ΕΠΕΑ ΚΑΙ ΓΡΑΜΜΑΤΑ - ΛΑΜΠΡΟΣ ΠΟΛΚΑΣ
www.epea.gr - Βρίσκεστε εδώ: Αρχική σελίδα » Κλασικές Σπουδές
Λάμπρος Πόλκας, δ.φ., στην κλασική φιλολογία - Μ.Δ.Ε. στην ηλεκτρονική μάθηση - εκπαιδευτικός στη Δ.Ε.
 
Σχετικά με το epea.gr
Σύσταση
Επικοινωνία
Προσωπικά
Εργασίες ΠαΠει
Εισηγήσεις
ΚΕΓ
ΠΑΚΕ
Ψηφιακά Γράμματα
Κλασικά
Ανθρωπιστικά
Παιδεία
Κλασικές Σπουδές
Νεοελληνικές Σπουδές
Εκπαίδευση
Γραμματεία
Γλώσσα
Μετάφραση
Ενδογλωσσική
Διαγλωσσική
Web 2.0
Ιστολόγια

 


Μύθος και μυθοποίηση στην "Οδύσσεια"

Δ. Ν. ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ 

Hellenische / Vorgeschichte: Die Hellenen
und ihre Nachbarn·
von der Vorgechichte bis zur Klassichen Periode.
Ohlstadt / Oberbayen - Deutchland,
DZA Verlag fuer Kultur und Wissenchaft
CmbH, 1996: 133-145

Ι. Στόχος του παρόντος κειμένου είναι να απαντήσει, με το παράδειγμα της Οδύσσειας, στο επόμενο κρίσιμο ερώτημα: πώς, με βάση έναν δεδομένο και εν πολλοίς δευσμευτικό μύθο, παράγεται ποίηση. Αυτή η δυσανάγνωστη μάλλον διαδικασία ονομάζεται εδώ "μυθοποίηση" (mythopoesis) –όρος που, με το ίδιο περίπου νόημα, χρησιμοποιείται και στη μελέτη του Terence Turner "Narrative structure and mythopoesis: A critic and reformulation of structuralist concepts of myth, narrative and poetics", Arethusa 10 (1977: 103-163).


Δεν προτίθεμαι να εμπλακώ στο γενικότερο πρόβλημα για τις πολύπλοκες και αμφισβητούμενες σχέσεις μύθου και λογοτεχνίας στην ελληνική αρχαιότητα, οι οποίες εντοπίζονται συνήθως περισσότερο στη θεματική ύλη και λιγότερο στην έκφραση. Παρακάμπτοντας, και για λόγους οικονομίας, τις συμπληγάδες αυτές, εκκινώ την εισήγησή μου από την αρχή που δέχεται ότι τόσο η Ιλιάδα όσο και η Οδύσσεια υποστηρίζονται από έναν λίγο πολύ διαμορφωμένο μύθο, ο οποίος ονομάστηκε "τρωϊκός". Η εν λόγω διαμόρφωση αφορά προπάντων στην αρχή και στο τέλος της μυθολογικής αφήγησης, στη βασική της πλοκή, στις πρωτεύουσες λειτουργίες της, στα πρωταγωνιστικά της πρόσωπα, αλλά και στο κυρίαρχο ήθος, που θα μπορούσε, καταχρηστικώς έστω, να εκτιμηθεί και ως ιδεολογία.

Η μυθολογική εντούτοις αυτή υποστήριξη των ομηρικών επών δεν σημαίνει ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η επική ποίηση αναπαράγει απλώς τα δεδομένα του σχετικού μύθου. Για να επιμείνω μόνον στα προφανέστερα σημεία, θυμίζω ότι, μολονότι η Ιλιάδα βασίζεται στον τρωϊκό μύθο και στον ήδη μυθοποιημένο τρωϊκό πόλεμο, τελικώς συντάσσει τον δικό της ιλιαδικό μύθο και πόλεμο. Αναλόγως συμπεριφέρεται και η Οδύσσεια: αφορμάται από τη μυθολογία των Νόστων, την οποία όμως την συσπειρώνει και την περιστρέφει γύρω από τον άξονα ενός προσωπικού νόστου, του Οδυσσέα. Με αυτήν εξάλλου τη μέθοδο εξασφάλισαν τα δύο ομηρικά έπη το διακριτικό τους προφίλ έναντι άλλων ομόθεμων επών του "Κυκλου", όπως το υπέδειξε και ο Αριστοτέλης στην "Ποιητική" του.

Εφεξής αναζητείται η μυθοποιητική μέθοδος αποκλειστικώς της Οδύσσειας, και μάλιστα στο πλαίσιο των "Μεγάλων Απολόγων", όπου ο παραδοσιακός μύθος είναι εμφανέστερος. Η συγκεκριμένη αυτή αναζήτηση μοιράζεται στα δύο: στο πρώτο κεφάλαιο εντοπίζονται μυθοποιητικές αρχές που αφορούν στο σύνολο της μακράς, εγκιβωτισμένης, διήγησης του Οδυσσέα στούς Φαίακες· στο δεύτερο κεφάλαιο η μυθοποίηση ελέγχεται στο τέταρτο και τελευταίο τεύχος των "Μεγάλων Απολόγων", που απολήγει στο καταλυτικό επεισόδιο της Θρινακίας. Οι παρατηρήσεις του πρώτου κεφαλαίου διατυπώνονται με τρόπο συνοπτικό, σχεδόν συνθηματικό· επειδή, εκτός των άλλων, ανακεφαλαιώνουν και συμψηφίζουν σε κάποιον βαθμό γνωστές ήδη ερμηνευτικές προτάσεις. Στο δεύτερο κεφάλαιο τα σήματα της μυθοποίησης εξειδικεύονται και συζητούνται διεξοδικότερα.

Οι "Μεγάλοι Απόλογοι" εξέχουν πολλαπλώς στο σώμα της Οδύσσειας:

  1. ως προς τη μυθολογική τους ύλη (δάνεια σε κρίσιμα σημεία τους από τα αρχαϊκότερα Αργοναυτικά· τερατική και παραμυθική σε καίρια επεισόδιά τους)·
  2. ως προς τον όγκο τους (καταλαμβάνουν τέσσερις ραψωδίες και αναδεικνύονται η μεγαλύτερη ένθετη διήγηση του έπους)·
  3. ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τον τύπο εκφοράς τους (διεκπεραιώνονται στη Σχερία, όταν πια έχει κλείσει ο κύκλος της δεκάχρονης περιπλάνησης του ήρωα και έχει εξασφαλιστεί η άνετη επιστροφή του στην Ιθάκη· προβάλλονται ως πρωτοπρόσωπη αναδρομική διήγηση, χαρισμένη εξ ολοκλήρου στον Οδυσσέα).

Θα επιμείνω στο 3.

Είμαι της γνώμης ότι δεν αποτελεί μυθοποιητικό εύρημα του ποιητή της Οδύσσειας ο εγκιβωτισμός των "Μεγάλων Απολόγων" στο δεύτερο τέταρτο του έπους, με τον οποίο ανατρέπεται η χρονογραφική ροή της αφήγησης και ο χρόνος της μοιράζεται σε "ποιητικό παρόν" και "ποιητικό παρελθόν", όπου το παρόν υποδέχεται το παρελθόν. Πιστεύω ότι η περίφημη τεχνική του φλας-μπακ έχει κληροδοτηθεί. Κατεβαίνει κατά πάσα πιθανότητα από προηγούμενες παραδοσιακές διηγήσεις (νοβελιστικές ή και επικές), με θέμα τους τον γυρισμό του ξενιτεμένου· ταξιδεμένος για πολλά χρόνια κάποιος ήρωας, επιστρέφει αργά στην πατρίδα του και διηγείται, μετά τον αναγνωρισμό και την υποδοχή του, τις περιπέτειες του πολυπλάνητου νόστου του στούς δικούς του –όπως ακριβώς συμβαίνει με τούς "Μικρούς  Απολόγους" της 23ης ραψωδίας, όπου ο Οδυσσέας αναπληρώνει για χάρη της Πηνελόπης το κενό της πολύχρονης απουσίας του.

Αν ευσταθεί η προηγούμενη υπόθεση, τότε το απροσδόκητο των "Μεγάλων Απολόγων" της Οδύσσειας θα πρέπει να αναζητηθεί και να αναγνωρισθεί αλλού: στην αναπάντεχη μεταφορά τους από την Ιθάκη στη Σχερία· στην προσφορά τους προς τούς Φαίακες αντί των Ιθακησίων· στη μετατροπή τους από διηγητικό απολογισμό προς οικείους σε αυτοσύσταση ενός ξένου προς τούς φιλόξενους ακροατές του. Πρόκειται για δραστική αλλαγή της προσδοκώμενης αφηγηματικής σκηνοθεσίας, που αυτή πρέπει να χρεωθεί στη μυθοποιητική φαντασία του ποιητή της  Οδύσσειας.

Θυμίζω ότι η πλοκή της Οδύσσειας περιστρέφεται γύρω από τρία νησιά· την "πραγματική" και ταλαντατευόμενη Ιθάκη· την απόκοσμη και ληθαργική Ωγυγία· την φιλόξενη, υπερπολιτισμένη, σχεδόν ουτοπική, Σχερία. Αυτόν τον διάμεσο σταθμό (μεταξύ καθήλωσης και νόστου) καθιστά ο ποιητής υποδοχή των "Μεγάλων  Απολόγων". Γιατί; Επιμένοντας στα τρία νησιά (με τη σειρά μάλιστα που αυτά γίνονται στη ροή της αφήγησης τόποι διαδοχικής παρουσίας του νοστούντος Οδυσσέα), παρατηρούμε ότι: στο νησί της Καλυψώς ο ήρωας βρίσκεται υπό την επήρεια πολύχρονου ληθάργου, ύστερα από το συντριπτικό ναυάγιο της Θρινακίας, στο οποίο έχασε όλους τούς εταίρους του· στο νησί της Ναυσικάς φτάνει μόνος του, πάλι μετά από συντριπτικό ναυάγιο, κι εκεί, γυμνός και εξοντωμένος, βυθίζεται σε θεόσταλτο ύπνο, από τον οποίο αφυπνίζεται όψιμα, οδηγείται στο παλάτι του Αλκίνοου και της Αρήτης, και, όταν εξασφαλίζει τον τελικό του νόστο, ανασύρει το δίχρονο μετατρωϊκό παρελθόν του και το μνημονεύει διεξοδικώς προς χάριν των Φαιάκων· τέλος, στο νησί της Πηνελόπης, αφού στο ενύπνιο τώρα ταξίδι του σβήνουν όλα τα προηγούμενα πάθη του, αναλαμβάνει να εκδικηθεί τους μνηστήρες και να εδραιώσει εκ νέου την εξουσία του.

Από τη λήθη λοιπόν στη μνήμη, από τη μνήμη στη δράση –αυτή φαίνεται να είναι η πορεία που πραγματοποιεί ο ήρωας, περνώντας από την Ωγυγία στη Σχερία, και από τη Σχερία στην Ιθάκη. Τούτο σημαίνει ότι οι "Μεγάλοι Απόλογοι" σταθμεύουν στον μεσαίο σταθμό, όπου ο Οδυσσέας ερεθίζει τον μνημονικό του απόθεμα μέσα από μία μακρά διήγηση. Με τους όρους όμως αυτούς μπορούμε νομίζω να ισχυριστούμε ότι η Σχερία επιλέγεται ως υποδοχή των "Απολόγων", επειδή ο ποιητής αποφασίζει σ' αυτό το περιβάλλον να αναδείξει τον ήρωά του σε σπουδαίο αφηγητή –αρετή που τον εξισώνει με «επιστάμενον αοιδόν», όπως ρητώς ομολογείται διά στόματος Αλκινόου στο διάλειμμα της "Νέκυιας".

Το περιβάλλον της Σχερίας (φυσικό και ανθρώπινο· ειρηνικό, φίλαθλο, αλλά και ευπρεπώς φιλήδονο· πολιτικά ισορροπημένο και πολιτιστικά άρτιο) αποδεικνύεται ιδεώδες για την ανάδειξη του Οδυσσέα σε λαμπρό αφηγητή· κάποιος διάσημος ήρωας, που βούτηξε ως το κεφάλι στα πάθη του πολέμου και της θάλασσας, κόντεψε να καταποντιστεί αλλά σώθηκε ως εκ θαύματος, ξυπνά τώρα από τον εφιάλτη που του παρέλυσε σώμα και νου, και με τη βοήθεια μιας κόρης αρχίζει να θυμάται. Καλοί αγωγοί της μνημονικής αυτής αφύπνισης θα φανούν, μετά τη Ναυσικά, ο Αλκίνοος και η Αρήτη, οι Φαίακες της αγοράς και οι μαζεμένοι στο παλάτι ηγήτορες τους, προπαντός όμως ο τυφλός αοιδός της αυλής Δημόδοκος.

Τα δύο ακραία τραγούδια του αοιδού (το σύντομο πρώτο, διεξοδικότερο το τρίτο) έχουν ως συμπρωταγωνιστή ή πρωταγωνιστή τον Οδυσσέα· το ένα παραπέμπει πλαγίως στον ιλιαδικό μύθο και πόλεμο· το άλλο στα μυθολογούμενα του  "Ιλίου Πέρσις". Έτσι, ο Δημόδοκος ανοίγει την αυλαία του τρωικού παρελθόντος του ήρωα, αφήνοντας σ' εκείνον να διηγηθεί μόνος του τα μετατρωικά του πάθη.

Η συνέχεια και η συγγένεια Δημόδοκου-Οδυσσέα υπογραμμίζεται σε αύξουσα κλίμακα, καθώς η διήγηση του ποιητή προχωρεί από το πρώτο στο τρίτο τραγούδι του αοιδού. Η αντίδραση του ήρωα στο πρώτο τραγούδι είναι ακόμη παθητική· ως ενεχόμενος στα δρώμενα της αοιδής, ο Οδυσσέας καλύπτει το πρόσωπό του με το ρούχο του και θρηνεί σιωπηλά. Στο τρίτο όμως τραγούδι του Δημόδοκου ο ξένος υπερβαίνει πια τον ρόλο του ευαίσθητου ακροατή· όχι μόνον γίνεται εκτιμητής και επαινέτης του αοιδού, αλλά και υποβολέας του· ο ίδιος υπαγορεύει το θέμα της τρίτης αοιδής και συμβάλλει σ' αυτήν προκαταβάλλοντας τα συμφραζόμενά της.

Εφεξής ο Αλκίνοος (με αφορμή τον σπαραχτικό και πάλι θρήνο του ξένου, που εξεικονίζεται τώρα με μία άκρως τολμηρή και διεκταμένη παρομοίωση) αφαιρεί το σκήπτρο του ποιητή από τον αοιδό Δημόδοκο και το παραδίδει στον αφηγητή Οδυσσέα. Εκείνος το παραλαμβάνει, ανοίγοντας τους "Μεγάλους Απολόγους" μ' ένα πρόλογο, επαινώντας για δεύτερη και τελευταία φορά τον αοιδό, στην πραγματικότητα τον υποκαθιστά, ενώ συγχρόνως εξαίρει τις ιδεατές συνθήκες του παλατιού που υποστηρίζουν τη δική του επόμενη μακρά αφήγηση.

Ο χρόνος δεν με παίρνει, να μπω σε περισσότερες λεπτομέρειες. Συμπεραίνω λοιπόν βιαστικά και κάπως αυθαίρετα: οι "Μεγάλοι  Απόλογοι" μεταφέρονται από την Ιθάκη στη Σχερία, γιατί ρόλος τους είναι να αναδείξουν τον Οδυσσέα διάδοχο ενός επαγγελματία αοιδού· να τον καταστήσουν κατά κάποιον τρόπο ραψωδό είδωλο ίσως του ίδιου του ποιητή στο εσωτερικό του έπους του, οι συμβάσεις του οποίου δεν επιτρέπουν ακόμη την άμεση προβολή του ποιητικού προσώπου.

Το περιβάλλον της Σχερίας ευνοεί στο έπακρο αυτή τη μυθοποιητική σκηνοθεσία, ενώ η Ιθάκη, με τούς δικούς της αμφίβολους όρους, που δεν αίρονται παρά μόνο στο τέλος του έπους, την απαγόρευε. Καιρός όμως να προχωρήσω στο δεύτερο μέρος της εισήγησής μου, εξειδικεύοντας τώρα τις μυθοποιητικές προτάσεις μου με τα δεδομένα της 12ης ραψωδίας.

Με τη δωδέκατη ραψωδία απολήγουν οι "Μεγάλοι  Απόλογοι". Η δραματική κλιμάκωση των τριών επεισοδίων που την συνθέτουν (Σειρήνες, Πλαγκτές - Σκύλλα - Χάρυβδη, Θρινακία) δημιουργεί την αίσθηση "καταστροφής" και "εξόδου" αν επιτρέπεται η αναδρομική χρήση όρων της κλασικής τραγωδίας για το αρχαϊκό έπος. Το τρίτο και έσχατο επεισόδιο της Θρινακίας (όπου οι σύντροφοι του Οδυσσέα σφάζουν και τρων τα βόδια του Ήλιου, με αποτέλεσμα να τους αφαιρεθεί ο νόστος τελεσίδικα) είναι ασφαλώς το κρισιμότερο των "Απολόγων"· ενδεχομένως και της Οδύσσειας, αν κρίνουμε από την προγραμματική προβολή του στο προοίμιο του έπους.

Γιατί ο όλεθρος όλων των εταίρων και η σωτηρία μόνον του αρχηγού, αποτελούν μάλλον τυπολογική εξαίρεση μέσα στο σύστημα των επικών Νόστων. Η εξαίρεση συμπεραίνεται τόσο από τον έλεγχο της περίληψης του Πρόκλου για το ομώνυμο και χαμένο έπος του "Κύκλου", όσο και των ομόθεμων ένθετων διηγήσεων που φιλοξενεί στο εσωτερικό της η ίδια η Οδύσσεια εννοούνται οι ελάσσονες νόστοι, όπως τους αφηγούνται, αντιστοίχως στην τρίτη και στην τέταρτη ραψωδία, ο Νέστωρ και ο Μενέλαος. Η υπόθεση ότι ο νόστος του Οδυσσέα εξαιρείται σε τούτο το κρίσμο σημείο από τούς άλλους επικούς νόστους ενισχύεται προπάντων από τη σύγκρισή του με τον, τυπολογικώς συγγενέστερο, νόστο του Μενελάου· ο Ατρείδης βασιλιάς της Σπάρτης επιστρέφει όψιμα στην πατρίδα του, μετά από οκτάχρονη θαλάσσια περιπλάνηση, σώζοντας τουλάχιστον τους μισούς συντρόφους του -οι άλλοι αφανίζονται καθ' οδόν.

Πώς και γιατί ο νόστος του Οδυσσέα αποκλίνει από τον επικό κανόνα, είναι δύσκολο να το αποφασίσουμε. Πιθανόν τούτο οφείλεται στην πρόσμειξη σχετικής νοβελιστικής παράδοσης· που ήθελε να επιστρέφει ο ξενιτεμένος σπίτι του μόνος, ύστερα από πολύχρονη απουσία, τη μέρα ακριβώς που η γυναίκα του, βέβαιη πια για τον οριστικό χαμό του, ετοιμάζει τον δεύτερο γάμο της· αφηγηματική σκηνοθεσία που την ξέρουμε και από δική μας ομόλογη δημοτική παραλογή.

Όπως κι αν έχει το πράγμα, η προοδυσσειακή παράδοση, σύμφωνα με την οποία ο Οδυσσέας επιστρέφει στην Ιθάκη δίχως συντρόφους, δέσμευε τον ποιητή της Οδύσσειας και δεν άφηνε περιθώριο ανατροπής. Με δεδομένη όμως μια τέτοια δέσμευση, το έπος της Οδύσσειας κινδύνευε να εμφανίσει τον νοστούντα  Οδυσσέα κατά κάποιον τρόπο αφιλέταιρο. Πιστεύω ότι ο ποιητής, έχοντας συνείδηση της ενδεχόμενης, ή και βέβαιης, αυτής παρεξήγησης, πήρε όλα τα μέτρα του για να την αποτρέψει. Προγραμμάτισε την Οδύσσεια, ούτως ώστε να αντιστρέφεται το προκείμενο σκάνδαλο σε εξέχουσα αρετή του ήρωα. Το προοίμιο της  Οδύσσειας (στ. 1-10), περίτεχνα αρθρωμένο, περιέχει κάποια παράδοξα, τα οποία, αμέσως η εμμέσως, αναιρούν την υποψία του αφιλέταιρου αρχηγού.

Στους προοιμιακούς στίχους της Οδύσσειας ο Οδυσσέας παραμένει, παρά προσδοκία, ανώνυμος –για πρώτη φορά το όνομά του ακούγεται στον στ. 21, στο τέλος δηλαδή του δεύτερου προοιμίου. Στους ίδιους στίχους ο νόστος του ήρωα δεν δηλώνεται απερίφραστα· συμπεραίνεται ως αντίθεση προς την ανόστιμη μοίρα των εταίρων. Το προοίμιο εξάλλου της Οδύσσειας μοιράζεται σε δύο περίπου ισόστιχα μέρη. Στο πρώτο μέρος συσσωρεύονται όλα τα τυπικά, προεπικά και επικά, κατηγορούμενα του ήρωα, για τα οποία υπάρχουν και καθιερωμένοι λογότυποι: πολύτροπος, πτολίπορθος, πολύπλαγκτος, πολύτλας, πολύιδρις. Για το δεύτερο όμως μέρος (στ. 5-9) επιφυλάσσεται η κατεξοχήν οδυσσειακή αρετή του Οδυσσέα, για την οποία δεν έχει προσχηματιστεί ακόμη σημαντικός λογότυπός της· ο ήρωας αναδέχεται όλο το βάρος και αναλαμβάνει τον αγώνα να σώσει τη ζωή και να εξασφαλίσει τον νόστο των συντρόφων του· εκείνοι όμως ενδίδουν στην ανίερη ατασθαλία τους και χάνουν οριστικά τον νόστο τους. Μέσα ακριβώς από την εναντιωματική αυτή περίοδο ο Οδυσσέας υποβάλλεται ως φιλέταιρος αρχηγός, αρετή που θα αποδειχθεί στο πλαίσιο των "Απολόγων" και κυρίως στο επεισόδιο της Θρινακίας, τελευταίον κρίκο της απολογητικής αλυσίδας.

Το κυρίως προοίμιο ενέχεται, εκτός των άλλων, και για θεματική μεροληψία, η οποία συχνά πυκνά κατηγορήθηκε· σχεδόν με το σύνολό του παραπέμπει στις τέσσερις μόνον από τις είκοσι τέσσερις ραψωδίες της Οδύσσειας –εκείνες των "Μεγάλων Απολόγων", που εκβάλλουν στο μοιραίο για τους εταίρους επεισόδιο της Θρινακίας. Ο σκανδαλώδης αυτός θεματικός περιορισμός, που αντίκειται στις εντολές ενός τυπικού προοιμίου, είναι κατά τη γνώμη μου εσκεμμένος· εξυπηρετεί τη φιλέταιρη δικαίωση του Οδυσσέα, για την οποία ο ποιητής δείχνει ιδιαίτερη ευαισθησία.

Μίλησα προηγουμένως και για δεύτερο προοίμιο, κατά δύο στίχους εκτενέστερο του πρώτου (11-21). Εδώ ακριβώς διορθώνεται η θεματική μεροληψία του πρώτου προοιμίου, συμπληρώνονται τα κενά του, αίρονται οι ασάφειές του ως προς τον προσωπικό νόστο του Οδυσσέα. Η σημαντικότερη όμως, τελικώς παραπληρωματική, διαφορά, των δύο προοιμίων βρίσκεται, νομίζω, αλλού: οι πρώτοι δέκα εναρκτήριοι στίχοι του έπους ορίζουν και συστήνουν το ποιητικό "παρελθόν" της Οδύσσειας· οι επόμενοι δώδεκα το ποιητικό της "παρόν". Η πρόταξη του ποιητικού παρελθόντος στο κυρίως προοίμιο, που αντιστοιχεί στην όψιμη και εγκιβωτισμένη μακρά διήγηση των "Μεγάλων Απολόγων", προκρίνεται, επειδή σε τούτο το θεματικό και αφηγηματικό πλαίσιο τίθεται και λύνεται το δίλημμα του αφιλέταιρου η φιλέταιρου αρχηγού.

Αν μάλιστα δεχτούμε, όπως πολλοί υποστηρίζουν, ότι η αναδρομική διήγηση των "Απολόγων" φιλοξενεί πολλά θέματα και μοτίβα της προοδυσσειακής παράδοσης των Νοστων (ο Meuli υπέδειξε ότι πρότυπό της πρέπει να θεωρούνται τα αρχαϊκά Αργοναυτικά), τότε η θεματική μεροληψία για έναν επιφανή ήρωα, που επιστρέφει στην πατρίδα του δίχως εταίρους, υποβάλλεται ως κληροδοσία της προηγούμενης, επικής και προεπικής, παράδοσης, την οποία ο ποιητής παραλαμβάνει υποχρεωτικώς και αναλαμβάνει προαιρετικώς να την διαλύσει.

Μετά την άρση, ακριβέστερα· την αντιστροφή του προκείμενου σκανδάλου, το δεύτερο προοίμιο προεκτείνει προς άλλη κατεύθυνση την εξαίρεση που ορίζει γενικότερα ο νόστος του Οδυσσέα. Κατ' εξαίρεση ανάμεσα, στους άλλους ήρωες του τρωικού πολέμου (που ή επέστρεψαν στην πατρίδα τους σώοι ή χάθηκαν στη φονική μάχη και στην αγριεμένη θάλασσα), ο Οδυσσέας βρίσκεται σε πολύχρονη εκκρεμότητα· τον κατακρατεί και τον διεκδικεί η Καλυψώ· όταν οι άλλοι θεοί προαποφασίζουν επιτέλους τον νόστο του, ο Ποσειδών, χολωμένος ακόμη, αντιστέκεται· η πιθανή επιστροφή του στην Ιθάκη επιβαρύνεται προκαταβολικώς από νέες περιπέτειες στην εστία του νόστου.

Με άλλα λόγια: ο φιλέταιρος αρχηγός, ο οποίος στο ποιητικό παρελθόν του έπους χάνει όλους τούς συντρόφους του και απομονώνεται, παραμένει και στο ποιητικό παρόν μόνος· μόνος απέναντι στην Καλυψώ που τον θέλει· μόνος απέναντι στον Ποσειδώνα που τον απειλεί· μόνος απέναντι στους μνηστήρες που σφετερίζονται το σπίτι και τη γυναίκα του.

Βεβαίως η τριπλή αυτή μοναξιά του Οδυσσέα προοδευτικώς μειώνεται· δεν αίρεται όμως, παρά μόνον όταν περατώνεται η Οδύσσεια. Και ασφαλώς δεν είναι τυχαίο αφηγηματικό εύρημα η κινητοποίηση μιας θεάς, συγγενικής ως προς τη φύση της με τον προστατευόμενο ήρωά της, για να σπάσει ο κλοιός της μοναξιάς. Δίχως την επίμονη φιλική παρέμβαση της Αθηνάς υπέρ του  Οδυσσέα, που επαναλαμβάνεται σε όλα τα κομβικά σημεία του έπους, απαρχής μέχρι τέλους, ο ήρωας θα βούλιαζε στην Ωγυγία, ο νόστος του θα έμενε ασυντέλεστος, η μοίρα του θα ήταν ανάλογη προς εκείνη των εταίρων.

ΙΙ. Αν το πρώτο προοίμιο πρέπει να ακουστεί και να διαβαστεί κυρίως ως συνολική σύσταση του Οδυσσέα (παραδοσιακή και άμεση στους στ. 1-4, έμμεση και νεοτερική στους στ. 5-9), τούτο δεν αποκλείει καθόλου την ταυτόγχρονη σύσταση και των εταίρων· οι οποίοι ορίζονται ως ατάσθαλοι, ανίεροι και προπαντός ως νήπιοι, σε διαμετρική αντίθεση προς τον αρχηγό τους, που προεξαγγέλεται, ήδη στον πρώτο στίχο του προοιμίου, ως πολύτροπος.

Έχει γίνει ώς τώρα πολλή συζήτηση για την ακριβέστερη σημασία του ενός και του άλλου επιθέτου, με τα οποία αντιστοιχίζει ο ποιητής προκαταβολικώς τον Οδυσσέα προς τους συντρόφους, και αντιστρόφως. Σήμερα θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι με το κατηγορούμενο πολύτροπος, προδηλώνεται στην Οδύσσεια  η καταγωγική σφραγίδα του ήρωα· κληρονομιά του παππού του Αυτόλυκου και του προστάτη θεού Ερμή. Στην προεπική νοβελιστική παράδοση πολύτροπος είναι ο ήρωας που διασφαλίζει το συμφέρον του, αλλάζοντας τρόπους συμπεριφοράς, αναλόγως προς τις περιστάσεις· που δεν διστάζει να καταφύγει στην κερδαλέα κλεπτοσύνη, ξεγελώντας αφελείς αντιπάλους.

Με αυτή την αμφίσημη συμπεριφορά εισέρχεται ο Οδυσσέας στο ηρωϊκό έπος, σκανδαλίζοντας αυτοφυείς ήρωες, που διακρίνονται για την αυθορμησία και την ειλικρίνειά τους –κορυφαίο παράδειγμα ο ιλιαδικός Αχιλλέας. Ήδη όμως στην Ιλιάδα και προπαντός στον μεταϊλιαδικό επικό μύθο η πολυτροπίη του Οδυσσέα δικαιώνεται, στον βαθμό που μεταμορφώνεται· από ιδιοτελής γίνεται αλτρουϊστική –ο ρόλος του ήρωα στην άλωση της Τροίας με το εύρημα του δούρειου ίππου συμβολίζει αυτή τη μεταμόρφωση και του χαρίζει τον τίτλο του πτολιπόρθου.

Η Οδύσσεια παραλαμβάνει τη διακριτική σφραγίδα του Οδυσσέα και την μεταλλάσσει από επική σε μεταεπική· ο αντίξοος νόστος του ήρωα και η συνομωσία των μνηστήρων στην Ιθάκη αντιμετωπίζονται από τον Οδυσσέα κυρίως με το εφόδιο της πολυτροπίης του· της ικανότητάς του να εναλλάσσει τρόπους και προσωπεία μπροστά στον κίνδυνο· μόνον όπου και όταν αποσοβείται ο κίνδυνος, αποκαλύπτει ο ήρωας το αληθινό του πρόσωπο. Προφανώς η οδυσσειακή αυτή πολυτροπίη (στην οποία καταφάσκει η  Αθηνά αλλά και ο ποιητής –η ίδια η Οδύσσεια αποδεικνύεται πολύτροπο έπος) προϋποθέτει ευρηματική οξύνοια, ευρεία ανθρωπογνωσία και φρόνιμη θεογνωσία· δεν αποκλείει όμως καθόλου και ενδιάμεσα σφάλματα.

Στους αντίποδες του πολύτροπου ήρωα βρίσκονται οι νήπιοι εταίροι· οι οποίοι στο πλαίσιο των "Απολόγων", προπαντός στο επεισόδιο της Θρινακίας, αποδεικνύονται μονότροποι, αφελείς και αστόχαστοι· παγιδευμένοι από βιολογικές ανάγκες και από το ένστικτο της αυτοσυντήρησης –σαν τα μωρά· υπόσχονται, ορκίζονται, αλλά όταν απειλείται η ζωή τους, ξεχνούν και ενδίδουν στον πρόχειρο πειρασμό –σαν τα μωρά. Με τούς όρους αυτούς γίνονται εύκολη λεία σ' ένα σχέδιο ολοκληρωτικής εξόντωσής τους, στο οποίο, όπως θα δούμε, ενέχονται δαίμονες και θεοί.

Είπα προηγουμένως ότι το ίδιο το έπος της Οδύσσειας είναι πολύτροπο, όπως και ο κεντρικός του ήρωας. Τούτο σημαίνει ότι το αντιθετικό ζεύγος "πολύτροπος αρχηγός-νήπιοι εταίροι" ελέγχεται και αυτό ευλύγιστο, μπορεί κατά περίπτωση να τροποποιηθεί· κάποτε η αυτοσυντηρητική φρόνηση των εταίρων αποδεικνύεται ωφέλιμη· κάποτε η παράτολμη αντίδραση του Οδυσσέα καταλήγει σε μερική τουλάχιστον καταστροφή –παράδειγμα η ολέθρια περιπλοκή της "Κυκλώπειας".

Στο πλαίσιό της οι εταίροι προσπαθούν δύο φορές να συγκρατήσουν τον αρχηγό τους μέσα στα όρια της καλώς εννοούμενης φρόνησης· την πρώτη (9. 224-230), όταν μπαίνουν στη σπηλιά του Πολύφημου, ο Κύκλωπας λείπει, κι αυτοί προτείνουν να πάρουν τις πλούσιες προμήθειες του μονόφθαλμου γίγαντα και να φύγουν άβλαβοι· την άλλη (9. 494-501), προς την έξοδο της ραψωδίας, όταν, τρομαγμένοι από τον πρώτο βράχο που έριξε ο Κύκλωπας στο καράβι τους και παρ' ολίγον να το συντρίψει, ικετεύουν τον Οδυσσέα να μην επαναλάβει την πρόκλησή του. Σ' αυτήν μάλιστα τη δεύτερη και κρισιμότερη περίσταση οι σύντροφοι αποκαλούν τον αρχηγό τους σχέτλιον – επίθετο που χρησιμοποιεί αργότερα και η Κίρκη (12. 116), για να στιγματίσει την παράτολμη αντίδραση του ήρωα στη δική της φρόνιμη συμβουλή, να μην πολεμήσει ο Οδυσσέας ένοπλος τη Σκύλλα.

Αν, λοιπόν, η νηπιότητα αποτελεί το ένα άκρο της αρνητικής συμπεριφοράς, η παράτολμη υπερβολή ορίζει το άλλο άκρο της· στο σχήμα όμως της κοινής κυκλικής συμφοράς τα δύο άκρα, κάπου και κάποτε, συμπίπτουν. Και ίσως δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι στην αρχή της "Κυκλώπειας" ο Πολύφημος, χλευάζοντας τον Οδυσσέα για την ανθρωπολογική του περιέργεια, τον εξονομάζει νήπιον –προσβολή που ο ήρωας δεν ανέχεται και προκλητικά την αποκρούει, τυφλώνοντας τον Κύκλωπα και αποβάλλοντας τώρα το ευφυές προσωπείο που του εξασφάλισε το ανώνυμο όνομα Ούτις (9.420).

Τούτο δεν σημαίνει ότι τελικώς εξομοιώνονται μεταξύ τους στη διάπραξη μοιραίων σφαλμάτων οι νήπιοι εταίροι και ο σχέτλιος αρχηγός τους, γιατί τους διακρίνει σαφώς μια διπλή διαφορά. Στην περίπτωση των συντρόφων η καταγγελία γίνεται κατά κάποιον τρόπο εξ αντικειμένου· την προκαταβάλλει ο ίδιος ο ποιητής στο προοίμιο του έπους του, εκεί ακριβώς που εξαίρει τη φιλέταιρη συμπεριφορά του Οδυσσέα. Ενώ τα σφάλματα του σχέτλιου αρχηγού δηλώνονται εξ υποκειμένου, και μάλιστα από τον ίδιο τον σφάλλοντα· που, αναδρομικώς έστω (στη διήγηση της κυκλώπειας περιπέτειάς του προς τούς Φαίακες) τα ομολογεί και τα καταδικάζει. Ακόμη κι αν πρέπει η αυτοκριτική αυτή ομολογία του Οδυσσέα να εκτιμηθεί ως ελιγμός της πολύτροπης φύσης του, παραμένει ισχυρή ως σήμα αυτογνωσίας, έστω και με κάποια δόση ποιητικής ειρωνείας.

Το πράγμα ωστόσο δεν σταματά εδώ· μπορεί ο ποιητής να είναι απερίφραστος ως προς την ενοχή των εταίρων στο νησί της Θρινακίας, στη διεξοδική διήγηση όμως του Οδυσσέα το ενοχικό πρόβλημα περιπλέκεται· αφενός υπογραμμίζεται έντονα η ενοχή των εταίρων (που αποδεικνύονται κουφοί στις επανειλημμένες συστάσεις του αρχηγού τους να μην πειράξουν τα βόδια του Ήλιου, και συγχρόνως επίορκοι)· αφετέρου όμως συνδηλώνονται όλες εκείνες οι αρνητικές συγκυρίες που παγιδεύουν τους συντρόφους (αλλά και τον ίδιο τον Οδυσσέα) και συμβάλλουν τόσο στην ανίερη ατασθαλία όσο και στον ολοκληρωτικό όλεθρο των εταίρων. Πίσω μάλιστα από τις αρνητικές αυτές συγκυρίες διακρίνονται οι θεοί, που φαίνεται να έχουν προαποφασίσει τον αφανισμό των συντρόφων και περιμένουν την αφορμή του. Έτσι αιτία, αφορμή και τέλος του ολέθρου των εταίρων συμπλέκονται· στην συμπλοκή αυτή επιμένει, συχνά με σπαραχτική συμπάθεια, ο ίδιος ο Οδυσσέας, καθώς θυμάται, ύστερα από χρόνια, και διηγείται στον Αλκίνοο την έσχατη και οδυνηρότερη περιπέτεια του νόστου του.

Οι αρνητικές συγκυρίες, για τις οποίες μόλις μίλησα, στη Θρινακία συσσωρεύονται και κλιμακώνονται, οδηγώντας στο μοιραίο αδιέξοδο. Όταν Οδυσσέας και εταίροι πλησιάζουν το νησί του Ήλιου, είναι περασμένη νύχτα· τους έχει ξεθεώσει ο κάματος και η αγρύπνια· η επιμονή επομένως του Ευρύλοχου (να περάσουν το υπόλοιπο της νύχτας στο νησί, λίγο να κοιμηθούν, λίγο να φάνε, και το πρωί συνεχίζουν το ταξίδι τους) δεν είναι παράλογη· ακόμη και ο Οδυσσέας, υπό πίεση έστω, την δέχεται. Την άλλη όμως μέρα σηκώνεται ασίγαστος άνεμος, νοτιάς –σιρόκος, που κρατεί ένα ολόκληρο σεληνιακό μήνα και καθηλώνει όλους στο νησί· στην αρχή οι σύντροφοι σέβονται τον όρκο τους και δεν αγγίζουν τα βόδια του Ήλιου· κάποτε όμως απολείπουν οι τροφές στο καράβι και πέφτει ανελέητη πείνα, που αναγκάζει τούς εταίρους να ψάχνουν, αλητεύοντας εδώ κι εκεί, κάτι να πιάσουν με τα αγκίστρια τους, κάτι να φάνε· η κατάσταση γίνεται όντως απελπιστική, κι αυτήν δοκιμάζει με την κακήν βουλήν του να θεραπεύσει, αμήχανα πάλι, ο Ευρύλοχος· το δίλημμα, λέει, είναι σκληρό: ή θα πεθάνουν της πείνας όλοι ή, θέλουν δεν θέλουν, θα σφάξουν τα βόδια του Ήλιου· με την υπόσχεση βέβαια να θυσιάσουν πρώτα στον θεό, κι αν κάποτε φτάσουν στην Ιθάκη, να τον εξευμενίσουν· υψώνοντας προς χάριν του πλούσιο ναό με λαμπρά αφιερώματα.

Στο μεταξύ έχει κι ο Οδυσσέας απομακρυνθεί· εκλιπαρεί τούς θεούς να του υποδείξουν δρόμο του νόστου· κλείνουν όμως τα μάτια του κι αποκοιμιέται· δεν μπορεί να ελέγξει τους συντρόφους, τη στιγμή ακριβώς που εκτελούν το ανόσιο έργο τους· ξυπνώντας απότομα, μυρίζει ήδη την κνίσα· καταλαβαίνει τι συνέβη, είναι όμως πια πολύ αργά· ο οξύς έλεγχός του δεν έχει πρακτικό νόημα· το κακό έγινε και δεν γιατρεύεται.

Έξι μέρες σφάζουν και τρων τα βόδια του Ήλιου οι σύντροφοι· το πρωί της έβδομης πέφτει επιτέλους ο θυελλώδης άνεμος και το καράβι ανοίγεται στο πέλαγος· εκεί όμως τους περιμένει μαύρη νεφέλη, λαίλαπα φοβερή και πυρφόρος κεραυνός· το ναυάγιο είναι συντριπτικό· όλοι οι εταίροι αφανίζονται κακοί κακώς· σώζεται μόνον ο Οδυσσέας, πιασμένος στο σύμπλεγμα του σπασμένου ιστού και της αποσπασμένης καρίνας. Και οι θεοί;

Ήδη ο Οδυσσέας αναγνωρίζει ότι ο ενδιάμεσος νήδυμος ύπνος του έγινε νηλεής, γιατί τον τύφλωσε άτη θεϊκή. Κι όταν ο Ήλιος, ειδοποιημένος από τη νύμφη Λαμπετώ, απειλεί πως, αν δεν τιμωρηθούν οι σύντροφοι του Οδυσσέα για τη σφαγή των βοδιών του, θα αλλάξει τροχιά, και κατεβαίνοντας στον Άδη, θα αφήσει στο σκοτάδι θεούς βροτούς και γη, ο Δίας τον κατευνάζει· υπόσχεται πως θα συντρίψει, θα κεραυνώσει το καράβι του Οδυσσέα.

Ο ρόλος όμως των θεών στον ολοκληρωτικό όλεθρο των εταίρων πάει πιο πίσω· η αρχή του βρίσκεται στο τέλος της "Κυκλώπειας". Ο Πολύφημος, τυφλωμένος και χλευαζόμενος από τον Οδυσσέα, προσεύχεται στον πατέρα του Ποσειδώνα, απαιτώντας εκδίκηση για τον εξευτελισμό του· ο κοσμοσείστης θεός επακούει την προσευχή, αλλά κι ο Δίας δεν μένει ασυγκίνητος· απορρίπτει αργότερα τη σωτήρια θυσία που του προσφέρει ο Οδυσσέας και μερμηρίζει· ψάχνοντας τρόπο να συντριβούν όλα τα καράβια του ήρωα, να χαθούν όλοι οι σύντροφοί του.

Αν, όπως υποστηρίχθηκε, η ανθρωποδικία και η θεοδικία της Οδύσσειας είναι φιλανθρωπότερες από ό,τι στην Ιλιάδα, τούτο δεν σημαίνει ότι οι οδυσσειακοί θεοί δεν ενέχονται καθόλου στις αμήχανες ατασθαλίες των βροτών. Το ζήτημα είναι να μην αρχίσει το κακό· άπαξ και το κινήσουν οι άνθρωποι (στην περίπτωσή μας ο Οδυσσέας στο τέλος της "Κυκλώπειας"), δεν γυρίζει πια πίσω· οι θεοί το προάγουν ώς το τέλος του· στη δίνη του συντρίβονται και καταποντίζονται οι μαλακοί και οι αδύνατοι, οι νήπιοι εταίροι· ο Οδυσσέας γλιτώνει μετά βίας, γιατί μπορεί να χρησιμοποιεί ακόμη και τα συντρίμμια για να σωθεί· ξέρει να κάνει υπομονή· είναι συνάμα πολύτροπος (στο ομηρικό κείμενο η καρίνα λέγεται·τρόπις) και πολύτλας.

ΙΙΙ. Και η δωδέκατη ραψωδία, όπως η ένατη και η δέκατη, συντάσσεται σε τρία αυξανόμενα επεισόδια, όπου το τρίτο, η Θρινακία, έχει το μεγαλύτερο βάρος. Αλλά και εδώ το τριαδικό σύστημα δεν είναι άκαμπτο· παραλλάσσει και ποικίλλει, κυρίως με δύο τρόπους.

Το μεσαίο επεισόδιο, ανάμεσα στις Σειρήνες και στη Θρινακία, έχει τρία μόρια, συγγενικά μεταξύ τους κατά τόπον και τρόπο: Πλαγκτές-Σκύλλα-Χάρυβδη. Το μοριακό αυτό τρίγωνο είναι ασφαλώς το πλέον τερατικό, τόσο στο ευρύτερο πλαίσιο των "Μεγάλων Απολόγων", όσο και στο συγγενέστερο της δωδέκατης ραψωδίας. Και βρίσκεται σε πλήρη αντίστιξη προς το τρίτο επεισόδιο της Θρινακίας, όπου το τοπίο προβάλλεται γλυκό και ήμερο· στα μαλακά λειβάδια του βόσκουν βόδια και πρόβατα του Ήλιου· τα ποιμένουν Νύμφες, που μένουν σε γλαφυρή σπηλιά και στήνουν χορούς σε στρωμένο αλώνι. Αυτός ο ειδυλλιακός τόπος ωστόσο θα αποδειχτεί κόλαση για τους εταίρους· η ασίγαστη θύελλα, που κρατά ένα φεγγάρι, και η παρεπόμενη βασανιστική πείνα τους οδηγούν σ' ένα είδος παράνοιας· σφάζουν και τρων τα ιερά βόδια, και τότε ο τόπος γεμίζει τέρατα και σημεία· βογγούν τα σφάγια κι αντηχεί η φωνή των σφαγμένων ζώων. Από εκεί και πέρα ο όλεθρος των εταίρων είναι ζήτημα χρόνου· γρήγορα οι θύτες θα γίνουν θύματα.

Ο άλλος τρόπος αναγνωρίζεται στην κάθετη διαίρεση του τριαδικού συστήματος με δύο κεφάλαια· στο ένα προλέγει η Κίρκη όσα θα συμβούν· στο άλλο τα προειρημένα συντελούνται. Και μολονότι τα δύο κεφάλαια κατά περιεχόμενο συμφωνούν μεταξύ τους, διαφέρει η αφηγηματική τους σκηνοθεσία.

Στο πρώτο ο Οδυσσεύς και εταίροι βρίσκονται εκ νέου στο νησί της Αίας – η εντεταλμένη από τη "Νέκυια" ταφή του άταφου ακόμη Ελπήνορα γίνεται αφηγηματικό άλλοθι της επιστροφής. Οι άλλοι σύντροφοι, όταν πέφτει το βράδυ, κοιμούνται· η Κίρκη τότε παίρνει τον Οδυσσέα από το χέρι, τον απομονώνει, και η επόμενη ομιλία τους έχει τόσο οικείο και εμπιστευτικό τόνο, που μοιάζει ερωτική. Η θεά ξαπλώνει τον Οδυσσέα σε απόμερη γωνιά, πλαγιάζει και η ίδια δίπλα του, και συνομιλούν μεταξύ τους· εκείνος διηγείται την κατάβασή του στον Άδη· εκείνη τον προειδοποιεί για τα μέλλοντα να συμβούν. Όταν η ομιλία τελειώνει, έχει πια ξημερώσει· η Κίρκη αποχωρεί, και ο Οδυσσέας την παρακολουθεί να ανηφορίζει από το περιγιάλι στην πλαγιά του νησιού.

Στο δεύτερο κεφάλαιο η αφηγηματική σκηνοθεσία αντιστρέφεται: τώρα τα φαντάσματα, για τα οποία μίλησε η θεά, γίνονται πραγματικοί εφιάλτες· παρά τις προειδοποιήσεις και τις προφυλάξεις (που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ Κίρκης και Οδυσσέα, μεταξύ Οδυσσέα και εταίρων), ο ολοκληρωτικός όλεθρος φτάνει στο τέλος του· επιβιώνει μόνο ένας μάρτυρας, που θα τον διηγηθεί μετά από οκτώ χρόνια στο ήρεμο πάλι νησί των Φαιάκων, στο παλάτι του Αλκίνοου και της Αρήτης.

Από μιαν άποψη θα μπορούσε κάποιος να μιλήσει επιπόλαια για περιττή επανάληψη, αφού, όπως υπαινίχθηκα, τα δύο αφηγηματικά κεφάλαια τη δωδέκατης ραψωδίας επικαλύπτονται σε μεγάλο βαθμό ως προς το περιεχόμενό τους. Πέρα όμως από τη διάφορη σκηνοθεσία που τα διακρίνει, η "επανάληψη" δίνει την αίσθηση μουσικής σύνθεσης, όπου στο πρώτο μέρος προσχηματίζεται το θέμα, και στο δεύτερο ακούμε την επεξεργασία του. Τα επαναλαμβανόμενα θέματα συνεχίζονται και στο εσωτερικό του δεύτερου κεφαλαίου, με τις συνεχείς προτροπές του Οδυσσέα προς τους εταίρους να μην αγγίξουν τα βόδια του Ήλιου.

Στο δεύτερο εξάλλου κεφάλαιο της δωδέκατης ραψωδίας απαντούν πέντε από τις τολμηρότερες παρομοιώσεις της Οδύσσειας· τρεις περιβάλλουν το ναυάγιο, οι άλλες πέφτουν μέσα στη δίνη του· τρεις αφορούν στούς εταίρους, δύο στον Οδυσσέα. Έξι σύντροφοι του Οδυσσέα μένουν μετέωροι, καθώς τους έχει αναρπάξει ήδη η Σκύλλα· προτού τους καταβροχθίσει το τέρας, φωνάζουν για τελευταία φορά το όνομα του αρχηγού τους παρακλητικά· απλώνουν τα χέρια τους ζητώντας βοήθεια, και σπαρταρούν –καταπώς σπαρταρούν τα μικρά ψάρια, που έπιασε ο ψαράς με το μακρύ καλάμι του και τα αφήνει προσώρας καταγής.

Ο Δίας έχει κεραυνώσει το καράβι· το κατάρτι σπάζει και, πέφτοντας πίσω, χτυπά τον κυβερνήτη, κάνει λιώμα τα οστά της κεφαλής του· έτσι αποκεφαλισμένος, βυθίζεται κατακόρυφος στη θάλασσα –σαν τον επιδέξιο δύτη, λέει η δεύτερη παρομοίωση. Οι άλλοι εταίροι πνίγονται, τα σώματά τους παραδίνονται στο κύμα, γύρω από το συντριμμένο πια καράβι –σαν τις κουρούνες προσθέτει η τρίτη παρομοίωση.

Ο Οδυσσέας, πιασμένος στο σύμπλεγμα ιστού και καρίνας, προσπαθεί να γλιτώσει· το κύμα όμως τον παρασύρει στον σκόπελο της Χάρυβδης, την ώρα ακριβώς που εκείνη αναρροφά το νερό της θάλασσας· μαζί του και τα συντρίμμια του πλοίου πάνω στα οποία βρίσκεται ο ναυαγός· αυτός όμως κατορθώνει να αποσπαστεί, κρεμιέται στη μέση μιας άγριας συκιάς –σαν νυχτερίδα φαντάζεται η τέταρτη παρομοίωση.

Μετέωρος ο ήρωας περιμένει και εύχεται πότε η Χάρυβδη θα ξεράσει, μαζί με το νερό, ιστό και καρίνα, αλλά το πράγμα αργεί πολύ· κι ο Οδυσσέας αισθάνεται σαν τον δημόσιο κριτή, που βαρέθηκε να λύνει φιλονικίες αψίκορων νεαρών· όλη μέρα και επιθυμεί να βραδιάσει, να φτάσει επιτέλους η ώρα του δείπνου –αυτή είναι η πέμπτη, και τελευταία, παρομοίωση της δωδέκατης ραψωδίας.

Το πλέγμα των πέντε αυτών παρομοιώσεων θυμίζει τον σωρείτη παραβολών στο δεύτερο μέρος της πέμπτης ραψωδίας· στο άλλο συντριπτικό ναυάγιο του, μοναχικού πια, ήρωα, που θα τον ξεβράσει στις ακτές της Σχερίας. Η διαφορά όμως ανάμεσα στα δύο συγγενή συστήματα παρομοιώσεων κρίνεται σ' ένα σημααντικό σημείο· εκεί τις επινοεί ο ίδιος ο ποιητής· εδώ τις φαντάζεται ο Οδυσσέας, καθώς διηγείται, ύστερα από πολλά χρόνια, τον όλεθρο των εταίρων, υποκαθιστώντας κατά κάποιον τρόπο τον ποιητή στον εικαστικό του ρόλο.

Τίποτε ίσως δεν ακούγεται τόσο απροσδόκητα μοντέρνο στην Οδύσσεια, όσο το σχόλιο με το οποίο σφραγίζει ο Οδυσσέας τούς "Μεγάλους  Απολόγους"· έχει φτάσει πια τη μακρά διήγησή του ως το νησί της Καλυψώς· θυμάται την αγάπη και την φροντίδα της –και απότομα σταματά. Ποιος ο λόγος, λέει να συνεχίσει, δευτερώνοντας μια διήγηση, που μόλις χτες την διηγήθηκε στον Αλκίνοο και στην Αρήτη· του φαίνεται ανυπόφορο και πληκτικό (το κείμενο έχει τη λέξη εχθρόν) να διηγείται πάλι και πάλι, πράγματα που τα ανιστόρησε μια φορά σωστά και καλά.

Σε ποιον αλήθεια ανήκει αυτός ο επίλογος των "Απολόγων"; στον αφηγητή Οδυσσέα, στον αφηγητή ποιητή; μιλά ο ένας αντί του άλλου; Όπως κι αν έχει το πράγμα, ζητούμενο είναι να οριστούν και να προστατευθούν ο τύπος και ο τρόπος της καλής διήγησης –δηλαδή της μεγάλης ποίησης. 

Νυμφαίο,
καλοκαίρι-φθινόπωρο 1994