ΕΠΕΑ ΚΑΙ ΓΡΑΜΜΑΤΑ - ΛΑΜΠΡΟΣ ΠΟΛΚΑΣ
www.epea.gr - Βρίσκεστε εδώ: Αρχική σελίδα » Νεοελληνικές Σπουδές
Λάμπρος Πόλκας, δ.φ., στην κλασική φιλολογία - Μ.Δ.Ε. στην ηλεκτρονική μάθηση - εκπαιδευτικός στη Δ.Ε.
 
Σχετικά με το epea.gr
Σύσταση
Επικοινωνία
Εργογραφία
Βιβλία-μελέτες
Κείμενα σε τόμους
¶ρθρα σε περιοδικά
Δημοσιεύσεις
Εφαρμογής
Θεωρητικά
η-βιβλία
Μεταφραστικά
Εισηγήσεις
Συνέδρια
Ημερίδες
Σεμινάρια
Web 2.0
Ιστολόγια
Wikis σχολικά
Wikis ΚΣΕ
Zotero
Flickr
Scoopit
Ιστοσελίδες
Φιλοσοφικός λόγος
1ο Πειραματικό
Διάφορα
Παρουσιάσεις
Τεχνολογικά ΠαΠει

 


Η κρίση της κριτικής

Δ. Ν. ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ

ΜΙΘΕ, Πανεπιστήμιο Αθηνών
18/01/2001

O τίτλος της ομιλίας μου επιδέχεται, υποθέτω, συμπληρωματικές μεταξύ τους ερμηνείες, άλλες σχολαστικότερες και άλλες πιο ουσιαστικές. Λ.χ. από μιαν άποψη θα μπορούσε ο τίτλος να εκτιμηθεί και ως ταυτολογία, στο βαθμό που οι δύο λέξεις, οι οποίες τον συνθέτουν, παράγονται από το ρήμα κρίνω. Oπότε κρίση και κριτική σημασιολογικά περίπου ταυτίζονται: η δεύτερη περιέχει την πρώτη και συγχρόνως την προϋποθέτει. Σύμφωνα λοιπόν με αυτόν τον ορισμό κριτική είναι η τέχνη (η επιστήμη θα έλεγε ο Πλάτων), η οποία συστηματοποιεί και τεκμηριώνει την αυτόματη κρίση μας για ένα πρόσωπο, πράγμα ή γεγονός.


Eξάλλου, ο πλαγιασμός της λέξης κριτική σε γενική και η εξάρτησή της από την ονομαστική κρίση, παρέχουν, όπως λένε οι σχολαστικοί γραμματικοί, δύο συντακτικές δυνατότητες: ή να εκτιμηθεί η γενική ως αντικειμενική, και τότε ο τίτλος αντιστοιχεί λίγο πολύ στην παθητική ρηματική φράση «η κριτική κρίνεται»· ή να θεωρηθεί γενική υποκειμενική, και τότε η παθητική σύνταξη αντιστρέφεται σε ενεργητική, οδηγώντας στη φράση «η κριτική κρίνει». Aς πούμε πως πρόκειται για τις δύο όψεις του αυτού νομίσματος, την παθητική και την ενεργητική, με την προϋπόθεση βεβαίως πως το νόμισμά μας στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι γνήσιο και όχι κίβδηλο –κάτι που δεν πρέπει καλά και σώνει να απορριφθεί ως πιθανότητα.

Kαι πάμε στη λέξη κρίση. H προχειρότερη και προκλητικότερη ερμηνεία της προαναγγέλλει κατά κάποιον τρόπο καταγγελία της κριτικής, σάμπως η κριτική να περνάει κρίση, από την οποία κρίνεται ίσως ακόμη και η επιβίωσή της. Aξίζει ίσως εδώ να πω ότι αυτή ειδικώς η σημασία της λέξης κρίση, η οποία προφανώς πέρασε και στις ξένες γλώσσες, πιστοποιείται ήδη στα ιπποκρατικά ιατρικά κείμενα, αφορώντας προβλήματα κλονισμένης υγείας. Mε τους όρους αυτούς ο τίτλος της ομιλίας μου παραμένει διφορούμενος, όχι αναγκαστικά προς ζημία της όλης συζήτησης για το status της κριτικής στις μέρες μας. Στα διφορούμενα εξάλλου της όλης υπόθεσης ανήκει και το απλοϊκό έστω δίλημμα για την αξία ή την απαξία της κριτικής. Θέλω να πω ότι: ενώ η πρόχειρη και αυτόματη κρίση μας συνήθως δεν διαβάλλεται, ως υποκειμενικό δικαίωμα ή και καθήκον, η κριτική κατά κανόνα αμφιβάλλεται. Θεωρείται δηλαδή ευπρόσδεκτη, όταν είναι θετική, και απωθητική, ή και αποκρουστική, όταν είναι αρνητική. Στη δεύτερη περίπτωση η κριτική κατηγορείται γενικότερα για μεροληπτική εμπάθεια, για ανταγωνιστική πρόθεση ως προς το κρινόμενο πρόσωπο, έργο ή γεγονός, ακόμη και για κομπλεξική στειρότητα των κρινόντων έναντι των δημιουργών και των δημιουργημάτων τους. Tούτο ισχύει λιγότερο ίσως για τις επιστήμες και περισσότερο για τις ανθρωπιστικές σπουδές, ειδικότερα για τα γράμματα και τις τέχνες.

I. Στο σημείο αυτό ωφέλιμες κρίνονται και κάποιες επιπλέον διακρίσεις. H αμφισβήτηση λ.χ. της κριτικής και των κριτικών προκύπτει από τον έλεγχο της εγκυρότητάς τους ή της αρμοδιότητάς τους. O έλεγχος της εγκυρότητας αφορά κυρίως στη μέθοδο, στα κριτήρια και στους στόχους της κριτικής· ο έλεγχος της αρμοδιότητας μοιράζει συνήθως τους κριτικούς σε εσωτερικούς και εξωτερικούς· νομιμοποιώντας τους πρώτους και απορρίπτοντας, ή και περιφρονώντας, τους δεύτερους. Θα επιμείνω:

Eσωτερικοί ονομάζονται οι κρίνοντες, εφόσον ανήκουν οι ίδιοι στον υπό κρίση χώρο, είτε πρόκειται για τις επιστήμες είτε για τα γράμματα και τις τέχνες· όταν δηλαδή αναγνωρίζονται οι κρίνοντες και ως δημιουργοί στον υπό κρίση χώρο. Eξωτερικοί, και εντέλει ανεπιθύμητοι, θεωρούνται οι κριτικοί που εισβάλλουν στον οικείο χώρο από τον δικό τους ανοίκειο χώρο. Στη χειρότερη μάλιστα περίπτωση αποκρούονται οι εξωτερικοί κριτικοί, επειδή βασίζονται στη γενική τους μόνο παιδεία και στο προσωπικό τους γούστο.

Σε τούτο το σημείο μια αρχαιογνωστική παρένθεση, η οποία επιβεβαιώνει την πρώιμη διάκριση εσωτερικής και εξωτερικής κριτικής, όπως δοκίμασα να την ορίσω προηγουμένως. Όσο λοιπόν ασκείται, ακμάζει και ωριμάζει η αρχαϊκή επική ποίηση (με κορυφαία παραδείγματα τα ομηρικά και τα ησιόδεια έπη), συγκροτεί και τη δική της εσωτερική κριτική –ας πούμε: την αυτοκριτική της. Kαθορίζει δηλαδή, με περισσότερο ή λιγότερο συστηματικό τρόπο, την ποιητική της, απαντώντας σε κρίσιμα ποιητικά και ποιητολογικά ερωτήματα. Λ.χ., σε τί σκοπεύει η ποίηση –αν πέρα από την τέρψη προσφέρει και κάποιου είδους διδαχή· ποια είναι η σχέση της ποίησης με την αλήθεια, την αληθοφάνεια και το ψεύδος· κατά πόσον θα πρέπει να προστεθεί στο βασικό έρεισμα της ποίησης, δηλαδή στη μνήμη και στη Mνημοσύνη, ως αντιθετικό τώρα παραπλήρωμα η λήθη και η λησμοσύνη.

O Hσίοδος π.χ. επιμένει ότι η ποίηση αποτελεί σύνθετη λειτουργία, μνημονική και συνάμα ληθαργική· όχι μόνο γιατί μας θυμίζει έργα θεών και ηρώων, τα οποία άλλως πως κινδυνεύουμε να τα ξεχάσουμε, αλλά και επειδή μας απαλλάσσει, διά της λήθης, προσώρας έστω, από τις μίζερες φροντίδες του καθημερινού μας βίου. Ήδη όμως από τον έκτο αιώνα η αρχαϊκή επική ποίηση (η ποίηση γενικότερα) αρχίζει να δέχεται δριμεία επίθεση από εξωτερικούς τώρα κριτές, οι οποίοι ανήκουν σε τρεις τουλάχιστον περιοχές: τη φιλοσοφία κυρίως· δευτερευόντως τη ρητορική και την ιστοριογραφία. Δυο λόγια μόνο για τη φιλοσοφική κριτική αντίδραση προς την ποίηση.

Oι λεγόμενοι προσωκρατικοί φιλόσοφοι (λ.χ. ο Ξενοφάνης και αργότερα ο Hράκλειτος) κατηγορούν κατά μέτωπο την επική θεολογία για αφελή και ανεπίτρεπτο ανθρωπομορφισμό. Aλλά η διαβόητη στην αρχαιότητα διαμάχη φιλοσοφίας και ποίησης οξύνεται στο έπακρο από τον Πλάτωνα. H πλατωνική κριτική αφορά καταρχήν τον ανορθολογικό χαρακτήρα της ποίησης, ο οποίος απαγορεύει την ένταξή της στο σύστημα των άλλων τεχνών και επιστημών. Kατά τον Πλάτωνα, οι επικοί ποιητές (οι ποιητές γενικότερα) θεωρούνται παίγνια των Mουσών· οι Mούσες υποβάλλουν, ή και επιβάλλουν, με το τέχνασμα της έμπνευσης, ποιητικές εντολές, τις οποίες, ανεξέλεγκτα και αδιαμαρτύρητα, εκτελούν, κάποτε σε κατάσταση μανίας, όσοι συντάσσουν και εκφωνούν ποιήματα. Πέρα όμως από τη θεολογική αυτή εξάρτηση, η επική ποίηση κατηγορείται από τον Πλάτωνα τόσο για τις παθογόνες φόρμες της, όσο και για το παθολογικό της περιεχόμενο –στοιχεία που υπονομεύουν την επιζητούμενη προσωπική και πολιτική αρετή στην πλατωνική Πολιτεία.

Θα πρέπει να φτάσουμε στον Aριστοτέλη, για να αυτονομηθεί, εν μέρει τουλάχιστον, η ποίηση έναντι της ιστορίας και της φιλοσοφίας. Λιγότερο η αριστοτελική Pητορική και περισσότερο η διάσημη Ποιητική του σταγειρίτη φιλόσοφου ορίζουν, για πρώτη φορά τώρα, τις συντακτικές και παραδειγματικές αρχές της ποίησης, με υπόδειγμα προπαντός την αττική τραγωδία. Παρά ταύτα δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι και η αριστοτελική κριτική παρέμβαση αφορμάται από την περιοχή της φιλοσοφίας και φιλοδοξεί να επιβάλει στην ποίηση ρυθμιστικούς κανόνες. Προτού προχωρήσω, συμμαζεύω τα αμφίβολα πορίσματα της διφορούμενης εισαγωγής μου:

(1) κρίση και κριτική συνέχονται και συγχέονται μεταξύ τους, εναλλάσσοντας συχνά τον ρόλο τους·

(2) η κριτική δεν κρίνει μόνον αλλά και κρίνεται, γεγονός που μπορεί να προκαλεί τη δυσφορία της, υπαγορεύεται όμως από την αρχή της δικαιοσύνης·

(3) αν η θετική κριτική θεωρείται ανεκτή, ή και απαραίτητη από τους κρινόμενους, δεν συμβαίνει το ίδιο με την απορριπτική κριτική, η οποία κατά κανόνα αποκρούεται με παθολογικά επιχειρήματα·

(4) το κύρος της κριτικής εξαρτάται τόσο από την αποδεδειγμένη εγκυρότητα όσο και από την αρμοδιότητα των κριτών·

(5) τέλος, η κρίση της κριτικής, αν όντως υφίσταται στις μέρες μας, ενδέχεται να οφείλεται στο γεγονός ότι κάποιοι αυτόκλητοι κριτές μπαίνουν κάποτε, ακόμη και ξυπόλυτοι, σε ξένα χωράφια.

Το τελευταίο σύμπτωμα, το οποίο, όπως υπέδειξα, έχει και σοβαρότερα αρχαιοελληνικά πρότυπα, απαιτεί αυστηρότερη περιγραφή και διεξοδικότερο έλεγχο· προκειμένου να αποφασίσουμε αν η κρίση της κριτικής αποτελεί σήμερα πραγματική απειλή ή καταστροφολογικό φάντασμα.

ΙΙ. Καταρχήν μοιάζει απολύτως λογικό κάθε κρινόμενος χώρος (επιστημονικός, γραμματειακός, καλλιτεχνικός) να έχει τους δικούς του, οικείους και ειδήμονες, κριτές. Πράγμα που σημαίνει ότι: οι φυσικοί πρέπει να κρίνονται από φυσικούς· οι μαθηματικοί από μαθηματικούς· οι φιλόλογοι από φιλολόγους· οι λογοτέχνες από λογοτέχνες· οι καλλιτέχνες από καλλιτέχνες. Η παράβαση της κριτικής αυτής εντολής δημιουργεί κατά τους κρινόμενους σύγχυση και προκαλεί, μικρότερη ή μεγαλύτερη, κρίση.

Το ζήτημα εντούτοις δεν είναι τόσο απλό όσο φαίνεται, γιατί ο προτεινόμενος αυτός κριτικός περιορισμός μπορεί να αποδειχθεί, στην πράξη και στη θεωρία, ριψοκίνδυνος ή και επικίνδυνος. Ο προχειρότερος κίνδυνος μιας τέτοιας περιορισμένης και περιοριστικής άποψης περί κριτικής συνίσταται στην πιθανότητα (μπορεί: και στη βεβαιότητα) να σχηματιστούν με την εφαρμογή της κριτικής αυτής μεθόδου στεγανά κυκλώματα, όπου, κατά τη γνωστή νεοελληνική παροιμία, «Γιάννης κερνά και Γιάννης πίνει». Εξάλλου μια τέτοια αντίληψη περί κριτικής υπονοεί ότι κάθε κρινόμενος χώρος δεν επικοινωνεί στην πραγματικότητα με τον διπλανό του· δεν αποτελεί δηλαδή μέρος ενός συγγενούς συνόλου, που κι αυτό θα έπρεπε να τεθεί υπό κρίση και να έχει τους δικούς του αρμόδιους κριτές.

Υπαινίσσομαι ότι τόσο στον χώρο των επιστημών όσο και στον χώρο των γραμμάτων και της τέχνης ισχύουν βεβαίως οι εξειδικεύσεις, εντεταγμένες ωστόσο σε υποσύνολα και σύνολα. Τούτο σημαίνει ότι η κριτική τους μπορεί, ή και πρέπει, να ασκείται, όχι μόνο με το κριτήριο της εξειδίκευσης αλλά και με τα μέτρα και με τα σταθμά των υποσυνόλων και συνόλων στα οποία ανήκουν. Για να το πω αλλιώς: υπάρχουν ασφαλώς εξειδικευμένες και απλές επιστήμες, υπάρχουν όμως και συναιρετικές επιστήμες –το ίδιο ισχύει και στις ανθρωπιστικές σπουδές, ειδικότερα στα γράμματα και στις τέχνες. Ορισμένα παραδείγματα για να συνεννοηθούμε καλύτερα.

Η επιστημολογία λ.χ., την οποία ασκεί και υπηρετεί το Τμήμα σας, είναι σαφώς συναιρετική επιστήμη· εποπτεύει επομένως τις επιμέρους επιστήμες, περιγράφοντας και ελέγχοντας τα ιδρυτικά τους αξιώματα και την ιστορική τους εξέλιξη. Και για να περάσω στις οικειότερές μου ανθρωπιστικές σπουδές, ερωτώ: πόσο νόμιμη είναι η αποκλειστική κριτική της κλασικής φιλολογίας από κλασικούς μόνο φιλολόγους; της αρχαίας ιστορίας μόνον από ιστορικούς της αρχαίας περιόδου; της αρχαιολογίας μόνον από αρχαιολόγους –και πάει λέγοντας. Αν δεχτούμε ότι υφίσταται συγχρόνως και η συναιρετική επιστήμη της αρχαιογνωσίας, δεν νομιμοποιείται η άσκηση κριτικής στο σύνολό της αρχαιογνωσίας πλέον, προκειμένου να καταδειχθούν οι αρχές του καταμερισμού της, οι κοινές μέθοδοί της, τα συγκλίνοντα ευρήματα, ακόμη και η εξελισσόμενη συνολική ιδεολογία της;

Υπερβάλλοντας ίσως, θα έλεγα ότι, υπό την προϋπόθεση πως επιστήμες και ανθρωπιστικές σπουδές συνιστούν τον κορμό του πολιτισμού, τίθεται επιπλέον θέμα ένταξής τους σε τούτο το μείζονος σημασίας και έκτασης σύνολο, εντός του οποίου νομιμοποιείται και ο κριτικός τους έλεγχος. Αν μάλιστα δεχτούμε ότι ο συνολικός πολιτισμός επηρεάζεται κάθε φορά από την πολιτική και την οικονομική συγκυρία, τότε η συνολική κριτική του δεν μπορεί να είναι αυτοτελής και αυτόνομη· πρέπει δηλαδή κατά κάποιον τρόπο να συσχετίζει τα δύο αυτά μεγάλα μεγέθη.

Το ζητούμενο όμως στην προκειμένη περίπτωση είναι αν διατίθενται αρμόδιοι κριτές, που να μπορούν να ασκήσουν ολιστικού τύπου κριτική, συγκρίνοντας την πολιτική και την οικονομία με τον πολιτισμό, και συσχετίζοντας μεταξύ τους τα επιμέρους πολιτιστικά προϊόντα. Μια τέτοια υπόσχεση έδιναν κάποτε, ακόμη και με τον τίτλο τους, τα πανεπιστήμια. Σήμερα ωστόσο και στον ακαδημαϊκό χώρο κυριαρχεί λίγο πολύ η στεγανή εξειδίκευση, η οποία συνεπάγεται τη στεγανού τύπου κριτική· περιορίζοντας στο ελάχιστο, ή και μηδενίζοντας, τη διεπιστημονική παιδεία και αντιστοίχως τη διεπιστημονική κριτική. Εξαιρέσεις ασφαλώς υπάρχουν, επιβεβαιώνουν όμως και εδώ τον στερητικό κανόνα.

Με αυτούς τους όρους μπορούμε να μιλούμε σήμερα για κρίση της κριτικής, αναγνωρίζοντας το έλλειμμά της στο επίπεδο υποσυνόλων και συνόλων. Το πρόβλημα μάλιστα περιπλέκεται ακόμη περισσότερο, αν συνυπολογίσουμε ότι το κριτικό αυτό έλλειμμα αναλαμβάνουν να το αναπληρώσουν στις μέρες μας, με τον δικό τους τρόπο, τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας –έντυπα και ηλεκτρονικά. Εδώ ας σταθώ για λίγο, όπως λέει και ο Αλεξανδρινός ποιητής.

Για λίγο όμως, επειδή το δημοσιογραφικό περιβάλλον στο μεταξύ έγινε αχανές, παρουσιάζοντας εξωτερικές και εσωτερικές πλοκές και περιπλοκές, κάποτε μάλιστα αντιφατικές μεταξύ τους. Αυτός είναι ίσως ο λόγος για τον οποίο συνήθως, ευκαίρως ακαίρως, η έντυπη και ηλεκτρονική δημοσιογραφία χρεώνεται για όλα τα στραβά του δημόσιου βίου μας, ειδικότερα στον πολιτιστικό τομέα. Ενοχοποιείται λόγου χάρη: για τον ευτελισμό της γλώσσας, για την προτίμησή της προς την ποσότητα έναντι της ποιότητας, με βάση την αρχή της αγοραίας κατανάλωσης, ακόμη και για την εξαγορά κάποιων διανοουμένων, ώστε να ενισχύσει το κριτικό της κύρος. Προσωπικά πιστεύω πως όλες αυτές οι ενοχικές ευθύνες που αποδίδονται στους δημοσιογράφους και στη δημοσιογραφία είναι τουλάχιστον υπερβολικές, αν όχι και παραπλανητικές, για το υπό συζήτηση θέμα, που αφορά στην υποθετική ή πραγματική κρίση της κριτικής.

Πάντως αν παραδεχτούμε ότι, παρά τις ονοματικές ετικέτες της, η έντυπη και ηλεκτρονική δημοσιογραφία έχει μάλλον μετατρέψει τον διαμεσολαβητικό της ρόλο σε ρυθμιστικό και, παραβαίνοντας την υπόσχεσή της να ασχολείται μόνο με θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος, δημοσιοποιεί συχνά πυκνά τον ιδιωτικό βίο και εξιδιωτεύει τον δημόσιο, έχουμε κάποιους λόγους να της χρεώσουμε ένα γενναίο ίσως μερίδιο ενοχής για την κρίση της κριτικής στους τομείς της επιστήμης, των γραμμάτων και της τέχνης, όπου αποδεδειγμένως το κέντρο βάρους πέφτει περισσότερο στα ονόματα και λιγότερο στα πράγματα, ενώ η κριτική παρέμβαση μεταβάλλεται λίγο πολύ σε προκλητική διαφήμιση, κάποτε και δυσφήμιση.

Εντούτοις δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στον βαθμό που, όπως είπα, προκύπτει στους οικείους χώρους εντυπωσιακό έλλειμμα συγκριτικής κριτικής για τις επιστήμες, τα γράμματα και τις τέχνες, η παρέμβαση της δημοσιογραφίας προς αναπλήρωση του κενού αυτού υπακούει κατά κάποιον τρόπο στο γνωστό δόγμα του horror vacui. Γνωστού όντος ότι, όπου και όταν, παρουσιάζονται εντυπωσιακά κενά στον δημόσιο βίο, κάποιος ή κάποιοι υπόσχονται και επιχειρούν να τα γεμίσουν. Το περίεργο είναι πως σ' αυτές τις περιπτώσεις το πραγματικό κενό συχνά αναπληρώνεται με ένα δεύτερο κενό, που υποδύεται πως είναι πλήρες, μέχρις ότου αποκαλυφθεί η κενότητά του. Κάτι τέτοιο μπορεί να συμβαίνει και με την προσφερόμενη κριτική από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας σε θέματα επιστήμης, γραμμάτων και τεχνών. Τόσα αρκούν για την εμπλοκή της δημοσιογραφίας στην πραγματική ή υποθετική κρίση της κριτικής, περί ης ο λόγος.

Μέχρι στιγμής σκοπίμως αναφέρθηκα περισσότερο σε εξωτερικούς συντελεστές, που διαμορφώνουν ή παραμορφώνουν την κρίση μας και την κριτική μας για τα πολιτιστικά κυρίως προϊόντα. Εφεξής θα περιοριστώ στον χώρο της λογοτεχνίας, επιμένοντας τώρα σε κάποιους εσωτερικούς μοχλούς, που κινούν την κριτική της αποτίμηση και την αντιστρέφουν κάποτε σε κριτική υποτίμηση.

ΙΙΙ. Έχω την αίσθηση ότι η λογοτεχνική κριτική στον αιώνα μας (ειδικότερα μάλιστα στο δεύτερο μισό του) υποχρεώθηκε να περάσει μέσα από μεθοδολογικές συμπληγάδες, διακινδυνεύοντας να κουτσουρευτεί. Εννοούνται κυρίως κάποιες αποφασισμένες αντιθετικές διαιρέσεις της: περιγραφική και αξιολογική κριτική, συστηματική και ιμπρεσιονιστική κριτική, θεωρητική και εμπειρική κριτική. Κατά τη γνώμη μου οι δεύτεροι όροι κάθε ζεύγους αποκλίνουν προς την αυτόματη λίγο πολύ κρίση μας περί λογοτεχνίας, με την οποία κατά βάση δηλώνεται η ευαρέσκεια ή η απαρέσκειά μας για το λογοτεχνικό έργο, ενώ οι πρώτοι όροι απαιτούν την επεξεργασία πλέον της πρωτόγονης αυτής κρίσης και τον έλεγχό της. Ή για να το πω αλλιώς: οι πρώτοι όροι κάθε ζεύγους διεκδικούν για την κριτική κύρος αντικειμενικό, οι δεύτεροι υπερασπίζονται περισσότερο το υποκειμενικό μας γούστο. Πρόκειται επομένως για σύγκρουση γύρω από το ερώτημα: αν η λογοτεχνική κριτική πρέπει και μπορεί να εξελιχθεί σε αυστηρή επιστήμη, ή συμφέρει καλύτερα να παραμείνει συναισθηματική, δηλαδή ενστικτώδης ή και ανορθολογική.

Προκειμένου να παρακαμφθούν, προσωρινά έστω, τα προηγούμενα διλήμματα, τα οποία ενδέχεται να οδηγούν την κριτική σε κρίση, προτείνω (ενόψει και της σχετικής βιβλιογραφίας) να εντάξουμε το λογοτεχνικό φαινόμενο σε ένα αναγνωριστικό τρίγωνο, σχήμα που ίσως μας βοηθήσει να εξηγήσουμε νηφαλιότερα τις διάφορες και διαφορετικές μεταξύ τους κριτικές αποτιμήσεις της λογοτεχνίας.

Στη θεωρία το προτεινόμενο τρίγωνο καλύτερα να είναι ισόπλευρο, στην εφαρμογή συμφέρει ίσως περισσότερο το σκαληνό. Αποφασιστική πάντως σημασία έχουν οι τρεις γωνίες, βάσεως και κορυφής, όπου εντοπίζονται τρεις βασικές τροπές του λογοτεχνικού φαινομένου. Ας πούμε λοιπόν ότι στην αριστερή γωνία βάσεως σημαίνεται το συγγραφικό υποκείμενο, στη δεξιά το αναγνωστικό υποκείμενο, στην κορυφή το κείμενο ως αντικείμενο. Το συγγραφικό υποκείμενο ενδέχεται να είναι εγνωσμένο, αμφίβολο, σπανιότερα και αδιάγνωστο. Το αναγνωστικό υποκείμενο θεωρείται ούτως ή άλλως εναλλάξιμο, όχι μόνο στη διάσταση της διαχρονίας αλλά και της συγχρονίας, αντιθέτως το κείμενο εκλαμβάνεται ως σταθερό, ακόμη και αν στο μεταξύ έχει υποστεί κάποιες φθορές ή παραφθορές.

Με αυτούς τους όρους η κρίση μας και η κριτική μας ανάγνωση μπορούν να προσηλώνονται στη μία ή την άλλη γωνία βάσεως, ή να επιμένουν στη γωνία κορυφής –ασφαλώς δεν μιλώ για αποκλειστική προσήλωση και επιμονή. Όταν πάντως η αναγνωστική μας προσοχή συγκεντρώνεται στο συγγραφικό κυρίως υποκείμενο, τότε η ανάγνωσή μας (συνεπώς και η λογοτεχνική μας κρίση και κριτική) είναι κατά βάση βιογραφική και γραμματολογική: διαβάζοντας λ.χ. "Ορέστεια", προκαταβολικά διαβάζουμε Αισχύλο και αττική τραγωδία, μεγέθη που εκ προοιμίου επηρεάζουν την κριτική μας απόφαση.

Για να φανεί το μέγεθος της αναγνωστικής αυτής προκατάληψης, φανταστείτε την αμηχανία μας μπροστά σε ένα λογοτεχνικό έργο (ποιητικό, πεζό, θεατρικό), από το οποίο σκοπίμως έχουν αφαιρεθεί τα ονομαστικά και γραμματολογικά συστατικά του στοιχεία: το όνομα καταρχήν του συγγραφέα, δείκτες που παραπέμπουν στην εποχή και το περιβάλλον του λογοτεχνικού έργου, σήματα που προδηλώνουν αν πρόκειται για πρωτότυπο κείμενο ή για μετάφρασμα. Επιχείρησα κάποτε σε πανεπιστημιακή τάξη ένα τέτοιο πείραμα, δίνοντας στους φοιτητές πέντε-έξι ποιήματα, ονομαστικώς και γραμματολογικώς ανοχύρωτα, ζητώντας να εκφράσουν την κρίση τους για την ταυτότητα και την αξία των κειμένων. Το αποτέλεσμα υπήρξε πράγματι εντυπωσιακό: κάποιο σονέτο του Ουράνη βγήκε αρχαιότερο και καλύτερο από ένα σονέτο του Σαίξπηρ, μεταφρασμένο ποίημα του Ιβάν Γκολ εκτιμήθηκε ως πρωτότυπο, απόσπασμα από τα Έργα του Ησιόδου, που περιείχε και παρομοίωση, θεωρήθηκε σύγχρονο, και πάντως μεταγενέστερο από ομόλογο απόσπασμα του Σεφέρη. Τέτοιου είδους ευρήματα επιβεβαιώνουν, υποθέτω, ότι, όταν η ανάγνωσή μας προσηλώνεται στο συγγραφικό υποκείμενο, η κρίση μας εξ ορισμού αποβαίνει προκατειλημμένη. Περιττεύει ίσως να πω ότι η αναγνωστική αυτή μέθοδος προκρίνεται από την παραδοσιακή τουλάχιστον φιλολογία, όπου προφανώς δεν λαμβάνονται υπόψη οι προηγούμενες προκαταλήψεις.

Και πάμε στην απέναντι γωνία βάσεως, όπου προσημαίνεται τώρα το εναλλασσόμενο και εναλλάξιμο αναγνωστικό υποκείμενο, οι κριτικές αντιδράσεις του οποίου κυρίως ενδιαφέρουν. Δίχως αμφιβολία οι αντιδράσεις αυτές διαφοροποιούνται τόσο σε συγχρονικό όσο και σε διαχρονικό επίπεδο: αναγνώστες δηλαδή της ίδιας εποχής με το λογοτεχνικό κείμενο και του αυτού περιβάλλοντος, περιγράφουν και αξιολογούν αλλιώς το συγκεκριμένο λογοτέχνημα. Οι αναγνωστικές διαφορές επαυξάνουν, όταν και όπου οι αναγνώστες μετακινούνται σε άλλη πλέον εποχή και σε διαφορετικό ανθρωπογεωγραφικό περιβάλλον. Ως γνωστόν αυτή την αναγνωστική μέθοδο μελέτησε συστηματικά και υπερασπίστηκε η νεωτερική θεωρία, η αισθητική, της πρόσληψης. Προσθέτω ότι και στις δύο προηγούμενες περιπτώσεις η κρίση και η κριτική του λογοτεχνήματος (της λογοτεχνίας γενικότερα) ασκείται εξ υποκειμένου: στην πρώτη υπερέχει το συγγραφικό υποκείμενο, στη δεύτερη το υποκείμενο του αναγνώστη. Κοινός τους παρονομαστής είναι η μεταβαλλόμενη γραμματολογική και ιστορική συγκυρία, η οποία αποφασιστικά επηρεάζει την, ομολογημένη ή ανομολόγητη, κρίση και κριτική. Συγχρόνως και στις δύο προηγούμενες περιπτώσεις η τύχη της κρίσης και της κριτικής μας εξαρτάται και από την παρουσία κάποιου επαρκέστερου διαμεσολαβητή ή διαμεσολαβητικών βοηθημάτων.

Αντιθέτως, αντικειμενικούς όρους φαίνεται να εξασφαλίζει η προσήλωσή μας στη γωνία κορυφής, δηλαδή στο κείμενο. Η ανάγνωσή μας τότε ορίζεται ως κειμενοκεντρική, με το επιχείρημα μάλιστα ότι το λογοτεχνικό κείμενο αποτελεί αυτοτελές αντικείμενο της γλώσσας και της γραφής, στιγματισμένο με δικά του αποκλειστικώς στοιχεία, τα οποία καλούμαστε να αναγνωρίσουμε. Κάτι παραπάνω: αν το κέλυφος του κειμένου το εξατομικεύει, ο πυρήνας του συγκρατεί δομικά και λειτουργικά στοιχεία, τα οποία συστήνουν τη φύση της ίδιας της λογοτεχνίας και του φαινομένου της λογοτεχνικότητας. Η κειμενοκεντρική αυτή μέθοδος κατά κανόνα αποστρέφεται τόσο τα βιογραφικά και γραμματολογικά συμφραζόμενα του λογοτεχνικού κειμένου όσο και τις εναλλασσόμενες αντιδράσεις του αναγνώστη –για όλα αυτά μας παραπέμπει στην ιστορία ή στην κοινωνιολογία της λογοτεχνίας. Δεν χρειάζεται να πω ότι η μέθοδος αυτή έγινε αποδεκτή από τη σύγχρονη θεωρία της λογοτεχνίας, που την εξέθρεψαν από κοινού ο γαλλικός δομισμός και ο ρωσικός και τσέχικος φορμαλισμός. Στο μεταξύ εμφανίστηκε στο αναγνωστικό προσκήνιο της λογοτεχνίας (και όχι μόνον) ο μεταδομισμός, ο οποίος επιδεικτικώς παραμερίζει και τις τρεις γωνίες του αναγνωριστικού τριγώνου για το οποίο μίλησα, αμφιβάλλει ιδιαίτερα για την αυτονομία του κειμένου, εκτιμώντας πως όλα τα κείμενα της λογοτεχνίας κολυμπούν στο πέλαγος μιας διάχυτης διακειμενικότητας, η οποία και πρέπει να αποτελεί το κρίσιμο ζητούμενο της λογοτεχνικής κρίσης και κριτικής.

Δοκίμασα, σχηματικά ασφαλώς, να υποδείξω τις περιπέτειες της λογοτεχνικής κριτικής στον εικοστό αιώνα, οι οποίες συστήνουν ίσως και την πιθανή ή τη βέβαιη κρίση της. Επιλέγοντας θυμίζω ότι τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει προσπάθειες συμφιλίωσης της ανιστορικής κατά βάση κειμενοκεντρικής μεθόδου με την ιστορική μεθοδο, η οποία συνυπολογίζει, ενόψει του κειμένου, και τα υποκείμενα του συγγραφέα και του αναγνώστη. Λυδία λίθος στην προτεινόμενη συμφιλίωση φαίνεται να είναι η συνάρτηση της ρητορικής του λογοτεχνικού κειμένου με τη νοηματική αλλά και την ιδεολογική φυσιογνωμία του. Αν, όπως ισχυρίζονται οι κειμενοκεντρικοί μελετητές, η λογοτεχνία πλέει εξ ορισμού σε νοηματικό και ιδεολογικό κενό, με μοναδική σκευή σε αυτό το αποφασμένο ναυάγιό της τη σχεδία της γλώσσας και της γραφής, τότε χρειάζεται ίσως να αναζητήσει την ιστορία ως συμμαχικό έστω ναυαγό, που μπορεί να παίξει και ρόλο ναυαγοσώστη. Αν, ειρωνικά έστω, η λογοτεχνία χλευάζει με το δίκιο της τα κατεστημένα νοήματα, ψάχνει όμως συγχρόνως για κάποιου άλλου είδους, νοήμονα πάντως, ανθρωπολογία και ανθρωπογνωσία, τότε υπάρχει ίσως ελπίδα, χωρίς να κάνει σκόντο στην απελπισμένη της ειλικρίνεια, να ξεπεράσει την κρίση της, λύνοντας κάποιους κόμπους και της λογοτεχνικής κριτικής. Η οποία, προς το παρόν τουλάχιστον, μοιάζει με ρυτιδωμένο γερόντιο, όπως θα έλεγε και ο T.S. Eliot, όταν δεν θυμίζει φασκιωμένο μωρό.