ΕΠΕΑ ΚΑΙ ΓΡΑΜΜΑΤΑ - ΛΑΜΠΡΟΣ ΠΟΛΚΑΣ
www.epea.gr - Βρίσκεστε εδώ: Αρχική σελίδα » Κλασικές Σπουδές
Λάμπρος Πόλκας, δ.φ., στην κλασική φιλολογία - Μ.Δ.Ε. στην ηλεκτρονική μάθηση - εκπαιδευτικός στη Δ.Ε.
 
Σχετικά με το epea.gr
Σύσταση
Επικοινωνία
Εργογραφία
Βιβλία-μελέτες
Κείμενα σε τόμους
¶ρθρα σε περιοδικά
Δημοσιεύσεις
Εφαρμογής
Θεωρητικά
η-βιβλία
Μεταφραστικά
Εισηγήσεις
Συνέδρια
Ημερίδες
Σεμινάρια
Web 2.0
Ιστολόγια
Wikis σχολικά
Wikis ΚΣΕ
Zotero
Flickr
Scoopit
Ιστοσελίδες
Φιλοσοφικός λόγος
1ο Πειραματικό
Διάφορα
Παρουσιάσεις
Τεχνολογικά ΠαΠει

 


Παράσταση του χώρου και του χρόνου σε νουβέλες και ανέκδοτα του Ηροδότου

Δ. Ν. ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ

Ηρόδοτος. Οκτώ νουβέλες και τέσσερα ανέκδοτα.
¶γρα: Αθήνα 2001 (2η έκδ): 243-250.

Προτείνω να διακριθούν δύο βασικές κατηγορίες παράστασης του χώρου και του χρόνου μέσα στο συνολικό έργο του Ηροδότου:·η πρώτη αντιστοιχεί περισσότερο στο ιστορικό και γεωγραφικό μέρος της συγγραφής· η δεύτερη προσιδιάζει στις κεντρικές ή περιφερειακές νουβέλες και στα συνοπτικότερα ανέκδοτα. Με το μέτρο αυτό μιλούμε αφενός για ιστορικό χώρο και χρόνο, αφετέρου για νοβελιστικό χώρο και χρόνο.


Ι. Προηγούνται κάποιες απαραίτητες διασαφήσεις, οι οποίες αφορούν κυρίως στην προτεινόμενη, δοκιμαστική έτσι κι αλλιώς, ορολογία. Ο περιορισμός της προκείμενης μελέτης στον τρόπο που ο Ηρόδοτος χειρίζεται τον χώρο και τον χρόνο στις νουβέλες και στα ανέκδοτά του προϋποθέτει στη συγκεκριμένη περίπτωση έναν διακριτό τύπο σε σύγκριση προς το υπόλοιπο έργο του, στο οποίο εντούτοις εντάσσονται νουβέλες και ανέκδοτα. Με τους υποθετικούς αυτούς όρους προτείνω να διακριθούν δύο βασικές κατηγορίες παράστασης του χώρου και του χρόνου μέσα στο συνολικό έργο του Ηροδότου:·η πρώτη αντιστοιχεί περισσότερο στο ιστορικό και γεωγραφικό μέρος της συγγραφής· η δεύτερη προσιδιάζει στις κεντρικές ή περιφερειακές νουβέλες και στα συνοπτικότερα ανέκδοτα. Με το μέτρο αυτό μιλούμε αφενός για ιστορικό χώρο και χρόνο, αφετέρου για νοβελιστικό χώρο και χρόνο. Στη μία περίπτωση χώρος και χρόνος κατά κανόνα συμπτύσσονται και αρθρώνονται σε μεγάλες μονάδες· στη δεύτερη χώρος και χρόνος αναπτύσσονται και μερίζονται στο εσωτερικό τους σε μικρότερα τμήματα, κάποτε μάλιστα σε ελάχιστα μόρια.

Πλάι ωστόσο στην ποσοτική λίγο πολύ αυτή διαφορά διακρίνεται και μια άλλη, ποιοτική τώρα, διαφορά. Στα ιστορικά και ανθρωπογεωγραφικά κεφάλαια του έργου χώρος και χρόνος υποστηρίζουν το πραγματολογικό περιεχόμενο. Ενώ στις νουβέλες και στα ανέκδοτα η παράσταση του χώρου και του χρόνου υπακούει περισσότερο σε διηγητικές εντολές. Τούτο δεν σημαίνει ότι νουβέλες και ανέκδοτα ορίζουν ένα είδος αυτόνομης, φανταστικής περιοχής, γιατί η συνθήκη της αληθοφάνειας συντηρείται και εδώ.

¶λλως πως:·στα ιστορικά και γεωγραφικά κεφάλαια του έργου κυριαρχεί κατά κάποιον τρόπο η αφηγηματική αντικειμενικότητα· στις νουβέλες και στα ανέκδοτα η διηγητική μαεστρία. Τα όρια βεβαίως ανάμεσα στον έναν και στον άλλον τύπο κάποτε συγχέονται, καθώς το ηροδότειο έργο στο σύνολό του είναι, τοπολογικά και τροπολογικά, μεικτό: αφηγηματικό και συγχρόνως διηγητικό· ιστορικό και συνάμα λογοτεχνικό· πραγματολογικό αλλά και παραδειγματικό.

Για να εξηγήσω πάντως κάπως σαφέστερα τη διακεκριμένη παράσταση χώρου και χρόνου στις νουβέλες και στα ανέκδοτα, επιλέγω ένα μικρής έκτασης διηγητικό δείγμα από το πρώτο βιβλίο: την ιστορία του Αρίονα και τη θαυμαστή σωτηρία του πάνω σε ένα δελφίνι (Ι. 23-24). Για λόγους οικονομίας παραλείπω όσα σχετίζονται με τα συμφραζόμενα της μικρής αυτής διήγησης, επισημαίνοντας μόνον ότι η ένταξή της στο ευρύτερο αφηγηματικό πλαίσιο του πρώτου βιβλίου είναι μάλλον συνειρμική· προδηλώνεται ο Περίανδρος ως φίλος και σύμβουλος του τυράννου της Μιλήτου Θρασυβούλου, ο οποίος απειλείται από τον Λυδό βασιλιά Αλυάττη· ξαφνικά η ηροδότεια αφήγηση εκτρέπεται σε μια προσωπική εμπειρία του Περιάνδρου, η οποία δεν φαίνεται να έχει ιδιαίτερη σχέση μήτε με την τύχη της Μιλήτου μήτε με την πολεμική συμπεριφορά του Αλυάττη.

ΙΙ. Η υπό συζήτηση διήγηση του Αρίονα αρθρώνεται σε τρία μέρη: η παράγραφος 23 αποτελεί τον πρόλογό της· η παράγραφος 24 τον κορμό της· ενώ η τελική περίοδος της δεύτερης παραγράφου συστήνει τον επίλογό της. Πρόλογος και επίλογος ορίζουν τον λόγο του αφηγητή Ηροδότου —προβάλλονται επομένως ο εξωτερικός αφηγητής και η εξωτερική αφήγηση.  Ο κορμός αναπαράγει την εμβόλιμη διήγηση των Κορινθίων και των Λεσβίων —πρόκειται λοιπόν για εσωτερική τώρα διήγηση και εσωτερικούς διηγητές. Ο πρόλογος παραπέμπει απλά στον Περίανδρο και στους εσωτερικούς διηγητές: διπλά στο παράξενο περιστατικό της επόμενης διήγησης· πολλαπλά στο πρωταγωνιστικό της υποκείμενο, τον Αρίονα.

Η εσωτερική διήγηση εισάγεται με το λεκτικό ρήμα λέγουσι, το οποίο επαναλαμβάνεται ακόμη μία φορά περίπου στο μέσο της, μοιράζοντας έτσι την ιστορία σε δύο κεφάλαια. Για να μιλήσω με την ορολογία του Αριστοτέλη: το πρώτο κεφάλαιο αναλογεί στη δέση της διήγησης, το δεύτερο στη λύση της· το πέρασμα εξάλλου από τη δέση στη λύση αποτελεί παραλλαγή της αριστοτελικής περιπέτειας.

Τα δύο μέρη της εσωτερικής διήγησης, εξαρτημένα από το επαναλαμβανόμενο ρήμα λέγουσι, στηρίζουν τον επόμενο πλάγιο λόγο, δηλωμένο με αλλεπάλληλα απαρέμφατα. Τα απαρέμφατα όμως αυτά, καθώς απομακρύνονται από το μητρικό τους λέγουσι, λειτουργούν εφεξής ως διηγητικά απαρέμφατα, τα οποία, κατά τη σύνταξη της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, αντικαθιστούν ρήματα οριστικής παρωχημένων χρόνων (παρατατικού, αορίστου, η και υπερσυντελίκου). Έχουμε επομένως να κάνουμε με ιδιόρρυθμη συντακτική μηχανή, που το ανάλογό της δεν υπάρχει στα Νέα Ελληνικά, το αναγνωρίζουμε όμως στα Λατινικά Γράμματα. Η χρήση πάντως της συντακτικής αυτής επιλογής δημιουργεί μια διηγητική ψευδαίσθηση: καθώς προοδεύει η εσωτερική διήγηση, η ρυθμιστική φωνή του εξωτερικού αφηγητή εξασθενεί· νομίζουμε πως ακούμε αυτούσιο τον λόγο των εσωτερικών διηγητών —εδώ των Κορινθίων και των Λεσβίων.

Η προηγούμενη εξάλλου ψευδαίσθηση παράγει την αίσθηση ότι η απαρεμφατική διήγηση επαναλαμβάνει την προφορική εκδοχή της ιστορίας, όπως τη λένε οι επώνυμοι διηγητές της. Συγχρόνως όμως τα δύο λέγουσι υπενθυμίζουν ότι διαβάζουμε μια γραπτή διήγηση, για τη σύνταξη της οποίας ευθύνεται ο εξωτερικός αφηγητής, δηλαδή ο Ηρόδοτος. Αν η γραπτή διήγηση του  Ηροδότου μνημειώνει μια προφορική παράδοση, τότε καταλαβαίνουμε καλύτερα και τη λειτουργία του επιλόγου, όπου γίνεται λόγος για το χάλκινο ανάθημα στο Ταίναρο, που εικόνιζε έναν άνθρωπο πάνω σε δελφίνι. Ετσι σχηματίζεται τρίβαθμη κλίμακα: εικόνα - προφορικός λόγος - γραφή· από τα τρία αυτά σήματα το τελευταίο αναδεικνύεται ως το πλέον ανθεκτικό.

Στον βαθμό μάλιστα που η διήγηση αυτή υποστηρίζει την τιμή της μουσικής και της ποίησης εις βάρος της εμπορικής φιλοχρηματίας, απροσδόκητο εξαγόμενο της ηροδότειας ιδιοφυΐας παραμένει και τούτο: μουσική και χρήματα δεν μοιράζονται με απόλυτο τρόπο ανάμεσα στον Αρίονα και στους πορθμείς, αφού και ο Αρίων μαζεύει από την τέχνη του χρηματική περιουσία στην Ιταλία και στη Σικελία, ενώ συγχρόνως οι πορθμείς αναδεικνύονται, για μια έστω στιγμή, φιλόμουσοι. Αυτόν τον ετεροβαρή αλλά όχι μονοσήμαντο αγώνα υποβάλλει εδώ ο Ηρόδοτος· γι' αυτό και δεν επιμένει στην αναμενόμενη τιμωρία των πορθμέων από τον Περίανδρο, όταν αποκαλύπτονται το ψεύδος και η πλεκτάνη τους.

Και τώρα επί του προκειμένου: λίγα πράγματα πρώτα για την παράσταση και τη λειτουργία του χώρου στην ανεκδοτολογική αυτή διήγηση.

ΙΙΙ. Όσο βρισκόμαστε ακόμη στον αφηγηματικό πρόλογο, ο χώρος δηλώνεται με τρόπο γενικό και απλώς τοπωνυμικό: Κόρινθος, Λέσβος, Μήθυμνα, Ταίναρο. Η πραγματολογική αυτή και τοπωνυμική παράσταση του χώρου επιμηκύνεται και στην αρχή της εσωτερικής διήγησης με σήματα όπως: Ιταλία, Σικελία, Τάρας και, εμμέσως πάλι, Κόρινθος. Καθώς όμως αρχίζει το διηγητικό και περιπετειώδες ταξίδι του Αρίονα (από τη στιγμή δηλαδή που το ναυλωμένο καράβι ανοίγεται στο πέλαγος), ο χώρος παύει πλέον να είναι γεωγραφικός και τοπωνυμικός, και γίνεται διηγητικός: ένα καράβι στο πέλαγος, οι πορθμείς απειλούν τον μουσικό ποιητή, γυρεύοντας να του πάρουν την περιουσία του, προβάλλοντας το δίλημμα ή να αυτοκτονήσει ο ίδιος ή να πέσει στη θάλασσα. Με την αντιπρόταση μάλιστα του Αρίονα, να τον αφήσουν οι πορθμείς, ντυμένον με όλη τη σκευή του, να τραγουδήσει πρώτα στο κατάστρωμα της πρύμνης και ύστερα δέχεται να πέσει στη θάλασσα (πρόταση που γίνεται τελικώς δεκτή από τους πορθμείς και πραγματοποιείται), ο χώρος πλέον μικροσκοπείται και μεταβάλλεται σε σκηνικό, για να υποδεχτεί μια διηγητική παράσταση: ο υποκριτής με το κοστούμι και την κιθάρα του τραγουδά στο πίσω μέρος του καραβιού τον όρθιον νόμον· οι πορθμείς τον βλέπουν και τον ακούν καθισμένοι —τυπικοί θεατές. Προφανώς έχουμε να κάνουμε με θεατρική σκηνοθεσία, η οποία υπηρετεί την κορυφαία στιγμή της εσωτερικής διήγησης.

Στο δεύτερο κεφάλαιο της ιστορίας αρχίζει ήδη η διολίσθηση στον πραγματολογικό χώρο, συντηρούνται όμως κάποια στοιχεία από τον προηγούμενο σκηνικό χώρο· επιμόνως λέγεται ότι ο Αρίων βγαίνει στο Ταίναρο και φτάνει στην Κορινθο συν τη σκευή πάση· αργότερα επιφαίνεται μπροστά στους έκπληκτους ψευδολόγους πορθμείς: ώσπερ έχων εξεπήδησε. Προφανώς η διήγηση αδιαφορεί εδώ για την πραγματολογική αλήθεια.

Συμπεραίνω: στον αφηγηματικό πρόλογο και στον αφηγηματικό επίλογο ο χώρος ελέγχεται, περισσότερο ή λιγότερο, περιληπτικός· στο κέντρο όμως της εσωτερικής διήγησης ο χώρος όχι μόνον εξειδικεύεται, αλλά σκηνογραφείται και σκηνοθετείται με θεαματικού τύπου λεπτομέρειες. Έπονται σχόλια για την παράσταση και τη λειτουργία του χρόνου στη θαυμαστή αυτή διήγηση.

Στον αφηγηματικό πρόλογο της ιστορίας, όπου προκαταβάλλονται όλα τα ουσιώδη θεματικά στοιχεία της επόμενης εσωτερικής διήγησης, ο χρόνος προδηλώνεται με τρόπο γενικό και βιογραφικό (εν τω βίω) και συνδυάζεται με τον Περίανδρο. Πρόκειται επομένως για ανοιχτό χρόνο, σχετικά αόριστο, και, κατά την εκτίμηση του Ηροδότου, πραγματολογικό.

Στις δύο εισαγωγικές περιόδους της εσωτερικής διήγησης συντηρείται για λίγο ο συντελεστής του χρόνου πάνω κάτω προς την ίδια κατεύθυνση: τον πολλόν του χρόνου διατρίβοντα παρά Περιάνδρω. Μόλις όμως ο Αρίων αναχωρεί για την Ιταλία και τη Σικελία, ο χρόνος αρχίζει να μυθοποιείται· ό,τι κυρίως ενδιαφέρει είναι η, ραγδαία πρώτα και αργή ύστερα, χρονική διαδοχή της μιας και της άλλης ενέργειας του μουσικού. Συντακτικοί φορείς της διαδοχής γίνονται οι χρονικές μετοχές, και ο συντακτικός αυτός τρόπος παρατείνεται έως το τέλος της εσωτερικής διήγησης.

Στο εσωτερικό της όμως (περισσότερο στο πρώτο κεφάλαιο, λιγότερο στο δεύτερο) ο διηγητικός χρόνος διαβαθμίζεται σε όλο και μικρότερα μερίδια, που καθ' οδόν αναλύονται σε μόρια. Τούτο σημαίνει ότι ο διηγητικός χρόνος εδώ αναπτύσσεται και διαστέλλεται στο έπακρο, καταλήγει να είναι στιγμικός.

Σχετική συστολή του διηγητικού χρόνου έχουμε στη διάμεση πρόταση των δύο κεφαλαίων, όπου επεμβαίνει εκ νέου ο εξωτερικός αφηγητής με το ρήμα λέγουσι, για να καλυφθούν το θαλάσσιο ταξίδι του Αρίονα πάνω στο δελφίνι, η άφιξή του στο Ταίναρο και η πορεία του προς Κόρινθο. Εφεξής επιστρέφουμε σε νέα διαστολή του χρόνου, ο οποίος υποδέχεται τώρα τους δύο διαδοχικούς διαλόγους του Περιάνδρου· πρώτα με τον Αρίονα, ύστερα με τους πορθμείς.

Γενικότερα, η χρήση του πραγματολογικού χρόνου είναι ευθύγραμμη και προχωρεί δίχως αντιστροφές· δρώμενα για τα οποία χρειάζεται μακρός χρόνος να συντελεστούν (η ζωή του Αρίονα στην Κόρινθο, η παραμονή του στην Ιταλία και στη Σικελία, το θαλάσσιο ταξίδι του πάνω στο δελφίνι), στο αφηγηματικό κείμενο συμπτύσσονται μόλις σε μία φράση. Αντιθέτως, δρώμενα μικρής ή και ελάχιστης διάρκειας διεκτείνονται μέσα στο κείμενο της εσωτερικής διήγησης και τελικώς σχηματίζουν το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας. Αυτή η αντίστροφη κατανομή πραγματολογικού και διηγητικού χρόνου αποδεικνύεται χαρακτηριστική της νοβελιστικής τεχνικής του Ηροδότου. Τούτο φαίνεται καθαρά, αν συγκριθεί η δική του διηγητική εκδοχή για τον Αρίονα με εκείνην που διαβάζουμε στον Πλούταρχο («Των επτά σοφών συμπόσιον», Ηθικά 18-19), όπου αναγνωρίζεται έκδηλη η προσπάθεια να συνταχθούν τα κειμενικά επεισόδια σε όγκο ανάλογο προς τον πραγματολογικό τους χρόνο.

Μια ακόμη σχετική παρατήρηση: στον κορμό της εσωτερικής διήγησης ο χρόνος είναι αδιάπτωτα συνεχής· στο σημείο όμως που αρθρώνονται τα δύο κεφάλαια (εκεί ακριβώς που παρεμβαίνει εκ νέου ο εξωτερικός αφηγητής με το δεύτερο λέγουσι) ο διηγητικός χρόνος προς στιγμήν υποχωρεί προς χάρη του πραγματολογικού.

Η προηγούμενη πρόταση, στο σύνολό της, δεν έχει χαρακτήρα αποδεικτικό· φαίνεται ωστόσο να ισχύει γενικότερα στις νουβέλες και στα ανέκδοτα του Ηροδότου —κάτι που μπορεί ο αναγνώστης να το διαπιστώσει μόνος του στα νοβελιστικά και ανεκδοτολογικά περιεχόμενα του τόμου.

Και ένα έσχατο ερώτημα: στον βαθμό που μιλούμε στην προκειμένη περίπτωση για σκηνικό χώρο και στιγμικό χρόνο της εσωτερικής διήγησης, νομιμοποιείται άραγε η υπόθεση ότι εδώ έχουμε, έμμεση τουλάχιστον, επίδραση από το αττικό δράμα, με τις δικές του χωρικές και χρονικές συμβάσεις; Η απάντηση στο προηγούμενο ερώτημα μπορεί να είναι καταφατική, αφού και από άλλες πηγές γνωρίζουμε την αναστροφή του  Ηροδότου με την τραγωδία της κλασικής πεντηκονταετίας, ειδικότερα τη σοφόκλεια.