκαλιστούν για τελευταία φορά, να ενώσουν τον δίδυμο οδυρμό τους. Μιλώντας απλώνει τα δικά του χέρια -όμως η ψυχή του Πατρόκλου πάραυτα εξαφανίζεται, σαν καπνός, αφήνοντας πίσω της έναν τριγμό.

Αλλόφρων πετάγεται από τον ύπνο ο Αχιλλέας και μπροστά στους κατάπληκτους Μυρμιδόνες χτυπά τα άδεια του χέρια, φωνάζει σπαραχτικά: αλίμονο, αν και στον Άδη κάτι μένει από τον άνθρωπο (η ψυχή, το είδωλό του), οι φρένες του όμως (που δίνουν ζωή στο σώμα και στον νου) δεν είναι πια εκεί. Εξιστορώντας το όραμά του στους εταίρους Μυρμιδόνες, ο Αχιλλέας σηκώνει ολονύκτιο θρήνο. Ώσπου έρχεται η Αυγή, κι όλους τούς βρίσκει γύρω από το νεκρό σώμα του Πατρόκλου (Ιλ. 23. 35-110).

Ο πυρήνας της ιλιαδικής αυτής σκηνής (η ασώματη δηλαδή σκιά του νεκρού, η οποία αποκλείει κάθε σωματική επαφή του πια με τους ζώντες) πιθανόν ανήκει στην εσχατολογική παράδοση της αρχαϊκής εποχής, που επιβίωσε στα κλασικά αλλά και στα μεταγενέστερα χρόνια. Στον ποιητή της Ιλιάδας οφείλεται ο μετασχηματισμός της δοξασίας αυτής σε ενύπνιο σπαραχτικό διάλογο ανάμεσα στον νεκρό Πάτροκλο και στον ζωντανό ακόμη Αχιλλέα - ως γνωστόν, πρόκειται για το διασημότερο εταιρικό ζεύγος της αρχαίας ελληνικής γραμματείας.

Η βέβαιη σχεδόν φήμη της ιλιαδικής σκηνής πέρασε, πιστεύω, στον ποιητή της Οδύσσειας, ο οποίος αφομοίωσε και μεταμόρφωσε στο πλαίσιο της δικής του "Νέκυιας" το φημισμένο ιλιαδικό πρότυπο. Η μεταμόρφωση δείχνει ότι η πρότυπη ιλιαδική σκηνή μοιράστηκε στην οδυσσειακή "Νέκυια" στα δύο. Η μισή ανάκλασή της ελέγχεται στον εταιρικό διάλογο Ελπήνορα και Οδυσσέα, όπου οι συνθήκες είναι λίγο πολύ παρόμοιες με εκείνες του ιλιαδικού προτύπου. Ο άταφος νεκρός εταίρος ζητεί από τον φίλο του (εδώ από τον αρχηγό του) την ταφή του, για να περάσει ήσυχη η ψυχή του τις πύλες του Άδη.

Το άλλο μισό όμως της ιλιαδικής σκηνής, και το σημαντικότερο (η αδυναμία δηλαδή σωματικής επαφής μεταξύ νεκρού και ζώντος), εφαρμόζεται τώρα στο ζεύγος Οδυσσέα και Αντίκλειας, γιου και μάνας. Η μεταμόρφωση έγινε με εξαιρετικά τολμηρό τρόπο. Δεν άλλαξαν μόνο τα υποκείμενα του ιλιαδικού ζεύγους. Η ονειρική επιφάνεια και ο ονειρικός διάλογος Πατρόκλου και Αχιλλέα μετασχηματίστηκε σε συνομιλία του Οδυσσέα και της Αντίκλειας στον κάτω κόσμο. Και το σημαντικότερο: αντί της συνοπτικής αναγνώρισης του Αχιλλέα ότι από τον ζωντανό άνθρωπο δεν απομένει στον Άδη παρά μόνο το είδωλο και η ψυχή του, όχι όμως και οι φρένες του, στην οδυσσειακή μετάπλαση του ίδιου μοτίβου ακούμε τη διεξοδικότερη επιβεβαίωση της νεκρής Αντίκλειας στον ζώντα Οδυσσέα ότι η αμετάκλητη μοίρα των βροτών επιβάλλει, όταν πεθαίνουν, να διαλύονται νεύρα και σάρκα, δαμασμένα από την επικήδεια πυρά, να εγκαταλείπει ο θυμός τα λευκά οστά, και η ψυχή να φεύγει, να πετά προς τον Άδη, σαν όνειρο.

Ειδικότερα, η παρομοίωση, που εξομοιώνει το είδωλο του νεκρού με σκιά και όνειρο (Οδ. 11. 207), την ψυχή του νεκρού, που εγκαταλείπει το σώμα του και φτερουγίζει, με όνειρο (Οδ. 11. 222), πιστεύω ότι αποτελεί έμμεση παραπομπή του ποιητή της Οδύσσειας στο διάσημο ιλιαδικό πρότυπο. Στην οικεία σκηνή της Ιλιάδας η ψυχή του Πατρόκλου εμφανίζεται στο όνειρο του Αχιλλέα. Στην οδυσσειακή μεταγραφή της "Νέκυιας" η ονειρική σκηνοθεσία της Ιλιάδας υποδηλώνεται με διπλασιασμένη παρομοίωση, που θέλει το ίδιο το είδωλο του νεκρού όμοιο με σκιά και όνειρο. Εφεξής, η παρομοίωση αυτή έγινε κοινός τόπος στην αρχαία αλλά και στη νεότερη λογοτεχνία.

(Δ. Ν. Μαρωνίτης, Επιλεγόμενα, Νέκυια. Αθήνα: Στιγμή, 1994: 65-66).