ΕΠΕΑ ΚΑΙ ΓΡΑΜΜΑΤΑ - ΛΑΜΠΡΟΣ ΠΟΛΚΑΣ
www.epea.gr - Βρίσκεστε εδώ: Αρχική σελίδα » Νεοελληνικές Σπουδές » Κρίσεις & Κριτική
Λάμπρος Πόλκας, δ.φ., στην κλασική φιλολογία - Μ.Δ.Ε. στην ηλεκτρονική μάθηση - εκπαιδευτικός στη Δ.Ε.
 
Σχετικά με το epea.gr
Σύσταση
Επικοινωνία
Εργογραφία
Βιβλία-μελέτες
Κείμενα σε τόμους
¶ρθρα σε περιοδικά
Δημοσιεύσεις
Εφαρμογής
Θεωρητικά
η-βιβλία
Μεταφραστικά
Εισηγήσεις
Συνέδρια
Ημερίδες
Σεμινάρια
Web 2.0
Ιστολόγια
Wikis σχολικά
Wikis ΚΣΕ
Zotero
Flickr
Scoopit
Ιστοσελίδες
Φιλοσοφικός λόγος
1ο Πειραματικό
Διάφορα
Παρουσιάσεις
Τεχνολογικά ΠαΠει

 


Προβλήματα ελληνομάθειας

Δ. Ν. ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ

Expolangues, Παρίσι 1/2/1997

Η συνάντησή μας συμπίπτει με τη δεκαετηρίδα της διδασκαλίας των Νέων Ελληνικών στη γαλλική εκπαίδευση. Υποθέτω ότι η συμπλήρωση δεκαετίας αφορά κατά κύριο λόγο στη Μέση Εκπαίδευση, αφού στα γαλλικά πανεπιστήμια η διδασκαλία των ελληνικών γραμμάτων έχει πίσω της μακρότερη και γόνιμη ιστορία. Πάντως, έστω και με τον περιορισμό αυτόν, το εορταζόμενο γεγονός παραμένει ευφρόσυνο και θα αποβεί ασφαλώς ωφέλιμο, στον βαθμό τουλάχιστον που δίνει αφορμή για τη σημερινή απολογιστική μας συζήτηση, η οποία προσβλέπει συγχρόνως στο μέλλον.


Απολογισμός στην προκειμένη περίπτωση σημαίνει πολλά πράγματα. Προσωπικά σκοπεύω να διαχωρίσω, κατ' ανάγκην με σχηματικό τρόπο, τρία κυρίως κεφάλαια:

  • τους σκοπούς της διδασκαλίας·
  • τη μέθοδο, τα βοηθήματα και την επικύρωσή της·
  • κάποια ανοιχτά ακόμη προβλήματα, που αναμένουν προοδευτικώς τη λύση τους, βάσει και της κεκτημένης πείρας.

Χωρίς να θεωρηθεί η επόμενη εισήγησή μου μεροληπτική ή και διαφημιστική, θα αναφερθώ, περιληπτικά βέβαια, στις ειδικότερες συνδρομές του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας ως προς τους δύο πρώτους τομείς, και θα επιμείνω, κάπως περισσότερο, στον τρίτο.

Σε ό,τι, λοιπόν, αφορά τη σκοποθεσία της διδασκαλίας των Νέων Ελληνικών στη γαλλική εκπαίδευση, το Κέντρο εκτιμά ότι αυτή συμπλέκεται με το επίμαχο ζεύγος των ημερών μας, που μοιράζει τις ευρωπαϊκές γλώσσες σε «ισχυρές» και «ασθενείς». Προς αυτή την κατεύθυνση οργανώθηκε πέρυσι στη Θεσσαλονίκη ομότιτλο προσυνέδριο, τα Πρακτικά του οποίου περιέχονται ήδη σε δημοσιευμένο τόμο· έπεται, εξάλλου, για το τέλος Μαρτίου, ομόθεμο, διεθνές και τριήμερο, συνέδριο όπου το ζήτημα θα αντιμετωπιστεί εξαντλητικά από αρμόδιους, ξένους και έλληνες, εισηγητές.

Πιστεύω ότι τα ευρήματα που προέκυψαν και θα προκύψουν από τα δύο αυτά συνεχόμενα συμπόσια θα βοηθήσουν σημαντικά τόσο στη θεωρία όσο και στην πρακτική της διδασκόμενης και στη Γαλλία νεοελληνικής γλώσσας. Σημαντικό επίσης βοήθημα για το συζητούμενο θέμα κρίνονται και οι δύο επίσημοι τόμοι, με τους οποίους συμμετέχουμε, υπό την αιγίδα του ελληνικού Υπουργείου Παιδείας, στην παρούσα expolangue — ειδικότερα ο δεύτερος τόμος, που αφορά στην ελληνομάθεια μεταναστών δεύτερης και τρίτης γενιάς κρίνεται άκρως ερεθιστικός.

Και προχωρώ ραγδαία στο δεύτερο κεφάλαιο, που αναφέρεται στη μέθοδο, τα βοηθήματα και την επικύρωση της διδασκόμενης νεοελληνικής γλώσσας. Και σ' αυτόν τον τομέα η μέχρι στιγμής συγγραφική και ερευνητική δραστηριότητα του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας έχει να επιδείξει ωφέλιμο έργο. Κυκλοφορούν ήδη δύο τόμοι, αναλυτικά Πρακτικά περυσινής ημερίδας, αφιερωμένοι στη διδασκαλία της Ελληνικής ως ξένης γλώσσας· στον πρώτο τόμο συζητούνται, από διάφορες σκοπιές, οι προκρινόμενες, και συχνά αποκλίνουσες μεταξύ τους, διδακτικές μέθοδοι· στον δεύτερο τόμο παρουσιάζονται και αξιολογούνται τα περισσότερα σχετικά εγχειρίδια που χρησιμοποιούνται, τα τελευταία χρόνια, στην Ελλάδα και στην Ευρώπη. Υπολείπεται η απογραφή και η αποτίμηση ανάλογου εγχειριδιακού υλικού από την Αμερική, την Αυστραλία, και την Αφρική.

Ειδικότερα, ως προς τις μεθόδους διδασκαλίας, σημαντική, πιστεύω, είναι η συνεισφορά του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας, η οποία δηλώνεται με τη νεοελληνική προσαρμογή του αγγλόφωνου Threshold level — η έκδοσή της προβλέπεται να γίνει το αργότερο μέρχι τέλους του '97. Βάσει εξάλλου των δύο τόμων της ημερίδας που προανέφερα και του νεοελληνικού Threshold level, το Κέντρο έχει προγραμματίσει να συντάξει ταχύτατα ένα υποδειγματικό Εγχειρίδιο Βασικών Ελληνικών για ξένους, σε τέτοια μάλιστα μορφή, ώστε να μπορεί να παραλλάσσει το περιεχόμενό του ανάλογα με τη χρήση και τους χρήστες του.

Τέλος, ως προς το θέμα της επικύρωσης, άλλως πως της πιστοποίησης ελληνομάθειας, έχει ήδη εκπονηθεί και κατατεθεί στα αρμόδια Υπουργεία δίτομο έργο, βασισμένο στις αρχές του ευρωπαϊκού Κονσόρτσιουμ· το οποίο κωδικοποιείται τώρα σε μορφή εκτελεστικών εντολών του ελληνικού Υπουργείου Παιδείας, προκειμένου να υπάρξει στο άμεσο μέλλον, και σε τούτο το κεφάλαιο, έγκυρη και τεκμηριωμένη ομοιογένεια, σύμφωνη και προς τα ευρωπαϊκά δεδομένα.

Ελπίζω να μην σας κούρασα με την επίδειξη αυτή των πεπραγμένων του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας, που δείχνουν ωστόσο ότι το πρόβλημα της διδασκαλίας της Νεοελληνικής ως ξένης γλώσσας αντιμετωπίζεται, για πρώτη ίσως φορά στον ελλαδικό χώρο, με συστηματικό και επιστημονικό τρόπο.

Εφεξής, όπως το υποσχέθηκα, θα επειμείνω σ' ένα προβληματικό ζήτημα της ασκούμενης και επιδιωκόμενης ελληνομάθειας, το οποίο παραμένει, κατά τη γνώμη μου, ανοιχτό ακόμη, ή και ανεπεξέργαστο. Συνθηματικώς το τιτλοφορώ· εύρος και βάθος της ελληνομάθειας. Διασαφώ προκαταβολικά ότι οι όροι «εύρος» και «βάθος» χρησιμοποιούνται στην προκειμένη περίπτωση, για να ορίσουν τόσο, και προπαντός, το συγχρονικό, όσο, και συμπληρωματικώς, το διαχρονικό φάσμα της νεοελληνικής γλώσσας. Θα δοκιμάσω, όσο γίνεται συνοπτικότερα, να εξειδικεύσω το θέμα αυτό, ώστε να φανούν κάποιες τουλάχιστον από τις σκοτεινότερες πτυχές του.

Εκκινώ βεβαίως από την παραδεδεγμένη σήμερα θέση, σύμφωνα με την οποία η διδασκαλία μιας ξένης γλώσσας υπακούει σε δύο βασικές αρχές:

  • ενδιαφέρει προπαντός η επικοινωνιακή λειτουργία και χρήση της·
  • το ενδιαφέρον εστιάζεται κυρίως στην σύγχρονη μορφή της, προφορική και γραπτή.

Έχω, εντούτοις, την αίσθηση ότι ο προκαθορισμός των δύο προηγούμενων αρχών δεν εξαντλεί αυτομάτως και το ζητούμενο του εύρους και του βάθους της παρεχόμενης ελληνομάθειας. Σε ό,τι λόγου χάρη αφορά την επικοινωνιακή λειτουργία της γλώσσας, τα επιμέρους ζητούμενα δεν είναι μόνον ποσοτικά (αυτά ευκολότερα ταξινομούνται και διαβαθμίζονται), αλλά και ποιοτικά (όπου οι προθέσεις και οι αποφάσεις ενδέχεται να αποκλίνουν μεταξύ τους). Εννοούνται, προπαντός, τα είδη γλωσσικής επικοινωνίας που επιδιώκουμε· αν δηλαδή αυτά περιορίζονται σε πρακτικές αποκλειστικώς αναγκαιότητες (όχι ασφαλώς τουριστικές), ή επεκτείνονται και σε τομείς πολιτικής και πολιτιστικής ενημέρωσης.

Προφανώς ο πολιτικός και ο πολιτιστικός λόγος (γραπτός και προφορικός, θεωρητικός και πρακτικός) είναι από κάθε άποψη πολυπλοκότερος, επικοινωνιακά επομένως πιο δυσπρόσιτος. Ερωτάται λοιπόν αν η επικοινωνιακή μέθοδος ελληνομάθειας διευρύνει, πόσο και πώς, τη διδασκαλία και προς τις δύο αυτές κατευθύνσεις, όπου εξ ορισμού η νεοελληνική γλώσσα εμφανίζεται λογιότερη ή και ιδιωματική – παραπέμπει κατ' ακολουθίαν και σε προηγούμενες ή και περιθωριακές φάσεις του νεοελληνικού λόγου. Το ζήτημα γίνεται πολυπλοκότερο, όταν και όπου, στην ευρύτερη περιφέρεια του πολιτιστικού λόγου εντάσσεται, και διδακτικώς εντοπίζεται, και η λογοτεχνία. Επ' αυτού θα επιμείνω περισσότερο. Γιατί, εφόσον η διδασκαλία της Ελληνικής ως ξένης γλώσσας χρησιμοποιεί και λογοτεχνικά κείμενα ως παραδείγματα, προκύπτουν δύο τουλάχιστον ερωτήματα.

Το πρώτο αφορά στο πρόβλημα κατά πόσο νομιμοποιείται, σύμφωνα και με τις αρχές της επικοινωνιακής μεθόδου, να προβάλλονται τα λογοτεχνικά κείμενα και ως γλωσσικά πρότυπα, ασχέτως μάλιστα αν πρόκειται για σύγχρονα ή αρχαϊκότερα λογοτεχνικά έργα. Γιατί με δεδομένη τη γλωσσική ιδιορρυθμία της λογοτεχνίας (λεξιλογική, γραμματική, στικτική, υφολογική, νοηματική) πιστεύω ότι η έμμονη ιδέα μας ότι τα λογοτεχνικά κείμενα ορίζουν, λίγο πολύ, τον επαρκέστερο κανόνα κάθε σύγχρονης γλώσσας, είναι εξ ορισμού άστοχη και εσφαλμένη.

Θα μας πήγαινε κάπως μακριά η ανάλυση μιας τέτοιας υπόθεσης, την οποία εξάλλου προσωπικώς υπερασπίστηκα και τεκμηρίωσα σε πρόσφατο αθηναϊκό συμπόσιο για τη γλώσσα. Υπενθυμίζω πάντως ότι η απόκλιση της λογοτεχνίας από τον επικοινωνιακό γλωσσικό κανόνα επαυξάνει, όταν περνάμε από την πρόζα στην ποίηση, και από τα παραδοσιακά στα νεοτερικά ή και μεταμοντέρνα λογοτεχνήματα.

Το δεύτερο σχετικό ερώτημα έχει να κάνει με τη διδασκαλία αρχαιότερων πια λογοτεχνικών κειμένων, γραμμένων σε λόγια γλώσσα, ή και σε αμιγή καθαρεύουσα. Αναφέρω επίτηδες τα γνωστά παραδείγματα της γλωσσικής συντήρησης στην Ελλάδα· Παπαδιαμάντης, Βιζυηνός, Μητσάκης· Κάλβος, Καβάφης, Εμπειρίκος. Έχω την αίσθηση ότι η επιδίωξη συγχρονικής ελληνομάθειας δυσχεραίνεται πολύ, εφόσον η διδασκαλία συμπεριλαμβάνει και τέτοιου είδους, αξιολογότατα, λογοτεχνήματα, προβάλλοντας μάλιστα ως γλωσσικό πρότυπο την υφολογική αρτιότητα και ευαισθησία τους. Επ' αυτού όμως θα ήθελα να ακούσω τη γνώμη και των άλλων εισηγητών.

Οι δύο προηγούμενες απορίες δεν οδηγούν βεβαίως στον αποκλεισμό της νεοελληνικής λογοτεχνίας από τη διδασκαλία της Ελληνικής ως ξένης γλώσσας. Θα πρέπει όμως, πιστεύω, να γίνεται η επιλογή με ιδιαίτερη προσοχή και εν γνώσει της λογοτεχνικής ιδιορρυθμίας, που συχνά αντιβαίνει στον επικοινωνιακό γλωσσικό κανόνα. Στο κάτω κάτω πολλοί, και όχι εντελώς άδικα, αμφισβητούν αν η γλώσσα της λογοτεχνίας είναι πράγματι επικοινωνιακή, τουλάχιστον με τη χρηστική σημασία του όρου. Αλλά εδώ ανοίγει ένα άλλο μεγάλο κεφάλαιο, που δεν είναι της ώρας να το συζητήσουμε σήμερα.

Προτού ωστόσο κλείσω τη σύντομη αυτή εισήγηση, θα ήθελα να υποβάλω ένα επιπλέον ερώτημα· μήπως η προσέγγιση του πολυπλοκότερου, πολιτικού και πολιτιστικού, νεοελληνικού λόγου θα πρέπει να υποβοηθείται με αντίστοιχα μεταφρασμένα νεοελληνικά κείμενα; Για να γίνω σαφέστερος· ερωτάται αν η διδασκαλία των Νέων Ελληνικών στη γαλλική εκπαίδευση γίνεται αποκλειστικά και μόνον με πρωτότυπα κείμενα, ή και με δόκιμες γαλλικές μεταφράσεις. Πιστεύω ότι η συμπερίληψη στη διδασκαλία και μεταφρασμένων νεολληνικών κειμένων θα διεύρυνε και θα εμβάθυνε την επικοινωνία των διδασκομένων την ελληνική γλώσσα με το σύνολο του νεοελληνικού πολιτισμού. Εδώ όμως πρέπει να τελειώσω. Ευχαριστώ που με ακούσατε.