ΕΠΕΑ ΚΑΙ ΓΡΑΜΜΑΤΑ - ΛΑΜΠΡΟΣ ΠΟΛΚΑΣ
www.epea.gr - Βρίσκεστε εδώ: Αρχική σελίδα » Νεοελληνικές Σπουδές » Κρίσεις & Κριτική
Λάμπρος Πόλκας, δ.φ., στην κλασική φιλολογία - Μ.Δ.Ε. στην ηλεκτρονική μάθηση - εκπαιδευτικός στη Δ.Ε.
 
Σχετικά με το epea.gr
Σύσταση
Επικοινωνία
Προσωπικά
Εργασίες ΠαΠει
Εισηγήσεις
ΚΕΓ
ΠΑΚΕ
Ψηφιακά Γράμματα
Κλασικά
Ανθρωπιστικά
Παιδεία
Κλασικές Σπουδές
Νεοελληνικές Σπουδές
Εκπαίδευση
Γραμματεία
Γλώσσα
Μετάφραση
Ενδογλωσσική
Διαγλωσσική
Web 2.0
Ιστολόγια

 


Ενδοποιητική της πεζογραφίας

Δ. Ν. ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ

Αθήνα, 30/5/2001

Στην «Κοιλάδα των Αθηνών» συμβάλλονται η πραγματικότητα με τη φαντασία, η ιστορία με την ποίηση, το πεζογράφημα με το ποίημα. Η έκβαση αυτής της αντιδικίας παραμένει ίσως μέχρι τέλους αμφίβολη, αλλά στο μεταξύ ο Γιατρομανωλάκης γράφει και διεκπεραιώνει το πεζογραφικό του πόνημα· μπορεί στο τέλος του μυθιστορήματος ο Φίλιππος να εκπνέει, η πεζογραφία όμως έχει δείξει στο μεταξύ τα δικά της εύθραστα σύνεργα και τα δικά της ευάλωτα όπλα. Με άλλα λόγια: τη δική της Ποιητική.


Διάβασα (για την ακρίβεια ρούφηξα) το τελευταίο μυθιστόρημα του Γιατρονανωλάκη, υπό τον τίτλο «Στην κοιλάδα των Αθηνών» πέρυσι στις διακοπές των Χριστουγέννων. Εφεξής δεν το ξανάπιασα στα χέρια μου, επίτηδες. Επειδή πιστεύω πως τα βιβλία που διαβάζουμε αποδεικνύονται σημαντικά, όταν αφήνουν μια διαρκέστερη γεύση στο στόμα, που ερεθίζει τους σιαλογόνους αδένες για πολύν καιρό· κάθε φορά που τα αναπολούμε, κι ας έχουμε ξεχάσει στο μεταξύ κάποιες λεπτομέρειες. Τέρμα όμως με τους γαστρονομικούς συνειρμούς.

Για να πιάσω το νήμα από την αρχή· πιστεύω πως ο Γιατρομανωλάκης είναι από φυσικού του αφηγητής. Το ταλέντο του φάνηκε ήδη στα δύο πρώτα μυθιστορήματά του (το «Λειμωνάριο» και την «Αρραβωνιαστικιά»)· βρήκε την ακμή του στα δύο επόμενα (την «Ιστορία» και το «Ανωφελές Διήγημα»)· και ωρίμασε στην «Κοιλάδα των Αθηνών». Η ωριμότητα για την οποία μιλώ ελέγχεται και από το γεγονός ότι τούτο το αφήγημα συστήνει, εκτός των άλλων, και ένα είδος ποιητικής (ακριβέστερα ενδοποιητικής) της πεζογραφίας. Ο όρος μοιάζει κάπως οξύμωρος, ελπίζω όμως να φανεί τελικώς εύστοχος και προπαντός δίκαιος. Σε αυτόν πάντως σκέφτομαι να αναλώσω το μεγαλύτερο μέρος της σύντομης αυτής βιβλιοσύστασης.

Ι. Προηγουμένως όμως με ενδιαφέρουν, ως προκαταβολή, δύο άλλες, εμφανέστερες αρετές του μυθιστορήματος. Θα τις χαρακτήριζα εσκεμμένες και προκλητικές παγίδες, στημένες από τον συγγραφέα για τον υποψιασμένο τουλάχιστον αναγνώστη. Η μία προβάλλεται ήδη στον τίτλο του αφηγήματος και επιβεβαιώνεται εν συνεχεία. Θέλω να πω ότι η σκηνογραφία και η σκονοθεσία του αφηγήματος στην αρχή μπορεί και να μας παγιδέψουν πως πρόκειται για αφελές οικολογικό κείμενο, επειδή αντιβάλλονται εδώ μια άκτιστη ειδυλλιακή ουτοπία με τον τόπο της ασφυχτικά κτισμένης πόλης των Αθηνών.

Καθώς όμως το μυθιστόρημα προοδεύει, η ψευδαίσθηση αυτή κλονίζεται. Γιατί η οικολογική ουτοπία αποδεικνύεται δελεαστική αλλά παραπλανητική, εντέλει απειλητική για την πεζή καθημερινότητα. Λειτουργεί σαν ένα είδος διάφανης χοάνης, που απορροφά και διαλύει τον πραγματικό χώρο και τον πραγματικό χρόνο, μετατρέποντας την υποσχόμενη ελευθερία σε δέλεαρ θανάτου. Ας πούμε ότι η άκτιστη και ρευστή κοιλάδα εμφανίζεται ως ανιστορικός παράδεισος· εξωραΐζοντας τη φύση, αφαιρεί ένα προς ένα τα σήματα της ιστορικής πραγματικότητας και οδηγεί τον πρωταγωνιστή του αφηγήματος σε αμφίβολες παραισθήσεις.

Πρόκειται προφανώς για φαντασίωση, η οποία υποβάλλεται ως απελευθέρωση από τα δεσμά του κτιστού χώρου και του μετρημένου χρόνου, στην πραγματικότητα όμως εξαρθρώνει τις λογικές αντιστάσεις του ανθρώπου, που με τον ένα η τον άλλο τρόπο εξασφαλίζουν την καθημερινή του επιβίωση και το συντελούμενο έργο του. Αποτέλεσμα: η παραδείσια ουτοπία δελεάζει την εφήμερη ύπαρξή μας, προτείνοντας την έξοδό της από τον ιστορικό τόπο και χρόνο, με τίμημα όμως και αντάλλαγμα τη μίζερη έστω, ζωή μας.

Και ασφαλώς δεν είναι τυχαίο ότι το πρόσωπο που ευαγγελίζεται μέσα στο βιβλίο την παραδείσεια αυτή ουτοπία ονομάζεται Κύριος —με κεφαλαίο το αρκτικό γράμμα. Ένα είδος αφέντη θεού ή αφεντεύουσας Μούσας, που παίζει με τον τραυματικό και τραυλό φωτογράφο Φιλιππο· ενώ του υπόσχεται την ακεραιότητα μιας απόλυτης και λυτρωτικής εικονοποιίας, τον καθιστά φάντασμα του εαυτού του και τον παρασύρει σε επαγγελματική στείρωση. Αυτή είναι η δεύτερη παγίδα του αφηγήματος, περίτεχνα και πονηρά στημένη στην ανέλιξή του.

Μίλησα για ενδοποιητική της πεζογραφίας, που υποστηρίζεται, κατά τη γνώμη μου, από τη διττή αυτή παγίδα, η οποία εμφανίζεται ως ποιητική της ποίησης. Στην αντίστιξη πάντως της μιας και της άλλης ποιητικής αφιερώνει ο Γιατρομανωλάκης το νέο πεζογράφημά του· στο δίλημμα δηλαδή αν η πεζή καθημερινότητα, που εξ ορισμού τροφοδοτεί την πεζογραφία, μπορεί να τα βάλει με την ποιητική φαντασίωση, και ποιες είναι οι συνέπειες ενός αγώνα. Για να το πω αλλιώς: στην «Κοιλάδα των Αθηνών» συμβάλλονται η πραγματικότητα με τη φαντασία, η ιστορία με την ποίηση, το πεζογράφημα με το ποίημα. Η έκβαση αυτής της αντιδικίας παραμένει ίσως μέχρι τέλους αμφίβολη, αλλά στο μεταξύ ο Γιατρομανωλάκης γράφει και διεκπεραιώνει το πεζογραφικό του πόνημα· μπορεί στο τέλος του μυθιστορήματος ο Φίλιππος να εκπνέει, η πεζογραφία όμως έχει δείξει στο μεταξύ τα δικά της εύθραστα σύνεργα και τα δικά της ευάλωτα όπλα. Με άλλα λόγια: τη δική της Ποιητική. Θα γίνω εφεξής πιο συγκεκριμένος, για να υποδείξω την άδοξη δόξα της πεζογραφίας απέναντι στην ένδοξη δόξα της ποίησης. Γιατί η ποίηση, στο τελικό της όριο, είναι φιλοθάνατη (τεθνάσκειν θέλω, αναφωνεί η Σαπφώ)· η πεζογραφία φιλόζωη.

ΙΙ. Στο προσκήνιο της αφήγησης αντικρίζονται και συμβάλλονται δύο πρόσωπα: ο Κύριος, άλλως πως Αυτός ή Εκείνος —πάντα με κεφαλαίο το αρκτικό γράμμα. Και ο Φίλιππος Μ., διχασμένος σε ορθογράμματο και πλαγιογράμματο. Ο Κύριος αποδεικνύεται ασώματη φωνή, που εισχωρεί στο μυαλό του Φιλίππου· δεν έχει ηλικία και, κατά κάποιον τρόπο, μήτε φύλο, πάντως δεν φαίνεται να διαθέτει φίλτρο ερωτικό. Αντίθετα ο Φίλιππος ξεκινά σωματικός· με φωνή εξαρχής σακαταμένη· απομονωμένος εδώ και κάμποσο καιρό, συντροφιά με ένα γάτο· φορτωμένος ήδη με πενήντα χρόνια επαγγελματικής αφοσίωσης· ερωτικά στερημένος και γι' αυτό ερωτόληπτος.

Ως αρμός σύνδεσης ανάμεσα στα δύο αυτά πρόσωπα προβάλλεται η φωτογραφική μανία, ριζικά όμως διάφορη ως προς τις επιλογές της στον Κύριο και στον Φίλιππο. Εκείνος, όπως προδηλώνεται ήδη στην πρώτη παράγραφο του βιβλίου, φιλοδοξεί να φωτογραφίσει «τις τεράστιες και αβέβαιες περιοχές της αβύσσου, το χάος», ζητώντας να σταθεροποιήσει ένα συγκεκριμένο στερέωμα. Επειδή όμως του λείπει ακόμη το φως, οι κοσμογονικές αυτές φωτογραφίες του βγαίνουν θολές, χωρίς σαφές περίγραμμα. Η αποτυχία αυτή συνεχίζεται και όταν αποφασίζει να δημιουργήσει κάποιες σταθερές εστίες φωτός. Η ιδέα του να διαχωρίσει παντελώς το σκοτάδι από το φως δεν έχει τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Σύσταση του Κυρίου, που θυμίζει έντονα, αν και λοξά, τον Δημιουργό της Παλαιάς Διαθήκης. Υπόθεση που επιβεβαιώνεται και από τη δεύτερη, κάπως πετυχημένη φωτογραφική επίδοση του Κυρίου. Όταν μοιράζει το στερέωμα σε υδάτινους όγκους και στεριά, και διαχωρίζει τη θάλασσα από τη στεριά.

Τελικώς ο Κύριος αποφασίζει να μετριάσει τη φιλοδοξία του. Φωτογραφίζει τώρα μικρά και ευσύνοπτα τοπία, λόφους, βουνοκορφές, κοιλάδες, βράχια, ρυάκια, λίμνες, ποτάμια, δέντρα. Οπλισμένος με αυτόν τον φωτογραφικό θησαυρό, ποιητικό στην κυριολεξία, δελεάζει τον πεζό φωτογράφο Φίλιππο, ο οποίος επιμένει να αποτυπώνει με τη μηχανή του συμβολικά σήματα της ιστορικής του ιθαγένειας.

Εδώ και σαράντα εννέα χρόνια φωτογράφιζε τις εθνικές παρελάσεις μπροστά στον άγνωστο στρατιώτη. Ετοιμάζεται τώρα να κλείσει τον φωτογραφικό του κύκλο για πεντηκοστή φορά. Αλλά σ' αυτή την κρίσιμη ώρα και μέρα επεμβαίνει η φωνή του Κυρίου· του αντιπροτείνει δικά της φωτογραφικά μοντέλα, υποβάλλοντας την ομορφιά της άκτιστης κοιλάδας των Αθηνών, τον παρασύρει εκτός πραγματικότητας και ιστορίας, σε αυτό που ονόμασα προηγουμένως «ουτοπία». Αποτέλεσμα: ο συγκεκριμένος μέχρι στιγμής φωτογράφος Φίλιππος δεν κατορθώνει να βγάλει την πεντηκοστή φωτογραφία της πεντηκοστής παρέλασης. Ενδίδει στις εικονικές παραισθήσεις του· φαντασιώνεται την εκπλήρωση της ερωτικής του στέρησης με μιαν αφίσα, ωραίας και νέας, γυναίκας, που τη βλέπει να ζωντανεύει στην πλατεία Κλαθμώνος και του θυμίζει την απωθημένη Δεσποινα· ξεπερνά μέσα στη φαντασίωσή του την τραυλή του φωνή· σοφιλιάζει προσώρας τα δύο μοιρασμένα κομμάτια του εαυτού του, τον έξω και τον μέσα Φίλιππο· κολυμπά στον απεριόριστο πια χρόνο και χώρο, απολογίζοντας την προηγούμενη ζωή του· ανακαλύπτει τη Νέκυια στον υπόγειο χώρο της Ομόνοιας· εντέλει εξαντλείται και εκπνέει. Και όλα αυτά συμβαίνουν μέσα σε μια και μόνη ημέρα, προορισμένη να συμπληρώσει τον πεντηκοταετή φωτογραφικό του προορισμό που ματαιώνεται από την ποιητική επέμβαση του Κυρίου.

Τεντώνω επίτηδες το σχοινί, με τον κίνδυνο να σπάσει. Τραβώντας την ανάγνωση προς τη μεριά της δικής μου παρανάγνωσης. Μπορεί ωστόσο η αναγνωστική αυτή παρανομία να είναι νόμιμη, εφόσον υπόκειται όχι τόσο στις προθέσεις του Γιατρομανωλάκη, όσο στο αποτέλεσμα της πεζογραφικής αυτής δοκιμής του. Αν ωστόσο στην «Κοιλάδα των Αθηνών» όντως προβάλλεται και διακυβεύεται η τιμή της πεζογραφίας μπροστά στο φάντασμα της ποίησης, τότε αξίζει τον κόπο να προχωρήσω λίγο ακόμη αυτή την υπόθεσή μου.

Υπαινίχθηκα ήδη την αντίθεση πραγματικότητας και φαντασίας, τόπου και ουτοπίας, αφηρημένου και συγκεκριμένου, τελικώς φύσης και ιστορίας. Τον ένα τρόπο εκπροσωπεί ο Κύριος· τον άλλο ο Φίλιππος. Οι δύο αυτοί τρόποι συμβάλλονται στην «Κοιλάδα των Αθηνών», συνομιλούν μεταξύ τους, αλλά δεν μπορούν και να συμφιλιωθούν. Ίσως γιατί ο ένας τρόπος αποκλείει τον άλλο· η τέχνη της ποίησης είναι εξ ορισμού φιλόδοξη· η τέχνη της πεζογραφίας ταπεινή.

Για να το πω αλλιώς· η τέχνη της ποίησης στηρίζεται κατά βάση στην έμπνευση –απόδειξη η θεωρία για τον ρόλο και την αποστολή των Μουσών, διαμορφωμένη ήδη από την αρχαιότητα. Η τέχνη της πεζογραφίας είναι προπάντων μαστορική. Πίσω από τον ποιητή κρύβεται κατά κάποιον τρόπο ο θεός· πίσω από τον πεζογράφο ο μάστορης. Κάπως έτσι μοιράζονται οι ρόλοι και στην «Κοιλάδα των Αθηνών»· ο Κύριος εμφανίζεται λίγο πολύ ως δημιουργός του κόσμου· ο Φίλιππος ως φωτογράφος, που πάει να πει: πεζογράφος. Και ασφαλώς δεν είναι τυχαίο ότι ο Φίλιππος αρχίζει τη φωτογραφική του μαθητεία πλάι σε ένα μάστορη, που ακούει στο όνομα Δ. Οικονόμου· πλανόδιος φωτογράφος αυτός, δίδαξε στον Φίλιππο πώς και τί αποτυπώνει η φωτογραφία, προκειμένου να συντηρήσει την ανθρώπινη καθημερινότητα –την ιστορία δηλαδή του ανθρώπου στις κρίσιμες ώρες του, με απλά και συνάμα αποκαλυπτικό τρόπο.

Και κάτι ακόμα· η γλώσσα της ποίησης θέλει να είναι —και κάποτε το κατορθώνει—ακέραιη· η γλώσσα της πεζογραφίας, αντίθετα, κατά κάποιον τρόπο τραυλίζει, καθώς ψάχνει και ψάχνεται. Στην ποίηση το μέσα και το έξω ταυτίζονται· στην πεζογραφία μοιράζονται, για να μην πω διχάζονται. Απόδειξη: ο ορθογράμματος και πλαγιογράμματος Φίλιππος· ο ένας ψευδίζοντας μιλά· ο άλλος σωπαίνοντας ακούει. Η ακεραιότητα της μέσα και της έξω φωνής του Φιλίππου επιτυγχάνεται μόνον, όταν ο πεζός φωτογράφος Φίλιππος ενδίδει στην ποιητική παραίσθηση, που του προσφέρει ως αντίδοτο της ταπεινής του τέχνης ο Κύριος.

Εδώ όμως θα σταματήσω, αφήνοντας του κόσμου τις απορίες και τα κενά, γιατί θέλω να υπογραμμίσω ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια του βιβλίου· τη Νέκυια του Φιλίππου, στην οποία εμφανίζεται και το φάσμα του μάστορη Οικονόμου (σελ. 192-199). Πιστεύω ότι εδώ ο Γιατρομανωλάκης φτάνει στον βυθό της πεζογραφικής του τέχνης. Στην πραγματικότητα πρόκειται για απογύμνωση του φωτογράφου-πεζογράφου, τη στιγμή ακριβώς που αναζητεί τις ρίζες του.