ΕΠΕΑ ΚΑΙ ΓΡΑΜΜΑΤΑ - ΛΑΜΠΡΟΣ ΠΟΛΚΑΣ
www.epea.gr - Βρίσκεστε εδώ: Αρχική σελίδα » Νεοελληνικές Σπουδές
Λάμπρος Πόλκας, δ.φ., στην κλασική φιλολογία - Μ.Δ.Ε. στην ηλεκτρονική μάθηση - εκπαιδευτικός στη Δ.Ε.
 
Σχετικά με το epea.gr
Σύσταση
Επικοινωνία
Προσωπικά
Εργασίες ΠαΠει
Εισηγήσεις
ΚΕΓ
ΠΑΚΕ
Ψηφιακά Γράμματα
Κλασικά
Ανθρωπιστικά
Παιδεία
Κλασικές Σπουδές
Νεοελληνικές Σπουδές
Εκπαίδευση
Γραμματεία
Γλώσσα
Μετάφραση
Ενδογλωσσική
Διαγλωσσική
Web 2.0
Ιστολόγια

 


Από τον "Φιλοκτήτη" του Σοφοκλή στον "Φιλοκτήτη" του Γιάννη Ρίτσου: Πρόσωπα και προσωπεία

Δ. Ν. ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ

Μιλάνο/Βενετία/
Αθήνα 2006

Ι. Η εισήγηση επικεντρώνεται στον Φιλοκτήτη του Γιάννη Ρίτσου, συνθεμένον από τον Μάη του 1963 έως τον Οκτώβριο του 1965, ανάμεσα σε δυο εξορίες, μεταξύ Αθήνας και Σάμου. Περιέχεται στον έκτο τόμο των Απάντων, που φέρει τον τίτλο «Τέταρτη Διάσταση», όπου συντάσσονται δεκαεπτά θεατρικοί μονόλογοι της ώριμης περιόδου του ποιητή (1956-1972), από τους οποίους οι δώδεκα είναι σαφώς αρχαιόθεμοι.


Η επιλογή έχει τις αφορμές της. Ανταποκρίνεται στη δηλωμένη προτίμηση του Φιλοκτήτη από τον αξέχαστο Μίνωα Βολανάκη, που τον θεωρούσε, ποιητικά και θεατρικά, τον αρτιότερο μονόλογο της «Τέταρτης Διάστασης», μολονότι δεν πρόλαβε να πραγματοποιήσει τη σκηνική διδασκαλία του. Συμμερίζομαι ανεπιφύλακτα την εκτίμηση αυτή ενός ανθρώπου, που ανέδειξε, πρώτος και με παραδειγματικό ερμηνευτικό τρόπο, τον αρχαιόθεμο Ρίτσο της «Τέταρτης Διάστασης».

Μία ακόμη, προσωπικότερη, αφορμή: τον τελευταίο καιρό βρίσκομαι στον αστερισμό του Γιάννη Ρίτσου. Με ενισχυμένη μάλιστα την παλιά μου προσήλωση στον ποιητή, που ξεκίνησε ήδη το 1973, δηλωμένη στην προδρομική εκείνη Πολυκριτική, που δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος του περιοδικού Συνέχεια. Η ενίσχυση αυτή οφείλεται στον πρόσφατο εντοπισμό περίπου εξήντα, περιορισμένης έκτασης, ποιημάτων του Ρίτσου, αφορμισμένων από την Ιλιάδα, την Οδύσσεια και τον Επικό Κύκλο, διάσπαρτων στην πολύτομη ποιητική παραγωγή του. Τα ονόμασα «Μικρά Ομηρικά», πιστεύοντας πως καθιστούν τον Ρίτσο, μαζί με τις αρχαιόθεμες συνθέσεις της «Τέταρτης Διάστασης», τον σημαντικότερο, απο ποσοτική και ποιοτική άποψη, αρχαιόμυθο ποιητή μας.

Ξεστρατίζοντας λίγο ακόμη από τον κεντρικό στόχο της εισήγησης, παραθέτω, ως δείγμα της παράπλευρης αυτής σοδειάς, το μικρό ομηρικό «Μετά την Τροία», γραμμένο στο Καρλόβασι τον Δεκέμβριου του 1987 και δημοσιευμένο στη μεταθανάτια συλλογή «Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα»:

Κλειστές οι πόρτες πια στη γενναιοδωρία των άστρων.

Τα παιδιά έχουν μεγαλώσει. Οι άλλοι έχουν φύγει.

Στο μικρό υπνοδωμάτιο μια κούκλα σπασμένη.

Το αλογάκι του Νεοπτόλεμου έχει μείνει

στον σκοτεινό διάδρομο με τ’άσπρα και τα μαύρα

πλακάκια. Κανένας

δεν το καβαλικεύει πια. Και τ’ άλλο το μεγάλο, το κούφιο,

το κατοικούν κατσαρίδες κι αράχνες· δεν ξεγελάει

ούτε εχθρούς ούτε φίλους. Οι αλλοτινές σημαίες στο μπαούλο,

μαζί με τ’αποκριάτικα ρούχα, χωρίς ναφθαλίνη·

θα τά ’χει φάει ο σκόρος. Τί ωραία που τό ’πε

εκείνος ο τρελός φιλόσοφος μιαν άγρια νύχτα

«ανέβασα τη στάχτη μου στο βουνό» – και σώπασε για πάντα.

ΙΙ. Επιστρέφω τώρα στον Φιλοκτήτη του Ρίτσου, τον πιο παράτολμο και τον πιο αινιγματικό θεατρικό μονόλογο της «Τέταρτης Διάστασης», καθώς εδώ έχουν ανατραπεί βασικές (μυθολογικές, θεματικές, ηθολογικές και ιδεολογικές) προϋποθέσεις της ομώνυμης σοφόκλειας τραγωδίας. Για να φανούν οι μεγάλες αυτές ανατροπές, υπενθυμίζεται, με κάθε δυνατή συντομία, ο μύθος του αρχαίου δράματος, το οποίο διδάχτηκε το 409 π.Χ. και κατέκτησε το πρώτο βραβείο.

Ο Φιλοκτήτης, γιος του Ποίαντα και της Δημώνασσας, θεσσαλικής καταγωγής, έχοντας κληρονομήσει το τόξο και τα βέλη του Ηρακλή, συμμετέχει στην τρωϊκή εκστρατεία με επτά πλοία και πενήντα τοξότες. Αλλά προτού φτάσει στην Τροία, εγκαταλείπεται, με πρωτοβουλία του Οδυσσέα, μόνος στην έρημη Λήμνο, επειδή η αποφορά και ο αβάστακτος πόνος της ανίατης πληγής του στο πόδι, από δήγμα φιδιού στο μικρό νησί της Χρύσης, τον κατέστησαν ανυπόφορο και περιττό στους άλλους Ελληνες. Ωσότου, αιχμάλωτος των Ελλήνων ο ΄Ελενος, μαντεύει ότι η άλωση της Τροίας εξαρτάται από την επιστροφή του σακατεμένου ήρωα, μαζί με το τόξο και τα βέλη του, στο ελληνικό στρατόπεδο. Οπότε ο κατά παράδοση δόλιος Οδυσσέας αναλαμβάνει να φέρει σε πέρας την εκβιαστική αυτή εντολή της συνέλευσης των Αχαιών, χρησιμοποιώντας ως δόλωμα τον νεαρό Νεοπτόλεμο, γιο του Αχιλλέα. Ο οποίος πείθεται αρχικά να παραπλανήσει τον Φιλοκτήτη, με τη ψευδή υπόσχεση ότι, (αγανακτημένος και ο ίδιος από την αχαριστία των Ατρειδών, που του στέρησαν τα όπλα του πατέρα του προς όφελος του Οδυσσέα) επιστρέφει τώρα στη Φθία και είναι πρόθυμος να τον πάρει μαζί του. Ο Φιλοκτήτης, τον εμπιστεύεται και του παραδίδει τόξο και βέλη, αναμένοντας τη σωτήρια επιστροφή του στην πατρίδα. Κι ενώ το δόλιο σχέδιο του Οδυσσέα φαίνεται να τελεσφορεί, την τελευταία στιγμή ο Νεοπτόλεμος συνέρχεται, συγκινημένος από την ευπιστία και το παράφορο πάθος του Φιλοκτήτη, και, παρά την πίεση του Οδυσσέα, αρνείται να συντελέσει στην απαγωγή και στην κατακράτηση του τόξου, έτοιμος να πραγματοποιήσει τώρα την αρχική του πλαστή υπόσχεση. Το αδιέξοδο αίρεται στην έξοδο της σοφόκλειας τραγωδίας, με την επιφάνεια του Ηρακλή, που πείθει τον Φιλοκτήτη να προχωρήσει, με το τόξο και τα βέλη του, στην Τροία, προκειμένου να ευοδωθεί η άλωσή της, ενώ συγχρόνως τον διαβεβαιώνει για τη θεραπεία εκεί της δύσοσμης και μαραγκιασμένης πληγής του.

Προτελευταία από τις σωζόμενες τραγωδίες του Σοφοκλή ο Φιλοκτήτης, θεωρείται, και είναι, έργο οριακής ωριμότητας. ΄Οπου το θέμα της σωματικής αναπηρίας συμβάλλεται με το θέμα της απόλυτης εγκατάλειψης, η οποια εξελίσσεται, εξαιτίας του αβάστακτου πόνου, σ' ένα είδος εξαγρίωσης του τοξότη ήρωα. Στοιχεία που καθιστούν την τραγωδία αυτή κατά κάποιον τρόπο δίδυμη με την τελευταία τραγωδία του Σοφοκλή, τον Οιδίποδα επί Κολωνώ, η οποία επέχει θέση δραματικής διαθήκης. Υπάρχουν εξάλλου σημαντικές αναλογίες ανάμεσα στα δύο δράματα. Λόγου χάριν: στη μαραγκιασμένη πληγή του Φιλοκτήτη αναλογούν η αυτοτύφλωση του Οιδίποδα και η άθλια εμφάνισή του· στην απάνθρωπη εγκατάλειψη του ενός η εκβιαστική εξορία του άλλου· στη δολιότητα του Οδυσσέα, για μεταφορά του Φιλοκτήτη στην Τροία, η αντίστοιχη ίντριγκα του Κρέοντα για βίαιη επαναφορά του Οιδίποδα στη Θήβα, ώστε να εξασφαλιστεί ο, εντεταλμένος από το μαντείο των Δελφών, ενταφιασμός του στα όρια της πόλης.

Ελάχιστα ωστόσο θέματα και μοτίβα της ομώνυμης σοφόκλειας τραγωδίας ανακλώνται στον Φιλοκτήτη του Ρίτσου, κι αυτά παραλλαγμένα. Γενικότερα: η προσεκτική παρατήρηση δείχνει ότι η αφαίρεση και η παράλλαξη συστατικών στοιχείων της υπόθεσης και της πλοκής του αρχαίου προτύπου σκοπεύουν στη μετακίνηση του λόγου από το πεδίο της εξωτερικής δράσης στο εσωτερικό τοπίο της συνείδησης. Σάμπως να σπάζει το συνεκτικό κέλυφος του πρότυπου μύθου, για να αποκαλυφθούν οι κρυμμένοι σπόροι της. Οπότε η σαφήνειά του μεταβάλλεται σε ασάφεια και η ασάφεια σε σαφήνεια· το έξω μέσα δηλαδή – αλλά και αντιστρόφως. Τούτο προφαίνεται ήδη στη σκηνική και σκηνοθετική οδηγία, με την οποία προλογίζεται ο δραματικός μονόλογος του Ρίτσου. Αντιγράφω:

Καλοκαιριάτικο απόγευμα. Σε μια ερημική ακρογιαλαά νησιού –ίσως της Λήμνου. Τα χρώματα σβήνουν λίγο λίγο. ΄Ενα καράβι αραγμένο στον βραχώδη ορμίσκο. Ακούγονται φωνές και γέλια των ναυτών που λούζονται, γυμνάζονται, παλεύουν, λίγο πιο κάτω. Εδώ, έξω από μια βραχοσπηλιά, διαμορφωμένη σε κατοικία, κάθονται δυο άντρες – ο ένας ωραίος, γενειοφόρος, ώριμος, με αρρενωπή, πνευματική μορφή· ο άλλος, γεροδεμένος νέος, με φλογερά, ερευνητικά και ερωτικά μάτια. ΄Εχει κάτι από τα χαρακτηριστικά του Αχιλλέα, μα κάπως πιο εκπνευματωμένα,, σαν να είναι ο γιος του, ο Νεοπτόλεμος. ΄Ενα φτενό, αφανές φεγγάρι, μετακινείται αόριστα κι αργά κάπου στον ουρανό, ασημί, μέσα στις παρατεταμένες, τριανταφυλλιές και μενεξελιές, αντάγειες του ηλιοβασιλέματος. Φαίνεται πως ο ώριμος άντρας, ύστερα από χρόνια μόνωσης και σιωπής, είχε μιλήσει πολύ στον Νέο, σ’ αυτόν τον απροσδόκητο επισκέπτη, που είχε φτάσει μόλις πριν δύο ώρες, και τώρα σωπαίνει πάλι, βαθύς, κορεσμένος, κουρασμένος από μιαν άλλη, ανώφελη κι αυτήν, μα ανθρώπινη, κούραση και θλίψη. Μια αόριστη τύψη σκιάζει το ευρύ μέτωπό του. Ωστόσο παρατηρεί ακόμη το εξαίσιο πρόσωπου του Νέου, σαν κάτι να περιμένει. Στο βάθος της σπηλιάς αντιλάμπουν πότε πότε τα όπλα του –η μεγάλη καλοδουλεμένη ασπίδα του με παραστάσεις από τους άθλους του Ηρακλή, και τα τρία φημισμένα του δόρατα –μοναδικά στο είδος τους. Ο Νέος σαν να παίρνει μια δύσκολη απόφαση, αρχίζει να μιλάει.

Σχολιάζω, παραφράζοντας, για να φανούν οι διαφορές από τη σοφόκλεια σύνθεση. Εδώ το πρωινό γίνεται καλοκαιρινό απόγευμα. Το έρημο νησί είναι και δεν είναι πια η Λήμνος. Οι ναύτες του τραγικού Χορού μεταμορφώνονται σε φωνές και γέλια φασματικών εφήβων. Η πέτρινη, αφιλόξενη σπηλιά του Σοφοκλή σχεδόν καλλωπίζεται σε σκηνικό «διαμορφωμένης κατοικίας». Μπροστά στο οποίο κάθονται δυό άντρες: ο ένας, ο ώριμος, δεν κατονομάζεται· ο άλλος φέρνει κάπως στον γιο του Αχιλλέα. Μόλις έχει τελειώσει τον φιλόξενο λόγο του ο γενειοφόρος άντρας, και βυθίζεται ξανά στη θλιμμένη του σιωπή. Σειρά τώρα του νέου να μιλήσει.

Οι σκηνογραφικές λοιπόν και σκηνοθετικές αποκλίσεις, προσώπων και πραγμάτων, από το ομώνυμο σοφόκλειο δράμα, είναι ήδη πολλές και χαρακτηριστικές. Και όπου ακόμη υποδηλώνονται ταυτίσεις, παίζουν στο περίπου, στο σαν. Απομένει τώρα να εντοπιστούν τα άλλα, σημαντικότερα, παραλειπόμενα της σοφόκλειας τραγωδίας στον ομώνυμο μονόλογο του Ρίτσου.

Από τα έξι, μαζί με τον Χορό, πρόσωπα του αρχαίου δράματος υπολείπονται εδώ μόλις δύο: εξαφανίζεται ο Οδυσσέας, δεν επιφαίνεται ο Ηρακλής, απουσιάζει και η μορφή του σκοπού-εμπόρου, ενώ ο Χορός παραμένει μέχρι τέλους αόρατος. Κι ακόμη: το ηράκλειο τόξο με τα βέλη του, παραδοσιακό σύμβολο του τοξότη Φιλοκτήτη, στο οποίο κυρίως σκοπεύει η ίντριγκα του Οδυσσέα στο σοφόκλειο δράμα, εδώ επιδεικτικώς αγνοείται. Τούτο σημαίνει ότι ο κληρονομικός σύνδεσμος τοξότη Ηρακλή και τοξότη Φιλοκτήτη απωθείται. Οπότε ο Φιλοκτήτης, χωρίς τα ηράκλεια σύνεργά του, αυτονομείται και η επιχείρηση της απαγωγής στην Τροία αλλάζει πια τρόπο και νόημα.

Η ανατρεπτική ωστόσο παράλλαξη της μορφής του Φιλοκτήτη στον Ρίτσο αναγνωρίζεται περισσότερο στην πλήρη μεταμόρφωση του ήρωα: το δήγμα του φιδιού ακούγεται υπαινικτικά μόνο και καθυστερημένα στον μονόλογο του Νεοπτόλεμου, χωρίς τα οδυνηρά και αποκρουστικά τραγικά του συμπτώματα. Αντ’ αυτού ο Φιλοκτήτης του Ρίτσου εμφανίζεται επί σκηνής, όπως είδαμε, όχι μόνο σωματικά ακέραιος αλλά και ωραίος, αρρενωπός στην ωριμότητά του, με έκδηλη πνευματικότητα, που την υποστηρίζουν ο κορεσμός του από τις πολιτικές ραδιουργίες και η βαριά του θλίψη για τα ανθρώπινα πάθη και λάθη. Από το σοφόκλειο επομένως δράμα απομένει μόνο η χρόνια εγκατάλειψη στο έρημο νησί του Φιλοκτήτη, που τώρα επιχειρείται η μετακίνησή του, προκειμένου να εξασφαλιστεί η νίκη των Αχαιών στην Τροία. Με τούς όρους αυτούς αναρωτιέται κανείς προς τα πού πάει ο φυγόκεντρος αυτός δραματικός μονόλογος του Ρίτσου. Πρόκειται για ερώτημα στο όριο του αινίγματος, που δεν επιδέχεται εύκολη και μονοσήμαντη λύση.

ΙΙΙ. Το αίνιγμα περιπλέκεται ακόμη περισσότερο, καθώς κατ’ εξαίρεση και παρά τον τίτλο του, ο δραματικός αυτός μονόλογος δεν εκφέρεται, όπως θα περιμέναμε, από τον Φιλοκτήτη. Ο οποίος περιορίζεται εδώ στον ρόλο του σιωπηλού ακροατή ενός μονολόγου, ο οποίος αποδίδεται εξ ολοκλήρου στον νεαρό επισκέπτη του: ας πούμε στον Νεοπτόλεμο. Ο δικός του διεξοδικός λόγος, που σύμφωνα με τη σκηνοθετική οδηγία προηγήθηκε, παραμένει τώρα αμετάδοτος στον ακροατή-θεατή, άγνωστος επομένως ως προς το ακριβές περιεχόμενό του. Ο μόνος που τον έχει ακούσει και κατά κάποιον τρόπο ανταποκρίνεται σ’ αυτόν είναι ο Νεοπτόλεμος. Παρά πάσαν όμως προσδοκία ο νεαρός επισκέπτης αναλώνει την ανταπόκρισή του, μιλώντας κυρίως για τον εαυτό του, ελάχιστα για τον ίδιο τον Φιλοκτήτη. Στην πραγματικότητα ο Φιλοκτήτης συστήνεται στον ακροατή-θεατή του μονολόγου μέσω της ακροαματικής σιωπής του.

Πρόκειται επομένως για αμοιβαία έλξη λόγου και σιωπής δύο διαφορετικών στην ηλικία προσώπων (ενός νέου και ενός ώριμου άντρα), η οποία ορίζει το μαγνητικό πεδίο της διασταύρωσής τους, με υποθετικό σημείο αναφοράς ομόλογες τραυματικές εμπειρίες (ορατές και αόρατες πληγές), οι οποίες προέκυψαν ως παρενέργειες του τρωικού πολέμου σε διαφορετικό τόπο και χρόνο για τον καθένα. Αυτές τώρα με τον μονόλογο του Νεοπτόλεμου έμμεσα ανταλλάσσονται.

Είπα ήδη ότι ο Νεοπτόλεμος μονολογεί κυρίως για τον εαυτό του. Σχεδόν αυτοβιογραφείται, υπογραμμίζοντας τις παραμορφωτικές μεταλλαγές που επέφεραν στις διαδοχικές φάσεις του βίου του ο εκβιαστικός απόηχος στην αρχή και η σκληρή πραγματικότητα μετά του τρωικού πολέμου. Σπίτι και στρατόπεδο, Φθία και Τροία, ο αυταρχικός, εξαιτίας της μεγάλης του φήμης, πατέρας και η παράμερη σκιά της μάνας, η μοναχική φαντασίωση της εφηβείας και η υποχρεωτική συμβίωση της στράτευσης, όλα αυτά έκοψαν τη ζωή του στα δύο. Εντέλει τα προσωπικά αισθήματα κι η αισθητική του όρεξη υποχώρησαν στο συλλογικό, εξ αποτελέσματος βάναυσο, χρέος του πολεμιστή.

Πρόκειται μάλλον για απροσδόκητη εξομολόγηση του νεαρού Νεοπτόλεμου, που φαίνεται να την προκαλεί η σιωπηλή παρουσία του ώριμου Φιλοκτήτη, δημιουργώντας την αίσθηση αμοιβαίου αντικατοπτρισμού. Κατά τα άλλα οι αναφορές του Νεοπτόλεμου στα πάθη του Φιλοκτήτη, είναι, όπως είπα, ελάχιστες, συναρτημένες με τις προσφωνήσεις του, κυρίως στην αρχή και στο πέρας του μονολόγου του. Θα τις εκτιμήσουμε στη συνέχεια της εισήγησης.

ΙV. Προηγουμένως διαβάζω την αρχική προσφώνηση του Νεοπτόλεμου, για τα νοούμενα και τα υπονοούμενα της:

Σεβάσμιε φίλε, ήμουνα βέβαιος για τη βαθιά σου κατανόηση. Εμείς οι νεότεροι

που κληθήκαμε, όπως λένε, την ύστατη στιγμή για να δρέψουμε τάχα

τη δόξα την ετοιμασμένη με τα δικά σας όπλα

με τις δικές σας πληγές, με τον δικό σας θάνατο,

γνωρίζουμε κι εμείς κι αναγνωρίζουμε, κι έχουμε, ναι, κι εμείς τις πληγές μας

σ’ άλλο σημείο του σώματος – πληγές αθώρητες

χωρίς το αντίβαρο της περηφάνειας και του αξιοσέβαστου αίματος

του χυμένου σε ορατές μάχες, σε ορατά αγωνίσματα.

Περιορίζομαι σε δύο γενικές παρατηρήσεις. Η πρώτη αφορά στον πληθυντικό αριθμό, στον οποίο επιμένει ο Νεοπτόλεμος, τόσο για τον εαυτό του όσο και για τον ακροατή του. Το εμείς ακούγεται με έμφαση τρεις φορές. Το σεις υπόκειται στο κτητικό σας, που επαναλαμβάνεται επίσης τρεις φορές. Με τον τρόπο αυτόν διακρίνονται και συγκρίνονται δύο γενιές: η ώριμη του Φιλοκτήτη και η νεότερη του Νεοπτόλεμου. Στην μία, την ώριμη, αναγνωρίζονται συντελεσμένα έργα (δόξα, πληγές, θάνατος, χυμένο αίμα, περηφάνεια), που η νεότερη γενιά καταχρηστικά τα οικειοποιείται. Συγχρόνως όμως και τα εσωτερικεύει, μετατρέποντάς τα σε υπαρξιακά βιώματα. Και στις δύο πάντως περιπτώσεις τα προσωπικά πάθη μετατρέπονται σε συλλογικά· τροπή που αφήνει μάλλον ακάλυπτη την ειδική περίπτωση του Φιλοκτήτη, αποσιωπώντας προς το παρόν την εγκατάλειψη και την απομόνωσή του στο έρημο νησί της Λήμνου.

Δεύτερη παρατήρηση: ο Νεοπτόλεμος, μαζί με τον σεβασμό του, αναγνωρίζει και τη βαθιά κατανόηση του συνομιλητή του (στην πραγματικότητα του σιωπηλού ακροατή του). Κατανόηση στο πλαίσιο ενός προηγούμενου διαλόγου, που εδώ υπονοείται, με τη βεβαιότητα της ευνοϊκής υποδοχής τώρα και του μονολόγου.

Από τις ενδιάμεσες αυτοβιογραφικές, αστράτευτες ακόμη, εξομολογήσεις του Νεοπτόλεμου προς τον Φιλοκτήτη, αντιγράφω τα στοιχεία εκείνα που σχηματίζουν τα παραπληρωματικά πορταίτα του πατέρα του και της μάνας του, ανάμεσα στα οποία ταλαντεύθηκε ο έφηβος γιος. Προηγείται το προφίλ του πατέρα:

Ο πατέρας δεν αγαπούσε τ’αγάλματα. Ποτέ δεν τον είδα

να στέκεται μπροστά σε κάποιο –ίσως κιόλας ο ίδιος

νά’τανε το άγαλμα του εαυτού του, ένα άγαλμα χάλκινο

αγέρωχου, απλησιάστου ιππέα. Και μόνον

η φιλία του εκείνη με τον Πάτροκλο

τον έφερνε κάπως κοντά μου, σα να κατέβαινε

με φαρδιές δρασκελιές  απ’το βάθρο του

και να χάνονταν κάτω απ’τα δέντρα.

΄Επεται το πορτραίτο της μητέρας:

Κι η μητέρα, ένας ίσκιος κι αυτή, διάφανος ίσκιος,

ανάλαφρος και μακρινός – μια τρυφερότητα παρούσα

μέσα στη διαρκή απουσία της. Οι άντρες,

γυρίζοντας απ’το κυνήγι, λίγο πριν φτάσουν στο σπίτι,

βλέπαν, πίσω απ’τα δέντρα, το δυτικό παράθυρο

σαν κρεμασμένο απ’τα κλαδιά, μετέωρο, μόνο του,

κι εκεί, μέσα στη σκοτεινή κορνίζα του, η μητέρα

σαν κρεμασμένη κι αυτή, να κοιτάζει μακριά

Μια ακόμη ενδιάμεση ομολογία του Νεοπτόλεμου, τώρα της στρατευμένης ζωής του:

΄Αλλοτε πάλι, τα μεγάλα μεσημέρια, σ’ ένα διάλειμμα της μάχης,

ή σε ώρα πορείας, σ’ένα σταμάτημα, νιώθαμε μονομιάς πως διψούσαμε –

τίποτ’αλλο: διψούσαμε. Δεν ονομάζαμε το νερό και τη δίψα μας·

σκύβαμε μόνο αμήχανοι, κοιτούσαμε πέρα, κρατώντας

μια εικόνα αντεστραμμένη απο τοπία, ανθρώπους κι από μας τους ίδιους,

μια εικόνα απατηλή, συγγνωστική, διαυγή, τεθλασμένη,

σάμπως καθρεφτισμένη στο νερό. Και νερό δεν υπήρχε. Διψούσαμε.

Προχωρώ τώρα στις αποστροφές του νέου προς τον ώριμο άντρα στην έξοδο πια του μονολόγου. Πρόκειται για διαδοχικά σήματα, που διερμηνεύουν κάπως την αινιγματική συμπεριφορά του Φιλοκτήτη. Αποσπώ και συντάσσω στίχους που σχηματίζουν την ερμηνευτική αυτή κλίμακα:

Σήμα πρώτο:

΄Ισως κι εσύ, μια τέτοια νύχτα, μέσα στις αντίρρροπες 

φωνές των συμπολεμιστών σου, ν’ άκουσες ολοκάθαρα

την απουσία της δικής σου φωνής.

Σήμα δεύτερο:

΄Ισως  κι εσύ, μια ανάλογη στιγμή, σεβάσμιε φίλε, θ’αποφάσισες

ν’αποσυρθείς. Τότε, θαρρώ, θ’ αφέθηκες να σε δαγκώσει

το φίδι του βωμού.

Σήμα τρίτο:

Εσύ  μονάχος κρέμασες στο δέντρο το άδειο σου πουκάμισο

για να παραπλανήσεις τους περαστικούς, να πούνε «πέθανε»·

κι εσύ κρυμμένος πίσω από τους θάμνους, ακούγοντας

πως νεκρόν πια σε θεωρούσαν, να ζήσεις

σ’ όλο το μήκος της δικής σου αίσθησης· και τότε θα μπορούσες

να φορέσεις ξανά το πουκάμισο του εικονικού σου θανάτου,

ώσπου να γίνεις (όπως έγινες) η μεγάλη σιωπή της ύπαρξής σου.

Θα αποφύγω τα σχόλια, που τα θεωρώ στην προκειμένη περίσταση περιττά. Συμπεραίνω μόνο ότι ο Φιλοκτήτης του Ρίτσου μεταμορφώνει τη βίαιη εγκατάλειψή του στο νησί της Λήμνου (μια μορφή απόλυτης εξορίας) σε μοναχική αναχώρηση, για να κατακτήσει και να περισώσει την ανθρώπινη αυταξία, εναλλάσσοντας τον φλύαρο λόγο με τη στοχαστική σιωπή. ΄Ετσι ο παραδοσιακός τοξότης γίνεται τώρα μοναχικός ασκητής, μακριά από όσους τον απέρριψαν σ’ ένα έρημο νησί και τώρα τον θέλουν πίσω, μαζί με τα πολεμικά του όπλα, για να πετύχουν με την παρουσία του, ύστερα από δέκα ολόκληρα χρόνια, την άλωση της Τροίας.

Ο Νεοπτόλεμος έχοντας αναλάβει τον ρόλο του διαμεσολαβητή, αισθάνεται τις δίκαιες αντιστάσεις του Φιλοκτήτη, αλλά επιμένει παρακλητικά. Προσφέροντας μάλιστα μια προσωπίδα, που θα προφυλάξει στο στρατόπεδο της Τροίας τον Φιλοκτήτη από τα βάναυσα βλέμματα όσων δεν υποπτεύονται και δεν μπορούν να εκτιμήσουν το ασκημένο και απελευθερωμένο του πρόσωπο. Ομολογεί και ικετεύει:

Γι’ αυτό τουλάχιστον, γύρνα μαζί μας. Τον περήφανο πόνο

της ασυντρόφευτης αγιοσύνης σου, δεν θα τον μαρτυρήσω σε κανένα.

Κανένας δεν θα καταλάβει ούτε κανένας ποτέ θα τρομάξει

απ’ την ανέγγιχτη ευφροσύνη  της ελευθερίας σου.

Το προσωπείο της δράσης, που σου έχω φέρει κρυφά μες στον γυλιό μου, θα καλύψει

το διάφανο, μακρινό πρόσωπό σου. Φόρεσέ το. Πάμε.

Και προσθέτει:

Πέρασαν πια τα δέκα χρόνια. Πλησιάζει το τέλος.

΄Ελα να δεις ό,τι πρόβλεψες. Να δεις με τί λάφυρα

ανταλλάξαμε τόσους νεκρούς· με τις δικές μας εχθρότητες

ανταλλάξαμε  τους παλιούς μας εχθρούς. Μέσα στα ερείπια

που οι στήλες των καπνών θα υψώνονται κάθετα προς τον ήλιο,

ανάμεσα στους σκοτωμένους, τις πεσμένες ασπίδες, τους τροχούς των δίφρων

ανάμεσα στους γόους των νικημένων και των νικητών, το δικό σου

νοητικό χαμόγελο, μειλίχιο χαμόγελο, θα μας είναι ένα φέγγος,

η δική σου επιείκεια και σιωπή, μια πυξίδα...

Για να καταλήξει:

Ιδού το προσωπείο που σου έφερα. Φόρεσέ το. Πηγαίνουμε.

Εδώ τελειώνει το κείμενο του μονολόγου. Την αντίδραση του Φιλοκτήτη στην παρακλητική προσφορά του Νεοπτόλεμου τη μαθαίνουμε από το επιλογικό σχόλιο του Ρίτσου, που συνιστά σκηνική πάλι οδηγία. Ο Φιλοκτήτης τελικώς ενδίδει, αλλά απορρίπτει το προσωπείο, που του προσέφερε ο Νεοπτόλεμος, στο χώμα. Αν είναι να επιστρέψει από την ερημιά στη συντροφικότητα, από την σιωπή στον διάλογο, από τη στοχαστική μοναξιά στην πολεμική σύμπραξη, θα το κάνει με το πρόσωπο του ακάλυπτο· περιττεύει στην περίπτωσή του η υποκριτική προσωπίδα. Καθώς ωστόσο προχωρεί ανάμεσα στις πέτρες και στα αγκάθια, το γυμνό πρόσωπο του πάει να εξομοιωθεί με το προσφερόμενο προσωπείο, και αντιστρόφως. Που σημαίνει ότι: ο ποιητής Φιλοκτήτης θα συμμαχήσει με τον πολεμιστή, τον αγωνιστή Φιλοκτήτη. Το επιβάλλουν οι περιστάσεις. Το επιβάλλει και η διπλή ιδιότητα του Ρίτσου: ποιητική και συνάμα πολιτική. Προσοχή όμως: η συμμαχία αυτή επιφυλάσσεται για τον πεζόμορφο επίλογο ενός δραματικού μονολόγου, αφού στο μεταξύ το ποιητικό κείμενο έχει εξαντληθεί.

Εν είδει υστερογράφου, θέτω το παράτολμο ερώτημα αν στη σύνθεση αυτή του Γιάννη Ρίτσου, που επιγράφεται Φιλοκτήτης και αποτελεί, ανατρεπτική έστω, αναφορά στον Φιλοκτήτη του Σοφοκλή, υπόκειται μια συγκεκριμένη εμπειρία, προσωπική και συλλογική, η οποία εγγράφεται στον κύκλο που τέμνεται από τις διαμέτρους της ποίησης της πολιτικής. Υπαινίχθηκα ήδη ότι η βίαιη εγκατάλειψη του σοφόκλειου Φιλοκτήτη στην έρημη Λήμνο μεταφράζεται στον Φιλοκτήτη του Ρίτσου σε συνθήκη οριακής εξορίας και απομόνωσης. Αν έχω δίκιο προσφεύγοντας στον συνειρμό αυτόν, τότε μπορούμε να εξηγήσουμε, ως ένα βαθμό τουλάχιστον, γιατί και πώς κατέφυγε ο εξόριστος Ρίτσος στον ομώνυμο σοφόκλειο ήρωα και στο δράμα του. Θέλησε, ίσως, αντιστρέφοντας σε κρίσιμα σημεία την αντίδραση του σοφόκλειου Φιλοκτήτη, να υποδηλώσει ότι υπάρχει, παρά ταύτα τρόπος υπέρβασης του μαρτυρίου.

Αν δεχτούμε ότι ο Φιλοκτήτης του Σοφοκλή οδηγήθηκε σε μια μορφή εξαγρίωσης, που την προκάλεσαν η εγκατάλειψή του, ο αφόρητος πόνος, η αποφορά της μαραγκιασμένης του πληγής, η έλλειψη ανθρώπινης στέγης και τροφής, ο Φιλοκτήτης του Ρίτσου μοιάζει να παρακάμπτει τον κίνδυνο αυτής της εξόριστης εξαγρίωσης, μετατρέποντας κατά κάποιον τρόπο τα αρνητικά της σήματα σε θετικά: την παραλυτική απομόνωση σε αναστοχαστική μοναξιά, την πείνα και την πενία σε ασκητισμό, τον σωματικό πόνο σε εγρήγορση και σε έλεγχο των αισθήσεων και του νου.

Όσοι βρέθηκαν στα νησιά και στα στρατοπέδα εξορίας κοντά στον Ρίτσο, μαρτυρούν για την παραδειγματική αυτή μέθοδο αντίστασης στην απειλή της εξαγρίωσης. Ας πούμε πως πρόκειται όχι τόσο για μέθοδο εξασφαλισμένου και ασφαλούς ανθρωπισμού όσο για μέθοδο επίμονου εξανθρωπισμού κάτω από απάνθρωπες συνθήκες. Η ποίηση τότε μπορεί γίνει βιωματικός και εκφραστικός αγωγός εσωτερικής ανθρωπιάς που δεν χαρίζεται αλλά αγωνίζεται να κρατηθεί στα πόδια της. Δανείζοντας υπό όρους τα όπλα της στην πολιτική, σε ώρα έσχατης ανάγκης. ΄Ενας από τους όρους αυτούς είναι και η απόρριψη των προσωπείων. Εδώ όμως πρέπει να σταματήσω.