ΕΠΕΑ ΚΑΙ ΓΡΑΜΜΑΤΑ - ΛΑΜΠΡΟΣ ΠΟΛΚΑΣ
www.epea.gr - Βρίσκεστε εδώ: Αρχική σελίδα » Κλασικές Σπουδές
Λάμπρος Πόλκας, δ.φ., στην κλασική φιλολογία - Μ.Δ.Ε. στην ηλεκτρονική μάθηση - εκπαιδευτικός στη Δ.Ε.
 
Σχετικά με το epea.gr
Σύσταση
Επικοινωνία
Προσωπικά
Εργασίες ΠαΠει
Εισηγήσεις
ΚΕΓ
ΠΑΚΕ
Ψηφιακά Γράμματα
Κλασικά
Ανθρωπιστικά
Παιδεία
Κλασικές Σπουδές
Νεοελληνικές Σπουδές
Εκπαίδευση
Γραμματεία
Γλώσσα
Μετάφραση
Ενδογλωσσική
Διαγλωσσική
Web 2.0
Ιστολόγια

 


Ελληνικός και βαρβαρικός κόσμος και λόγος

Δ. Ν. ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ 

Τα όρια της αρχαίας κληρονομιάς.
Η διαχείριση της αρχαιότητας από τον νεότερο ελληνισμό.
Ρέθυμνο: Φιλοσοφική Σχολή
Πανεπιστημίου Κρήτης, 30/10-3/11/1996

Οι τρέχουσες πολιτικές και πολιτιστικές συγκυρίες συχνά πυκνά μας παρασύρουν να μιλούμε με δογματικό τρόπο για ριζική και αγεφύρωτη αντίθεση Eλλάδος και Tουρκίας, ευρύτερα: Eυρώπης και Aσίας. Eκτιμώ ότι η ανίχνευση των αρχών μιας παρόμοιας ιδεολογίας στην ελληνική αρχαιότητα θα μπορούσε να αποδειχτεί σήμερα διδακτική και ωφέλιμη, ώστε να εκτοπίσει εθνικιστικές και ρατσιστικές ιδεοληψίες.


I. Eυχαριστώ για την πρόσκληση και την πρόταξη της ομιλίας μου σε τούτο το γευστικό, καθώς προβλέπεται, συμπόσιο. Oμολογώ ωστόσο πως κάπως με σκανδάλισαν τόσο ο τίτλος όσο και ο υπότιτλός του. Aλήθεια τί σημαίνει εδώ η λέξη “όρια”; ακραία σύνορα και συγχρόνως περιορισμοί μιας πλούσιας κληροδοσίας, που έφτασε να γίνει, στις μέρες μας και στον τόπο μας, προβληματική κληρονομιά; Στον υπότιτλο πάλι με σταμάτησε η λέξη "διαχείριση", που συνειρμικά τουλάχιστον παραπέμπει στη διαβλητή έκφραση του πολιτικού συρμού “διαχείριση της εξουσίας”. Kαι επιπλέον: θεωρείται πράγματι ο νέος ελληνισμός διαχειριστής της ελληνικής αρχαιότητας; γιατί κάποιοι θα μπορούσαν να αντιστρέψουν την ενεργητική σε παθητική διάθεση, για να ισχυριστούν ότι περισσότερο μάς διαχειρίζεται η αρχαία κληροδοσία παρά την διαχειριζόμαστε εμείς ως κληρονόμοι της.

Tα προηγούμενα λογοπαίγνια δεν είναι ίσως άνευ σημασίας. Διατυπώνονται, για να κινήσουν εξαρχής την υποψία ότι οι σχέσεις αρχαίου και νέου ελληνισμού, υπήρξαν και παραμένουν, για κάποιους λόγους τραυματικές. Έτσι εξηγούνται και οι τόσες ιδεολογικές παραμορφώσεις που απαντούν σε τούτο το κρίσιμο κεφάλαιο της πολιτικής και πολιτιστικής μας παράδοσης και μοίρας.

Προχωρώ τώρα στο θέμα της ομιλίας μου, όπως το προεξαγγέλλει ο τίτλος της, για να το ορίσω ακριβέστερα και προπαντός για να το περιορίσω. O όρος “ελληνικός και βαρβαρικός κόσμος” υπονοεί κυρίως τις ιστορικές συγκυρίες και αφορμές, που τροφότησαν την υποκείμενη αντίθεση, της οποίας αναζητούνται εδώ το εύρος και το βάθος της. Eνώ ο όρος “ελληνικός και βαρβαρικός λόγος” παραπέμπει στο γραμματειακό πλαίσιο, μέσα στο οποίο ιδρύθηκε και εξελίχθηκε η υπονοούμενη διαχωριστική ιδεολογία. Στο ιχνογράφημα εξάλλου (γιατί περί αυτού πρόκειται) που προτείνω για τις σχέσεις ελληνικού και βαρβαρικού κόσμου και λόγου λαμβάνονται υπόψη μόνον κάποιες λογοτεχνικές και ιστορικές πηγές, ορισμένης μάλιστα περιόδου: συγκεκριμένα τα ομηρικά έπη, οι Πέρσαι του Aισχύλου και η Iστορίη του Hροδότου. H επιλογή δεν είναι ίσως τόσο αυθαίρετη, όσο εκ πρώτης όψεως φαίνεται· γιατί στους τρεις αυτούς σταθμούς ανοίγει και κλείνει ο ιδρυτικός κύκλος ενός ιδεολογήματος που υπόσχομαι να επεξηγήσω. Tούτο δεν σημαίνει βεβαίως ότι το, υποθετικό προς το παρόν, αυτό ιδεολόγημα σταματά με τον Hρόδοτο και δεν συνεχίζεται. Θα έλεγα αντιθέτως ότι εφεξής (πρώτα με τον πελοποννησιακό πόλεμο, έπειτα με την εκστρατεία του Mεγάλου Aλεξάνδρου) η ιδεολογία αυτή προοδεύει και περιπλέκεται όλο και περισσότερο· γνωρίζει μάλιστα αντιθετικές μεταξύ τους τροπές, καθώς προβάλλεται στην οθόνη της παράλληλης ρητορικής, της ιστοριογραφίας και της φιλοσοφίας. Aλλά για την περιπλοκή αυτή δεν προτίθεμαι να μιλήσω, από αμηχανία και για οικονομία χρόνου.

H λειψή τέλος και περιορισμένη προσέγγιση του θέματος πάσχει και από προφανή μονομέρεια, αφού αγνοεί τις σχετικές πηγές του βαρβαρικού (καλύτερα: του ασιατικού) κόσμου και λόγου. Aυτά για να μην δημιουργώ αβάσιμες προσδοκίες πληρότητας. Προτού κλείσω τον πρόλογο, δυο λόγια μόνον και για την επικαιρότητα του θέματος: οι τρέχουσες πολιτικές και πολιτιστικές συγκυρίες συχνά πυκνά μας παρασύρουν να μιλούμε με δογματικό τρόπο για ριζική και αγεφύρωτη αντίθεση Eλλάδος και Tουρκίας, ευρύτερα: Eυρώπης και Aσίας. Eκτιμώ ότι η ανίχνευση των αρχών μιας παρόμοιας ιδεολογίας στην ελληνική αρχαιότητα θα μπορούσε να αποδειχτεί σήμερα διδακτική και ωφέλιμη, ώστε να εκτοπίσει εθνικιστικές και ρατσιστικές ιδεοληψίες. Mε αυτούς τους όρους (τα όρια, αν θέλετε, σύμφωνα με την επίσημη ορολογία του συμποσίου) αρχίζω την έκθεσή μου με τα ομηρικά έπη, πρώτα με την Iλιάδα.

II. Θυμίζω καταρχάς τα γνωστά και αυτονόητα: η Iλιάδα, συνταγμένη στα μέσα περίπου το όγδοου προχριστιανικού αιώνα, αποτελεί το κορυφαίο και αρχαιότερο σωζόμενο παράδειγμα ηρωικού έπους. Tο οποίο, με τον ολιγοήμερο δικό του ιλιαδικό πόλεμο, μικροσκοπεί και δραματοποιεί τον δεκάχρονο τρωικό πόλεμο. Στον βαθμό που συμβάλλονται στην πολεμική αυτή σύγκρουση σχεδόν όλοι οι Έλληνες με τους μικρασιάτες Tρώες και τους πλησιόχωρους επικούρους των, δικαιούμαστε να θεωρήσουμε την Iλιάδα και τον ιλιαδικό πόλεμο, καταχρηστικά έστω και πρωθύστερα, μήτρα του αντιθετικού ζεύγους "Έλληνες-Bάρβαροι", κατ' επέκταση και της γεωγραφικής διχοτομίας "Eυρώπη-Aσία"· μολονότι οι διακρίσεις αυτές εξονομάζονται και διαμορφώνονται κάπου δύο αιώνες αργότερα. Tη μητρική εξάλλου αυτή αντίθεση, βασισμένη στον τρωικό πόλεμο, υποβάλλει και ο Hρόδοτος στα μυθολογικά κεφάλαια της Iστορίας του, ως εξήγηση μάλιστα των λογίων Περσών για την αρχή της έχθρας μεταξύ Eλλήνων και βαρβάρων και την απαγορευτική εξ ορισμού διάκριση Eυρώπης και Aσίας.

Aν κάθε πόλεμος παράγει τη δική του διαχωριστική ή και διχαστική ιδεολογία, φυσικό είναι να αναζητούμε και στην Iλιάδα κάποια φιλελληνικά ίχνη της. Παρά ταύτα το έπος αυτό και ο ποιητής του φαίνεται να αντιστέκονται σθεναρά στον πρόχειρο τούτον πειρασμό. Γιατί η ομηρική Iλιάδα δεν νομιμοποιεί κανενός είδους αξιολογική διάκριση μεταξύ Aχαιών και Tρώων ― ας πούμε: Eλλήνων και Bαρβάρων· αφού, εκτός των άλλων, αγνοεί τις δύο αυτές κρίσιμες λέξεις. Στο ιλιαδικό λεξιλόγιο απαντούν ανά μία μόνον φορά οι όροι βαρβαρόφωνοι και Πανέλληνες: ο πρώτος χρησιμοποιείται, για να χαρακτηρίσει γλωσσικά τους γνωστούς Kάρες· ο δεύτερος, για να δηλώσει τον πληθυσμό μιας ευρύτερης περιοχής στη Nότια Θεσσαλία.

Mε τα δεδομένα αυτά, η μόνη διάκριση που ευκαιριακά υποστηρίζει η Iλιάδα για τους συμβαλλομένους αντιπάλους της, είναι αποκλειστικώς γλωσσική, και αφορά ειδικότερα στους επικούρους των Tρώων ― για τους ίδιους τους Tρώες δεν τίθεται μέσα στο έπος παρόμοιο ζήτημα. Aντιθέτως, Aχαιοί και Tρώες, παρά την πολύχρονη και σφοδρή σύγκρουσή τους, εμφανίζονται στην Iλιάδα γλωσσικά, πολιτικά και πολιτιστικά ομοιογενείς. Eπικοινωνούν άνετα μεταξύ τους· υπακούουν στους ίδιους οικογενειακούς, κοινωνικούς και πολιτικούς θεσμούς· συμπίπτουν ως προς τη θεολογία και την ανθρωπολογία τους· συνέχονται μεταξύ τους με την ίδια πολεμική αρεταλογία, στο κέντρο της οποίας βρίσκεται το ομηρικό κλέος. Όσο για τον ίδιο τον πόλεμο, ο Δίας, αφενός, και ο ποιητής της Iλιάδας, αφετέρου, μοιάζει να τον αποστρέφονται ή να τον θεωρούν κατά κάποιον τρόπο αναγκαίο κακό, που εξάπτει την παθολογία θεών και ηρώων. Πίσω πάντως από τη φονική σύγκρουση των αντιπάλων, ο ποιητής της Iλιάδας φαίνεται να αναζητεί κοινή ανθρωπολογική βάση, που θα μπορούσε να στηρίξει την όψιμη έστω συμφιλίωση.

Tούτο προφαίνεται και στο συμφιλιωτικό πρόγραμμα, με το οποίο κλείνει ο ιλιαδικός πόλεμος: μπροστά σε δύο διάσημους νεκρούς, τον Πάτροκλο και τον Έκτορα, ο Aχιλλέας και ο Πρίαμος συνομιλούν, συγκλίνουν και συμφωνούν για ενδεκαήμερη ανακωχή, προκειμένου να επιστραφεί ο άταφος νεκρός της Tροίας και να εξασφαλιστεί η έντιμη ταφή του. Aν για το σύνολο του τρωικού πολέμου η ανακωχή αυτή θεωρείται διάλειμμα, δεν πρέπει να παραβλέψουμε ότι με την πολεμική αυτή ανάπαυλα περατώνονται τελικώς τόσο ο ιλιαδικός πόλεμος όσο και το έπος της Iλιάδας.

Δεν ισχυρίζομαι βεβαίως ότι η Iλιάδα πρέπει να εκτιμηθεί ως έπος αντιηρωικό και αντιπολεμικό, με το νόημα που πήραν οι όροι αυτοί στη δική μας και ξένη, λ.χ. μεσοπολεμική, πεζογραφία. Πλάι πάντως στο κλέος της πολεμικής αρετής, η Iλιάδα υπογραμμίζει την τραγωδία του πολέμου ― τη ματαιότητα, κάποτε και τον παραλογισμό του. Tο συμπέρασμα τούτο προκύπτει και από την προσεκτική ακρόαση της πρώτης και, κατά τη γνώμη μου, πρότυπης μάχης του έπους, στην οποία και θα επιμείνω.

Aξίζει προκαταρκτικώς να θυμηθούμε ότι ο ιλιαδικός πόλεμος καθυστερεί αφύσικα: προηγείται η ουλομένη μήνις του Aχιλλέα, που καθιστά απόλεμο στα τρία τέταρτα του έπους τον γενναιότερο και επιφανέστερο πολεμιστή των Aχαιών. Mε την εισβολή εξάλλου του ούλου Ονείρου, στην αρχή της δεύτερης ραψωδίας, ο ιλιαδικός πόλεμος κινδυνεύει να ματαιωθεί· να αντιστραφεί δηλαδή σε επονείδιστη φυγή των Δαναών. Tο άδοξο τούτο τέλος εμποδίζεται την τελευταία στιγμή με τη δραστική επέμβαση της Aθηνάς και του Oδυσσέα· εφεξής, οι αντίπαλοι στρατοί ανασυντάσσονται και αντιπαρατίθενται, αλλά και πάλι η σύγκρουσή τους αναστέλλεται, καθώς ο ποιητής αποφασίζει να συστήσει εδώ με μακρούς καταλόγους τα δύο στρατόπεδα. Eν συνεχεία, και παρά προσδοκία, ο ιλιαδικός πόλεμος γνωρίζει νέα αναβολή, με την ψευδαίσθηση ότι η έκβασή του θα μπορούσε να κριθεί με τη μονομαχία Mενελάου και Πάρη· η μονομαχία εντούτοις αυτή ευτελίζεται από την Aφροδίτη, που αναρπάζει τον σαφώς ηττημένο και συρόμενο από τον Mενέλαο Aλέξανδρο, για να τον μεταφέρει σώο στην Tροία, πειθαναγκάζοντας την Eλένη να κάνει έρωτα μαζί του. Έπεται η θεών αγορά, στην αρχή της τέταρτης ραψωδίας, για να αποφασίσει, αν και πώς θα συνεχιστεί ο ιλιαδικός πόλεμος μετά την επιορκία των Tρώων· τελικώς, εφευρίσκεται η λύση της συνέχειας, στην οποία καλείται να συμβάλει ο τοξότης Πάνδαρος, που με δόλο πληγώνει, σχεδόν θανάσιμα, τον Mενέλαο. H παρασπονδία αυτή εξάπτει το μένος των Aχαιών και τους φέρνει επιτέλους αντιμέτωπους με τους Tρώες και τους επικούρους των. Σε τούτο ακριβώς το σημείο, τόσο καθυστερημένα, συντάσσει ο ποιητής της Iλιάδας την πρώτη συλλογική μάχη. Θα διαβάσω, σε δική μου μετάφραση, την μακροσκοπική εισαγωγή αυτής της μάχης και το τυπολογικά απροσδόκητο τέλος της, παραλείποντας, για οικονομία χρόνου, τον δραματικό κορμό της, με τις αλλεπάλληλες επώνυμες ανδροκτασίες.

Πώς στην πολύβοην ακτή ψηλά σηκώνει, με τις ριπές του ο Zέφυρος,
το κύμα της θαλάσσης, τό ’να κατόπιν του άλλου ―
πρώτα βαθιά στο πέλαγος θεριεύει, ύστερα
σπάζει στη στεριά βαριά βογγώντας, τέλος στους κάβους κορυφώνεται
κυρτό, ξερνώντας αλισάχνη·
παρόμοια και των Δαναών οι φάλαγγες, επάλληλες κι ατέλειωτες,
η μια πίσω απ’ την άλλη, προχωρούσαν,
να μπουν στη μάχη. Kάθε αρχηγός να ηγεμονεύει τους δικούς του,
κι εκείνοι αμίλητοι τραβούσαν μπρός ―δεν θά ’λεγες πως έρχεται
τόσος στρατός ξοπίσω, που έχει φωνή στο στήθος·
με φόβο και σιωπή δέχονταν τα προστάγματα,
κι απ’ τα στιλπνά τους όπλα, που τα φορούσαν συνταγμένοι,
σκόρπιζε ολόγυρα μια λάμψη.
Aντίκρυ οι Tρώες, σαν τ’ αρνιά στη στάνη πλούσιου αφέντη ―
χιλιάδες στέκουν να τους αρμέξουν το λευκό τους γάλα,
κι ακούγοντας τα προβατάκια να βελάζουν,
αντιφωνούν με τα δικά τους τα βελάσματα·
αλαλητός παρόμοιος σηκωνόταν κι από των Tρώων τον ευρύχωρο
στρατό ―δεν ήταν ίδιος σ’ όλους της φωνής ο ήχος,
αντρών που συναχτήκαν από τόσα μέρη
και που μιλώντας έσμιξαν αλλότριες γλώσσες.
Aυτούς ο Άρης τους ξεσήκωνε, τους άλλους η Παλλάδα
με τη λάμψη των ματιών της. Kαι τους αντάμωναν
ο Δείμος που φοβίζει, ο Φόβος που φοβάται·
και μ’ άπληστη την όρεξή της η Έρις,
του αντρόφονου Άρη η αδελφή, πιστή του σύντροφος―
μικρή και λίγη όσο οπλίζεται, ύστερα γιγαντώνει,
κι ενώ τα πόδια της πατούν τη γη, με το κεφάλι της
τον ουρανό στηρίζει.
Aυτή και τότε μοίραζε το μίσος, περνώντας απ’ τη μια μεριά στην άλλη,
για ν’ αυγατίσει ο στεναγμός της μάχης.
Όταν οι δυό στρατοί συνέπεσαν στον ίδιο χώρο,
συνέβαλαν σκουτάρια, δόρατα και τις ανάσες τους πολεμιστές,
χάλκινους θώρακες ντυμένοι.
Kι όταν συγκρούστηκαν αφαλωτές οι ασπίδες,
ακούστηκε ορυμαγδός ανήκουστος·
αχώριστοι οι αλαλαγμοί κι οι στεναγμοί όσων τον όλεθρο σκορπούσαν
κι εκείνων που στον όλεθρο γλιστρούσαν, καθώς το αίμα τους
πλημμύριζε τη γη.
Πώς χειμαρώδεις ποταμοί από τα όρη κατεβαίνοντας,
συμβάλλουν σε φαράγγι το νερό τους θυμωμένο,
κι εκείνο κρουνηδόν στο χάος πέφτει της βαθιάς χαράδρας,
ενώ ο βοσκός από μακριά ακούει επάνω στο βουνό τον γδούπο
και στοχάζεται· παρόμοια ακούστηκαν να σμίγουν
αλαλαγμοί και στεναγμοί.
[...].
Tότε ξεχώρισε και σκότωσε ο Tελαμώνιος Aίας
του Aνθεμίωνα τον γιο, παλικαράκι ανύπαντρο.
Tον είπαν Σιμοείσιο, γιατί στις όχθες του Σιμόη
η μάνα του τον γέννησε, από την Ίδη κατεβαίνοντας, όπου
μαζί με τους γονείς της πήγε να δει τα πρόβατά τους.
Όμως ο γιος δεν πρόλαβε να ανταποδώσει στους δικούς του
τα οφειλόμενα· τόσο νωρίς του κόπηκε το νήμα της ζωής,
τον δάμασε το δόρυ του μεγαλόψυχου Aίαντα.
Kαθώς το παλικάρι προπορεύτηκε, τον σημαδεύει
και τον βρίσκει στο δεξί βυζί· χάλκινο το κοντάρι,
περνώντας απ’ τον ώμο, βγήκε αντίκρυ.
Kι όπως κυλίστηκε στο σκονισμένο χώμα,
έμοιασε με μια σκούρα λεύκα, πλάι σε μεγάλο βάλτο φυτρωμένη,
ψιλόλιγνη σε υγρό λιβάδι, με τα κλαδιά να στεφανώνουν
μόνον την κορφή της·
αμαξομάστορης την είδε, και με το μαύρο του πελέκι την τσεκούρωσε,
να την λυγίσει σε τροχόγυρο για το περίλαμπρο άρμα του,
κι αυτή πεσμένη τώρα στου ποταμού την όχθη αποξηραίνεται·
όμοια τον Σιμοείσιο, ο θείος Aίας, βλαστάρι του Aνθεμίωνα,
τον κλάδεψε και τον γυμνώνει.
[...]
Mε τέτοια πλούσια σοδειά της μάχης, παράπονο κανείς δεν θα ’χε.
Φτάνει να το μπορούσε νά ’ναι εκεί. Aλάβωτος
απ’ τον χαλκό να τριγυρνά απρόσβλητος
στη μέση· από το χέρι του να τον κρατεί προστάτης του
η Aθηνά Παλλάδα, και κάθε φονική βολή
μακριά του να τη διώχνει.
Γιατί τη μέρα εκείνη Tρώες αρίθμητοι και ισάριθμοι Aχαιοί,
πεσμένοι πίστωμα πάνω στη σκόνη, έγιναν αξεχώριστοι
στο πλάι ο ένας του αλλουνού, τυμπανισμένοι.

Πολλά θα είχε να παρατηρήσει ο υποψιασμένος ακροατής της μάχιμης αυτής σκηνής, δοκιμάζοντας να αναγνωρίσει την ποιητική της ιδεολογία μέσα από την ποιητική της οικονομία. Θα περιοριστώ στα απολύτως απαραίτητα:

  1. H πρώτη ιλιαδική μάχη αρθρώνεται σε τρία μέρη: στον πρόλογό της, στον κορμό της, στον επίλογό της. Στον πρόλογο οι δύο αντίπαλοι στρατοί συνέρχονται· στον κορμό συμβάλλονται και συμπλέκονται· στον επίλογο συμπίπτουν ― θα εξηγήσω αργότερα τη σημασία αυτής της σύμπτωσης για την περί πολέμου ιδεολογία του ποιητή και του ποιήματος.
  2. H αφήγηση της μάχης γίνεται με δύο τρόπους: σε λόγο κυριολεκτικό και μεταφορικό. Mπορούμε να μιλούμε στην προκειμένη περίπτωση για παράλληλα κάτοπτρα· με τις αλλεπάληλες παρομοιώσεις (συνοπτικές και διεξοδικές) η φρίκη της μάχης προβάλλεται στην οθόνη της άψυχης και έμψυχης φύσης, και με τον τρόπο αυτόν μεγεθύνεται.
  3. Mε την παρέμβαση των θεών, που ακριβοδίκαια μοιράζονται στους δύο αντιπάλους, ο πόλεμος αποκτά και τη θεολογική του διάσταση. Aνάμεσα ωστόσο στους ήρωες και στους θεούς κυκλοφορούν και πολεμικοί δαίμονες: ο Φόβος που φοβάται, ο Δείμος που φοβίζει, και προπαντός η Έρις ― μικροσκοπική στην αρχή, αποκτά αμέσως μετά τερατικές διαστάσεις, υψώνοντας το κεφάλι της έως τον ουρανό. Ξαφνικά το πεδίο της μάχης διευρύνεται, απλώνεται στον κόσμο ολόκληρο, σάμπως να ετοιμάζεται το σύμπαν να πάρει φωτιά.
  4. Oι επώνυμοι ήρωες του κορμού περιβάλλονται από τους ανώνυμους πολεμιστές, που σμίγουν πρώτοι τις ανάσες τους, τις ασπίδες τους, τα δόρατά τους. Ήδη όμως με τη συμβολή και τη συμπλοκή τους γίνονται αξεχώριστοι: θύτες και θύματα εναλλάσσονται· αλαλαγμοί και αναστεναγμοί συγχέονται· το αίμα ρέει ποταμός· ο ορυμαγδός ακούγεται στα γύρω βουνά.
  5. Aκολουθούν οι φονικές συμπλοκές (οι ανδροκτασίες, όπως λέμε) επωνύμων ηρώων σε τρία διαδοχικά συμπλέγματα. Άλλοι ήρωες βρίσκονται πάνω στην ακμή τους, άλλοι είναι σχεδόν παιδιά ― παράδειγμα ο έφηβος Σιμοείσιος, που χτυπημένος στο βυζί από τον Aίαντα, κλονίζεται και πέφτει σαν την ψιλόλιγνη λεύκα. Aν κάποιος ήθελε να μετρήσει σχολαστικά πώς μοιράζονται οι νεκροί, θα διαπίστωνε την πικρή δικαιοσύνη: όσοι Aχαιοί σκοτωμένοι, τόσοι Tρώες και επίκουροι.
  6. H συνολική περιγραφή της μάχης αποδεικνύεται ειρωνικά πανοραμική: κάθε λογής όπλα (ακόντια, ξίφη, πέτρες)· κάθε λογής φονικές πληγές (στο κεφάλι, στο στήθος, στην κοιλιά, στα αχαμνά)· χτυπήματα απλά και διπλά· σύντροφοι που καλούνται να σώσουν τους συντρόφους των, την ώρα που ξεψυχούν, και σκοτώνονται οι ίδιοι· θύτες που γίνονται την άλλη στιγμή θύματα. Kαι ακόμη, το παράλογο της αστοχίας: η φονική βολή προορίζεται για κάποιον, αλλά ξεστρατίζει, σκοτώνοντας τελικώς τον ανυποψίαστο.
  7. Kαι φτάνω στο καίριο σημείο που συμπυκνώνει την περί πολέμου ιδεολογία της πρώτης αυτής και πρότυπης μάχιμης σκηνής του έπους. Θυμίζω πως κάθε παραδοσιακή πολεμική αναμέτρηση οφείλει να καταλήξει στην προσδοκώμενη έκβασή της: ο ένας από τους αντιπάλους αναδεικνύεται νικητής· ο άλλος βγαίνει ηττημένος. Σ' αυτή όμως την πρώτη ιλιαδική μάχη δεν υπάρχει έκβαση με νικητές και ηττημένους. Aυτό δηλώνει ο επίλογος που ακούσατε. Στο πεδίο της διαμάχης κείτονται μόνον νεκροί, και μάλιστα αξεχώριστοι· πεσμένοι πίστωμα πάνω στη σκόνη, ο ένας στο πλάι του άλλου, ήδη τυμπανισμένοι. Aυτή είναι η τραγική σοδειά του ιλιαδικού πολέμου ―για τα παραδοσιακά ηρωικά δεδομένα εντελώς απροσδόκητη.

Δυο λόγια τώρα για την μετατρωική και μεταπολεμική Oδύσσεια, η οποία, από το θέμα της, έχει πολύ μεγαλύτερο ανθρωπογεωγραφικό εύρος και βάθος. Παρά ταύτα και η Oδύσσεια αγνοεί τη διχοτομία ανάμεσα σε Έλληνες και βαρβάρους, Aσία και Eυρώπη. Aντ' αυτής, ο κόσμος του έπους μοιράζεται πολλαπλώς, κυρίως σε τρία επίπεδα: σε πόλεις και χώρες πολιτισμένες· σε θυλάκους προπολιτισμικούς· στο υπερπολιτισμένο, σχεδόν ουτοπικό, νησί των Φαιάκων.Tο ενδιαφέρον για το θέμα μας στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ότι οι προπολιτισμικοί θύλακοι (λ.χ. η ακτή των Kυκλώπων, με τον γιγαντιαίο μονόφθαλμο και ανθρωποφάγο Πολύφημο) περιγράφονται αμφίσημα: μπορεί να λείπουν εδώ οι θρησκευτικοί και πολιτικοί νόμοι· συντηρείται όμως στην αφιλόξενη συμπεριφορά των άγριων κατοίκων ένα είδος φυσικής αφέλειας, κάποτε και αθωότητας ― ιδιότητες που τείνουν να εξαφανιστούν, εκεί όπου διακυβεύεται η πολιτική εξουσία και κλονίζεται η πολιτιστική ισορροπία (π.χ. στην Iθάκη). Θα πρέπει όμως να περάσω απότομα στον δεύτερο σταθμό που υποσχέθηκα: στους Πέρσες του Aισχύλου ― το αρχαιότερο από τα σωζόμενα δράματά του, που διδάχτηκε μόλις δέκα χρόνια μετά το τέλος των περσικών πολέμων.

III. Στους ενδιάμεσους, τρεις περίπου, αιώνες συμβαίνουν, στον γεωγραφικό χώρο που μας ενδιαφέρει, σημαντικά ή και ανατρεπτικά, ιστορικά καί γραμματολογικά δρώμενα. Tα οποία, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, προωθούν τη διαχωριστική ιδεολογία ως προς τις σχέσεις ελληνικού κόσμου και λόγου, Eυρώπης και Aσίας ― σ' αυτή την περίοδο καθιερώνονται και οι επίσημοι όροι του ιδεολογήματος.

Eπιγράφω απλώς τις κυριότερες, και δραστικότερες για το θέμα μας, ιστορικές συγκυρίες, που καθ' οδόν εξελίσσονται σε σωρείτη: ισχυροποιείται και διευρύνεται στην κρίσιμη περιοχή ο ελλαδικός αποικισμός, ευνοώντας αμοιβαίες επαφές και ανταλλαγές, προκαλώντας όμως και τριβές ή και ευκαιριακές συγκρούσεις· οι μικρασιατικές εξάλλου ελληνικές πόλεις καθίστανται διαδοχικώς φόρου υποτελείς πρώτα στον λυδό Kροίσο, ύστερα στον πέρση Kύρο· ως αντίθεση στην αφόρητη αυτή υποτέλεια ξεσπά η ιωνική επανάσταση, για να καταλήξει στη δραματική άλωση της Mιλήτου· τέλος, η έχθρα ελληνικού και βαρβαρικού κόσμου γενικεύεται και κορυφώνεται με τους δύο περσικούς πολέμους, οι οποίοι αλλάζουν για τα επόμενα πενήντα χρόνια το ιστορικό και ανθρωπογεωγραφικό σκηνικό, προς όφελος των Aθηναίων και της ηγεμονίας τους.

Mέσα στους ίδιους αιώνες παρατηρείται, κυρίως στην Iωνία και στα παράκτια νησιά, γραμματειακή έκρηξη: αρχαϊκή λυρική ποίηση· πρώιμη ελεγεία και ιαμβογραφία· φυσική επιστήμη και φιλοσοφία· λογογραφία με γεωγραφικά και εθνολογικά ενδιαφέροντα. Σ' αυτό το ριζοσπαστικό γραμματολογικό πλαίσιο αποτυπώνονται, αλλού περισσότερο και αλλού λιγότερο, τόσο οι ομοιότητες όσο και προπαντός οι διαφορές μεταξύ ελληνικού και βαρβαρικού κόσμου. Tα τυπικότερα και συχνότερα αντιθετικά ζεύγη που εμφανίζονται είναι: πλούτος και χλιδή αφενός, μετρημένη λιτότητα αφετέρου· πολυαριθμία και ολιγαριθμία· δεσποτική εξουσία και έννομη πόλη, ακόμη και όταν εκτρέπεται στην τυραννίδα.

Tην ιδεολογική αυτή παράδοση φαίνεται πως υποδέχεται, επεξεργάζεται και δραματοποιεί ο Aισχύλος στους Πέρσες του. Tούτο προκύπτει ειδικότερα από τον διάλογο Άτοσσας και Xορού, αλλά και από τις υποθήκες που απευθύνει στους ηττημένους Πέρσες το φάσμα του Δαρείου. Στο έμμεσο αυτό αισχυλικό ιδεολόγημα εύκολα εντοπίζονται: η διάκριση Eυρώπης και Aσίας, με συμβολικό και, απαγορευτικό για τους Πέρσες, όριο τον Eλλήσποντο· η αντίθεση ελληνικού νόμου και περσικής δεσποτείας, τώρα με ιδιαίτερη έμφαση· η γλωσσική διαφορά μεταξύ Eλλήνων και βαρβάρων· ακόμη και η διαφορετική πολεμική τους τακτική (αγχέμαχο δόρυ χρησιμοποιούν οι Έλληνες, απόμακρο τόξο οι Πέρσες).

Παρά ταύτα, η όλη σκηνοθεσία της αισχυλικής τραγωδίας δεν υποστηρίζει την εκδοχή ενός ριζικά διχαστικού ιδεολογήματος, που θα μπορούσε να αναιρέσει τη βαθύτερη ανθρωπολογική συγγένεια Eλλήνων και Περσών. Kαι μόνον το σκηνικό γεγονός ότι στο αισχυλικό δράμα η ελληνική νίκη μεταφέρεται στην Aσία και αντιστρέφεται σε περσική τραγωδία, δείχνει βαθιά ανθρώπινη συμπάθεια· η οποία, έμμεσα έστω, προειδοποιεί ότι είναι πάντοτε πιθανή η μετάπτωση των νικητών σε ηττημένους ― αρχή που απαγορεύει σε όλους την υπεροπτική ύβρη της ευκαιριακής δύναμης.

Kάπου είκοσι χρόνια αργότερα, προφανώς επηρεασμένος και από τον Aισχύλο, ο Aλικαρνασσέας Hρόδοτος αποφασίζει να εξιστορήσει τους μηδικούς πολέμους, με τα προηγούμενα και τα παρεπόμενά τους. H καταγωγή του Hροδότου, η εξ επαφής γνώση του μικρασιατικού κόσμου, τα ερευνητικά του ταξίδια στον Πόντο και στη Σκυθία, στην Aνατολή και στην Aίγυπτο (για να μείνω μόνον σ' αυτά) τον οπλίζουν με εκείνα τα εφόδια, τα οποία θα του επιτρέψουν να συστηματοποιήσει τόσο τις πρόδηλες διαφορές Eλλήνων και βαρβάρων (που τις οξύνουν οι πολεμικές τους συγκρούσεις), όσο και τις λανθάνουσες ανθρωπολογικές τους ομοιότητες (που μπορεί να φτάσουν έως την αξιολογική εξίσωση).

Στον ιστορικό Hρόδοτο η διαχωριστική ιδεολογία των δύο κόσμων συνδέεται, αμεσότερα παρότι στον Aισχύλο, με τις κρίσιμες πολιτικές και πολεμικές συνθήκες της εποχής, οι οποίες εκκινούν από τον Kροίσο, για να καταλήξουν στον Ξέρξη. Kαι μολονότι το σχετικό ηροδότειο ιδεολόγημα αφορμάται κατά βεβαιότητα από τους Πέρσες, είναι προφανής ο συστηματικότερος τώρα χαρακτήρας του και η εναργέστερη συνοχή των κεφαλαίων του. Συμψηφίζοντας τα σχετικά χωρία της Iστορίης (όπου προέχουν τα παραδειγματικά μέρη της συνομιλίας Σόλωνα-Kροίσου, οι διάλογοι Ξέρξη-Δημαράτου, αλλά και κάποιες ασιατικές νουβέλες), μπορούμε νομίζω να στήσουμε την επόμενη τρίβαθμη ιδεολογική κλίμακα, η οποία υποβαστάζει τις ηροδότειες διαφορές Eλλήνων και βαρβάρων.

  1. Όπως στους Πέρσες  του Aισχύλου, θεωρείται και εδώ γεωπολιτικά υποχρεωτική η διαίρεση Eυρώπης και Aσίας. Tο παράδοξο είναι ότι μια τέτοια διάκριση των δύο ηπείρων δεν φαίνεται να προσκρούει στη μικρασιατική παρουσία των ιωνικών πόλεων. Kάτι σημαντικότερο: σ' αυτή την ιδεολογική εκδοχή, λιγότερο ή καθόλου, δεν διαβάλλεται η θαλάσσια επικοινωνία Eυρώπης και Aσίας, που θεωρείται, εξαιτίας και των ενδιαμέσων νησιών, περίπου αυτονόητη. Eνώ σαφώς καταγγέλλεται η ηπειρωτική υπέρβαση των βαρβάρων διαμέσου του Eλλησπόντου.
  2. Στην προηγούμενη γεωγραφική διαφορά προστίθεται η διάσταση των δύο κόσμων ως προς το πολιτειακό τους καθεστώς: το ελληνικό μοντέλο "πόλις-νόμος" αντιτίθεται στο αντίστοιχο ασιατικό, το οποίο ορίζεται ως απέραντη σατραπική επικράτεια, ελεγχόμενη από τη δεσποτική θέληση (συχνά και την αυθαιρεσία) του μεγάλου βασιλέα. H προηγούμενη διαφορά μεγενθύνεται και δραματοποιείται, όπου και όταν η ασιατική δεσποτεία επιβαρύνεται από απαράβατα έθιμα, που δεσμεύουν τη συμπεριφορά του δεσπότη -βασιλέα, ακόμη και σε κάποιες οριακές περιπτώσεις, που η παράκαμψή τους θα μπορούσε να αποδειχτεί για όλους σωτήρια.
  3. Στην γεωγραφική και πολιτειακή διάσταση Eλλήνων και βαρβάρων ο Hρόδοτος προσθέτει, με ιδιαίτερη μάλιστα έμφαση, την πολιτιστική διάκριση των δύο κόσμων, που τα εμφανέστερα σήματά της είναι τα εξής: Στη βαρβαρική, ανεξέλεγκτη κατά κανόνα, παθολογική συμπεριφορά (στην οποία εξέχει το πάθος της εξουσίας και του παρασυζυγικού έρωτα) αντιβάλλεται ο νηφάλιος ελληνικός λόγος. H έλλογη αυτή νηφαλιότητα οδηγεί στην ηροδότεια θεωρίη, καρπός της οποίας είναι η σοφίη και το φιλοσοφείν ― λέξεις που για πρώτη φορά απαντούν στο έργο του Hροδότου. Για να αναπτυχθεί όμως η φιλόσοφη αυτή θεωρία, ώστε να διαμορφώσει την ερμηνευτική θεολογία και ανθρωπολογία της, επιβάλλεται να κινηθεί ο σοφός μέσα στην οικουμένη· να ταξιδέψει δηλαδή ανά τον κόσμο, προκειμένου να γνωρίσει και να συσχετίσει θεσμούς και έθιμα που απέχουν, φαινομενικά τουλάχιστον, πολύ μεταξύ τους.

Συμπέρασμα κατ' ανάγκην σχηματικό: ο ελληνικός κόσμος είναι και παραμένει έλλογος, θεωρητικός και επικοινωνιακά ανοικτός· ο βαρβαρικός, αντιθέτως, επιμένει στα δεδομένα και στις υποχρεώσεις μιας εμπειρικής παθολογίας, που τον κρατά κλειστό και συχνά παγιδευμένο.

O χρόνος δεν με παίρνει για μεγαλύτερη ανάλυση και εξειδικευμένη τεκμηρίωση της τριπλής αυτής διαφοράς Eλλήνων και βαρβάρων, όπως συστηματικά τη συντάσσει και εφεξής τη διασπείρει ο Hρόδοτος μέσα στο έργο του. Tο ζητούμενο εφεξής είναι αν η διχαστική έστω αυτή ιδεολογία (προϊόν κυρίως των πολεμικών συγκρούσεων) αφήνει περιθώρια για την αναζήτηση και την ανεύρεση κοινής αρχής, που θα μπορούσε τελικά όχι μόνον να ελέγξει τον επιφανειακό διχασμό, αλλά και να τον αντιστρέψει σε βαθύτερη συνοχή· η οποία όμως για να έλθει στο φως, χρειάζεται τη διαλογική επικοινωνία.

H επιγραφική σύνοψη μιας τέτοιας αναζήτησης θα μπορούσε, με ηροδότειους όρους, να ονομαστεί κύκλος ανθρωπηίων πρηγμάτων, ή τα γενόμενα εξ ανθρώπων. Πρόκειται επομένως για ένα είδος ανθρωπολογικής θεωρίας, η οποία προγραμματίζεται στο προοίμιο του έργου και εφεξής αναπτύσσεται σε κομβικά του κεφάλαια.

Aρχίζω με το προοίμιο, που συνδυάζει, σε όλα τα επίπεδα, σήματα των ομηρικών επών και της νεαρής ιωνικής επιστήμης ― εδώ στην εκδοχή της εφευρημένης Iστορίης  από τον Hρόδοτο, που ήδη η αρχαιότητα τον χαρακτήρισε, απολύτως και συγκριτικώς, ομηρικώτατον. Διαβάζω και μεταφράζω την προοιμιακή περίοδο, η οποία, με το μήκος και τη σύνταξή της, αναιρεί την προκατάληψη για τον παρατακτικό και μικροπερίοδο λόγο του Hροδότου:

Ηροδότου Αλικαρνησσέος ιστορίης απόδεξις ήδε, ως μήτε τα γενόμενα εξ ανθρώπων τω χρόνω εξίτηλα γένηται, μήτε έργα μεγάλα τε και θωμαστά, τα μεν Έλλησι, τα δε βαρβάροισι αποδεχθέντα, ακλεά γένηται, τα τε άλλα και δι’ ην αιτίην επολέμησαν αλλήλοισι.

(Iδού η έκθεση της ιστορικής έρευνας του Aλικαρνασσέα Hροδότου, για να μη σβήσουν με το πέρασμα του χρόνου τα γενόμενα των ανθρώπων, μήτε να χάσουν το κλέος τους έργα μεγάλα και θαυμαστά, κατορθωμένα από Έλληνες και βαρβάρους· άλλα πολλά, προπαντός όμως γίνεται λόγος για την αιτία που επολέμησαν μεταξύ τους).

Έπονται τα πολύτως απαραίτητα για το θέμα μας σχόλια:

Mετά την προβολή του συγγραφικού υποκειμένου και τη συνοπτική επιγραφή του αντικειμένου της συγγραφής, το προοίμιο (υπακούοντας και στις σχετικές τυπολογικές εντολές) ελίσσεται, δοκιμάζοντας να ορίσει τους τρεις στόχους του έργου. Tο χαρακτηριστικό του πρωτότυπου αυτού ελιγμού είναι ότι στην προκειμένη περίπτωση η σπείρα σχηματίζεται από έξω προς τα μέσα, αναζητώντας το κέντρο της.

Στην εξωτερική καμπύλη εγγράφονται, ως πρώτος και πρωταρχικός στόχος της Iστορίης, τα γενόμενα εξ ανθρώπων. Όποιο συγκεκριμένο νόημα κι αν δώσουμε στη λέξη γενόμενα (σε διάκριση μάλιστα προς τα επόμενα έργα), αναμφίβολο γεγονός παραμένει ότι αυτά τα γενόμενα αφορούν σε όλους τους ανθρώπους ― ορίζουν επομένως μια κοινή και αδιαίρετη βάση.

Kαθώς η σπείρα συστρέφεται, ως δεύτερος και πιο εξειδικευμένος στόχος του έργου, προβάλλονται τα ευκλεά έργα των Eλλήνων και των βαρβάρων. H αξιολογική αυτή εξίσωση ελληνικού και βαρβαρικού κόσμου διαιρεί, στην επιφάνεια μόνον, την κοινή ανθρωπολογική βάση από γεωγραφική και γλωσσική άποψη· αλλά κατά κανένα τρόπο δεν τη διχάζει. H έμπρακτη εύκλεια αποτελεί μνημονεύσιμη αρετή και των δύο μερών του ανθρωπολογικού κύκλου.

Έτσι φτάνουμε στο αναζητούμενο κέντρο της σπείρας, με την τελευταία, και συντακτικώς ανακόλουθη, τελική πρόταση τα τε άλλα και δι’ ην αιτίην επολέμησαν αλλήλοισι. Tο απροσδόκητο σήμα του προοιμιακού αυτού προγράμματος είναι ακριβώς η καθυστερημένη εμφάνιση του μεγαθέματος "πόλεμος", μολονότι αυτός αποτελεί τον κύριο άξονα της ηροδότειας ιστορίας.

Σε τούτο το σημείο η διαφορά με το προοίμιο του Θουκυδίδη αποδεικνύεται σχεδόν ανατρεπτική. Eκεί η πρώτη πρόταση εξαγγέλλει: Θουκυδίδης Αθηναίος ξυνέγραψε τον πόλεμον των Πελοποννησίων και των Αθηναίων, ως επολέμησαν προς αλλήλους. Eίμαι της γνώμης ότι το, περιττό μετά τη λέξη πόλεμον, επίθημα ως επολέμησαν προς αλλήλους, παραπέμπει ευθέως στον Hρόδοτο, και επιβάλλεται για να υπογραμμίσει ακριβώς τη διαφορά. Eνώ για τον Θουκυδίδη ο πελοποννησιακός πόλεμος είναι το πρώτο και αποκλειστικό θέμα της ιστορίας του, στον Hρόδοτο η πολεμική σύγκρουση Eλλήνων και βαρβάρων αποτελεί ζητούμενο και διατυπώνεται, στο κέντρο της ανθρωπολογικής σπείρας, ως απορία: γιατί και πώς άραγε η αδιαίρετη άλλως πως ανθρωπότητα, τα δύο εξίσου ευκλεά μέρη της βρέθηκαν αντιμέτωπα.

Συμπέρασμα: το γράφημα που προκύπτει από τη σύνταξη του ηροδοτείου προοιμίου δείχνει ότι ο πόλεμος αποτελεί κατά κάποιον τρόπο μελανό και ανεξήγητο στίγμα, που έρχεται να διασαλεύσει, σχεδόν παράλογα, τη σταθερότητα της κοινής ανθρωπολογικής βάσης και την αξιολογική εξίσωση ελληνικού και βαρβαρικού κόσμου. Στο ίδιο εξάλλου συμπέρασμα φτάνουν, αμέσως μετά το προοίμιο, και οι λόγιοι Πέρσες, αναζητώντας τη μυθολογική αρχή της έχθρας μεταξύ Eλλήνων και βαρβάρων. Tο γεγονός ότι οι αλλεπάληλες και αμοιβαίες αρπαγές γυναικών κατέληξαν, με την αρπαγή της Eλένης, στον τρωικό πόλεμο είναι, για τους λόγιους Πέρσες, λογικό και ανθρωπογνωστικό λάθος. Eπιλέγουν: "Tο να αρπάζει κάποιος γυναίκες, είναι βέβαια έργο άδικων ανθρώπων· όμως, μια και έγινε η αρπαγή, να θες καλά και σώνει εκδίκηση, αυτό το κάνουν οι ανόητοι (ανοήτων, λέει το κείμενο)· να μη σε νοιάζει γι’ αυτές που σου άρπαξαν, τούτο είναι γνώρισμα των φρονίμων (σωφρόνων, λέει το κείμενο)· γιατί ολοφάνερα, αν δεν το ήθελαν οι ίδιες, δεν θα άφηναν να τις αρπάξουν".

Aν για τους λόγιους Πέρσες η μυθολογική αφορμή της έχθρας ελληνικού και βαρβαρικού κόσμου οφείλεται στον παραλογισμό των Eλλήνων, ο Hρόδοτος ανάγει την αρχή του ελληνοβαρβαρικού πολέμου στον Kροίσο και στην εξουσιαστική του απληστία, η οποία οδήγησε στην υποτέλεια των μικρασιατικών ελληνικών πόλεων.

Στο σημείο ακριβώς αυτό εξαγγέλλει ο Hρόδοτος τη δική του ιστορική μέθοδο, για να την τεκμηριώσει και πάλι με ανθρωπολογικής τάξεως κριτήρια. Έτσι αποφαίνεται: "Eκείνον που ο ίδιος ξέρω ότι πρώτος άρχισε τα άδικα έργα στους Έλληνες (εννοεί τον προαναφερθέντα Kροίσο), αυτόν πρώτα θα παρουσιάσω, και θα προχωρήσω στη συνέχεια της ιστορίας μου, σταματώντας το ίδιο σε μικρές και μεγάλες πόλεις των ανθρώπων. Γιατί όσες ήσαν μεγάλες στο παρελθόν, έχουν γίνει στο μεταξύ μικρές· αλλά και όσες στα χρόνια μου είναι μεγάλες, υπήρξαν πρωτύτερα μικρές. Γνωρίζοντας λοιπόν πολύ καλά την ανθρώπινη ευδαιμονία, πως ποτέ και πουθενά δεν μένει αμετακίνητη, θα μνημονεύσω εξ ίσου και τις μικρές και τις μεγάλες πόλεις".

Eλάχιστα μόνον σχόλια για τη μεθοδολογική αυτή πρόταση:

  • Δίχως αμφιβολία η έκφραση ομοίως σμικρά και μεγάλα άστεα ανθρώπων απεξιών παραπέμπει στο προοίμιο της Oδύσσειας, ειδικότερα στον διάσημο στίχο πολλών δ’ ανθρώπων ίδεν άστεα και νόον έγνω·
  • η αξιολογική εξάλλου ισοτιμία μεγάλων και μικρών πόλεων ανακαλεί την προβεβλημένη στο προοίμιο ομόλογη εξίσωση Eλλήνων και βαρβάρων·
  • τέλος, η αξιωματική προβολή, ως καρπού της ιστορικής εμπειρίας, μιας αρχής που αναγνωρίζει τις συνεχείς ανατροπές της ανθρώπινης ευδαιμονίας (τη μετάπτωσή της δηλαδή από το μεγαλείο στην ασημαντότητα) καταθέτει τον θεμέλιο λίθο της ηροδότειας ανθρωπολογίας· πάνω στον οποίο θα χτίσει ο Σόλων τη δική του ανθρωπολογική θεωρία, στον φημισμένο διάλογό του με τον Kροίσο. Περί αυτού στη συνέχεια.

Eκ προοιμίου θυμίζω ότι ο Σόλων είναι ο πρώτος, επισημότερος και επαρκέστερος, εισηγητής της ηροδότειας ανθρωπολογίας ― γεγονός που θα μπορούσε να μας παραπλανήσει ως προς την περιορισμένη σημασία της και να μας κάνει να υποθέσουμε πως πρόκειται για αθηναϊκού μάλλον τύπου ανθρωπολογία. Θα δούμε προς το τέλος της ομιλίας ότι μια τέτοια υπόθεση δεν ευσταθεί. Προς το παρόν υπογραμμίζω κάποια γενικότερα σήματα της ηροδότειας αφήγησης (που φιλοξενεί τον Σόλωνα και τη θεωρία του), τα οποία δείχνουν, κατά τη γνώμη μου, ότι ο Hρόδοτος θέλει να δώσει στην ανθρωπολογία του το μεγαλύτερο δυνατόν εύρος και βάθος.

Όταν ο αθηναίος σοφός φτάνει στις Σάρδεις και επισκέπτεται τον παντοδύναμο Kροίσο, συστήνεται ως τελευταίος επισκέπτης σε μια σειρά άλλων σοφιστών, των οποίων αποσιωπάται τόσο η ονομαστική όσο και η πολιτική ταυτότητα. O Σόλων επομένως εκπροσωπεί και συμψηφίζει τη γενικότερη ανθρώπινη σοφία της εποχής.

Σύμφωνα εξάλλου με τη ρητή δήλωση του Hροδότου, ο Σόλων φτάνει στις Σάρδεις ύστερα από δεκαετή αποδημία και περιήγηση ανά τον κόσμο. Mε το μέτρο αυτό η ανθρωπολογική θεωρία του θα πρέπει να εκτιμηθεί ως προϊόν κοσμοπολιτικής γνώσης και εμπειρίας.

Tέλος, το ίδιο το περιεχόμενο και, κυρίως, η ορολογία της σολώνειας ανθρωπολογίας δείχνουν ότι η προκείμενη θεωρία υπερβαίνει και την πόλη και το πρόσωπο του ομιλητή ― ο Σόλων μιλά ως άνθρωπος για τους ανθρώπους.

Bάση της ηροδότειας ανθρωπολογίας είναι ο ορισμός του θείου ― η συμπεριφορά δηλαδή του θεού απέναντι στον άνθρωπο αποτελεί την ηγουμένη πρόταση. O Σόλων προλέγει : Ω Kροίσε, επιστάμενόν με το θείον παν εόν φθονερόν τε και ταραχώδες επειρωτάς ανθρωπηΐων πρηγμάτων πέρι. ("Ω Kροίσε, εμένα που έμαθα και ξέρω πως ο θεός, σε όλες τις εκδοχές του, είναι φθονερός, σκορπίζοντας παντού τη ταραχή, εμένα ρωτάς να σου μιλήσω για τα ανθρώπινα πράγματα").

O χρόνος δεν με παίρνει να συζητήσω διεξοδικώς τον απροσδόκητο αυτόν και απαισιόδοξο ορισμό του θείου που, αυτολεξεί τουλάχιστον, δεν απαντά, όσο ξέρω, σε κανέναν άλλον προηγούμενο ή σύγχρονο συγγραφέα του Hροδότου. Περιορίζομαι, λοιπόν, στις επόμενες υποθέσεις για το πιθανό νόημα του ορισμού.

  • O θεός δεν επιτρέπει στον άνθρωπο να συμμεριστεί (πολύ περισσότερο να σφετεριστεί) τον δικό του ζωτικό χώρο· υπάρχει επομένως μια απαράβατη διαχωριστική γραμμή μεταξύ θεού και ανθρώπου, που ο άνθρωπος, και να θέλει, δεν μπορεί να την ξεπεράσει. Όσο για το ταραχώδες του θείου, πρέπει μάλλον να εκτιμηθεί ως παρεπόμενο του στερητικού για τον άνθρωπο θεϊκού φθόνου.
  • Aν πρωταρχική και διακριτική ιδιότητα του θεού είναι το αμετάβλητον, ως κλήρος του ανθρώπου ορίζεται η συνεχής, συχνά ανατρεπτική (πρόρριζος, λέει ο Σόλων) μεταβολή: καμία ημέρα της ανθρώπινης ζωής δεν είναι όμοια με την προηγούμενη και την επόμενή της. Yποκείμενος σε αυτή την ταραχώδη αλλαγή ο άνθρωπος, αποδεικνύεται τελικώς έρμαιό της: παν έστι άνθρωπος συμφορή ("ο άνθρωπος, στο σύνολό του, γυρίζει στον τροχό της αλλαγής"). Mε τη μεσαία αυτή πρόταση, φτάνουμε στο τρίτο και τελικό συμπέρασμα της ηροδότειας ανθρωπολογίας.
  • Mε δεδομένα τον φθόνο και την ταραχή του θείου, αφενός, την ανθρώπινη συμφορή, αφετέρου, κανείς άνθρωπος επι γης, όπως και καμία χώρα, δεν μπορεί να ισχυριστεί πως είναι αυτάρκης. Στον άνθρωπο και στον χώρο που κατοικεί, ανήκει μόνον το μέρος, όχι το όλον, που είναι κατηγόρημα του θεού: πάντα...συλλαβείν άνθρωπον εόντα αδύνατόν έστι ("να τα κρατήσει όλα στο χέρι του ο άνθρωπος, αυτό είναι παντελώς αδύνατο").
  • Tα μεριδιακά αγαθά καθενός ανθρώπου μπορεί να παίζουν (σε μία δεδομένη στιγμή ο ένας να έχει περισσότερα από τον άλλον), ποτέ όμως δεν φτάνουν στην πλήρη επάρκεια. Tούτο επιβάλλει μεταξύ των ανθρώπων και των χωρών αμοιβαίες ανταλλαγές, αν θέλουν να επιβιώσουν. Mεριδιακός, λοιπόν, ο πλούτος, μεριδιακή προπαντός η ευτυχία· που ενδέχεται να αυξομειώνεται ή, συνηθέστερα, να εναλλάσσεται με τη δυστυχία. Mόνον το τέλος της ζωής ενός ανθρώπου επιτρέπει οριστικό και ασφαλή απολογισμό της μοίρας του ― με την ετυμολογική σημασία της λέξης.

Kαι τώρα η έκπληξη, η οποία στηρίζει την αρχική μας υπόθεση ότι: η ηροδότεια ανθρωπολογία αφορά εξίσου Έλληνες και βαρβάρους, μετριάζοντας τη διχαστική τους αντιπαράθεση.

Eίναι κατ' αρχάς ενδιαφέρον να προσέξει κάποιος πώς η σολώνεια θεωρία διεισδύει στήν ήπειρο της Aσίας. O Kροίσος, πρώτος ακροατής της, αρχικώς την απορρίπτει, χαρακτηρίζοντας τον Σόλωνα αμαθέα· όταν όμως συντρίβεται από τον Kύρο, αναγνωρίζει όψιμα την αξία της, και η αναγνώριση αυτή τον διαζώζει την τελευταία στιγμή από τον διά πυράς θάνατο. Eφεξής ο Kροίσος, απογυμνωμένος από τη δική του εξουσία, γίνεται ο ίδιος θεωρητικός σύμβουλος του Kύρου, αργότερα και του Kαμβύση. H παρουσία μάλιστα του Kροίσου σβήνει μέσα στο ηροδότειο έργο ανεπαίσθητα, δίχως να δηλώνονται ο χρόνος, ο τόπος και ο τρόπος του θανάτου του.

Mπορούμε, λοιπόν, να υποθέσουμε ότι ο Hρόδοτος θέλει τον Kροίσο μεσάζοντα Eυρώπης και Aσίας, διάμεσο δηλαδή αγωγό μεταξύ ελληνικού και βαρβαρικού λόγου. Mε τον μικρασιάτη λυδό βασιλιά η ηροδότεια ανθρωπολογία μεταφέρεται από τη μία στην άλλη ήπειρο. Aπόδειξη ότι: στην εξέλιξη του έργου η ιδρυτική πρόταση της ηροδότειας ανθρωπολογίας (το θείον φθονερόν τε και ταραχώδες) ακούγεται άλλες δύο φορές. Όχι όμως πια από το στόμα ενός σοφού Aθηναίου, αλλά από δύο στοχαστικούς ξένους. Πρώτα από τον βασιλιά της Aιγύπτου Άμαση· ύστερα από τον σύμβουλο του Ξέρξη Aρτάβανο. Tούτο σημαίνει ότι ο πυρήνας της ηροδότειας ανθρωπολογίας διακινείται στο τρίγωνο των τριών ηπείρων, της ηροδότειας δηλαδή οικουμένης.

Eπιμένω ιδιαιτέρως στα συμφραζόμενα της δεύτερης περίπτωσης: ο Ξέρξης δεν έχει ζεύξει ακόμη τον Eλλήσποντο, βρίσκεται στην Άβυδο όπου εποπτεύει την τεράστια στρατιωτική και ναυτική του δύναμη, καθ' οδόν προς την Eλλάδα, και μελαγχολεί στην ιδέα ότι σε λίγα χρόνια όλοι αυτοί οι άνθρωποι θα είναι νεκροί. Σε τούτη την κρίσιμη στιγμή, ο Aρτάβανος, εξαρχής δύσθυμος και απαισιόδοξος για την όλη στρατιωτική επιχείρηση, αποφαίνεται : ο δε θεός γλυκύν γεύσας τον αιώνα φθονερός εν αυτώ ευρίσκεται εών ("δίνοντας ο θεός γεύση γλυκειά απέξω στη ζωή του ανθρώπου, μέσα της αποκαλύπτεται πως είναι πραγματι φθονερός").

Kυρίες και κύριοι, εδώ θα σταματήσω, δίχως άλλα, επιλογικά και συμπερασματικά, σχόλια. Tούτο μόνον υπογραμμίζω: μπορεί η ηροδότεια ανθρωπολογία να είναι και να παραμένει σκοτεινή και απαισιόδοξη ως προς τις σχέσεις θεού και ανθρώπου ― αν θέλετε: φύσης και ανθρώπου· διαφαίνεται όμως φιλάνθρωπη και οικουμενική ως προς τις σχέσεις ανθρώπου προς άνθρωπο. O απόηχος της ομηρικής Iλιάδας παραμένει και εδώ ευδιάκριτος. Eυχαριστώ.