ΕΠΕΑ ΚΑΙ ΓΡΑΜΜΑΤΑ - ΛΑΜΠΡΟΣ ΠΟΛΚΑΣ
www.epea.gr - Βρίσκεστε εδώ: Αρχική σελίδα » Νεοελληνικές Σπουδές » Πεζογραφία
Λάμπρος Πόλκας, δ.φ., στην κλασική φιλολογία - Μ.Δ.Ε. στην ηλεκτρονική μάθηση - εκπαιδευτικός στη Δ.Ε.
 
Σχετικά με το epea.gr
Σύσταση
Επικοινωνία
Εργογραφία
Βιβλία-μελέτες
Κείμενα σε τόμους
¶ρθρα σε περιοδικά
Δημοσιεύσεις
Εφαρμογής
Θεωρητικά
η-βιβλία
Μεταφραστικά
Εισηγήσεις
Συνέδρια
Ημερίδες
Σεμινάρια
Web 2.0
Ιστολόγια
Wikis σχολικά
Wikis ΚΣΕ
Zotero
Flickr
Scoopit
Ιστοσελίδες
Φιλοσοφικός λόγος
1ο Πειραματικό
Διάφορα
Παρουσιάσεις
Τεχνολογικά ΠαΠει

 


Παραμεθόριος πεζογραφία: το παράδειγμα του Σωτήρη Δημητρίου

Δ. Ν. ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ

Κειμενοφιλικά,
Αθήνα 1997

Ο παραμεθόριος, καλύτερα ο μεθοριακός, χαρακτήρας της πεζογραφίας του Σωτήρη Δημητρίου ελέγχεται σε πολλά επίπεδα, εκτός της ανθρωπογεωγραφίας. Γιατί στο διηγηματικό και μυθιστορηματικό του έργο συγχέονται: οι χώροι και οι χώρες· ο χρόνος και οι χρόνοι· το φυσικό με το αφύσικο· η φιλανθρωπία με το έγκλημα· η ρεαλιστική αίσθηση με την υπερρεαλιστική παραίσθηση· ο νηφάλιος λόγος με το παραλήρημα· το τραγούδι με τη χυδαιολογία.


Ι. Η περίπτωση του Σωτήρη Δημητρίου μου φαίνεται εξαιρετική, τόσο με την έννοια της διαφοράς όσο και με το μέτρο της αξίας. Τρία τουλάχιστον στοιχεία δικαιολογούν την προηγούμενη πρόκριση· η οικονομία του λόγου· η γνησιότητα του πεζογραφικού ήθους· η έλλειψη συγγραφικού ναρκισσισμού — συνδυασμός σπάνιος στην πρόσφατη νεοελληνική πεζογραφία.

Ο παραμεθόριος, καλύτερα ο μεθοριακός, χαρακτήρας της πεζογραφίας του Σωτήρη Δημητρίου ελέγχεται σε πολλά επίπεδα, εκτός της ανθρωπογεωγραφίας. Γιατί στο διηγηματικό και μυθιστορηματικό του έργο συγχέονται: οι χώροι και οι χώρες· ο χρόνος και οι χρόνοι· το φυσικό με το αφύσικο· η φιλανθρωπία με το έγκλημα· η ρεαλιστική αίσθηση με την υπερρεαλιστική παραίσθηση· ο νηφάλιος λόγος με το παραλήρημα· το τραγούδι με τη χυδαιολογία. Σ' αυτήν την κινούμενη άμμο κυκλοφορούν οι ήρωες του Δημητρίου, αν επιτρέπεται στην περίπτωσή του να γίνεται λόγος για ήρωες.

Γενικότερα ο πεζογραφικός κόσμος του Σωτήρη Δημητρίου ελέγχεται έκκεντρος, επειδή αυτή είναι η ιστορική, κοινωνική, αλλά και λογοτεχνική του μοίρα. Το κέντρο, αν υπήρξε κάποτε, τώρα έχει χαθεί. Όπου και όταν υποβάλλεται, εμφανίζεται ως ουτοπία και νοσταλγία, πέρα από το πραγματικό αδιέξοδο, μπροστά στο οποίο συνήθως στέκεται ο θάνατος ως φύλακας άγγελος.

ΙΙ. Ενδιαφέρει πρώτα ο τρόπος που αυτοσυστήνεται ο συγγραφέας και στα τρία βιβλία του· η αυτοσύσταση είναι ολιγόσειρη και ταυτόλεξη στις δύο συλλογές διηγημάτων· διπλασιασμένη στο τελευταίο του μυθιστόρημα. Αντιγράφω τη συστατική λεζάντα των διηγημάτων, κάτω από την ίδια πάντοτε φωτογραφία: «Ο Σωτήρης Φ. Δημητρίου γεννήθηκε το 1955 στην Πόβλα της Θεσπρωτίας και μεγάλωσε στην Ηγουμενίτσα» —τίποτε άλλο. Στο μυθιστόρημα επιβάλλονται και οι επόμενες στοιχειώδεις πληροφορίες: «Εμφανίσθηκε στα γράμματα με την ποιητική συλλογή Ψηλαφήσεις (1985), ακολούθησαν οι συλλογές διηγημάτων Ντιάλιθ' ιμ Χρηστάκη (1987) και Ένα παιδί απ' τη Θεσσαλονίκη (1989). Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και εφημερίδες, και έχουν μεταφραστεί αγγλικά και γερμανικά. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα».

Συμψηφίζω τα εργοβιογραφικά στοιχεία, βάσει και της προηγούμενης λιτής αυτοσύστασης. Τοπογραφικό τόξο· γέννηση στην Πόβλα της Θεσπρωτίας· ενηλικίωση στην Ηγουμενίτσα· επαγγελματική και συγγραφική εγκατάσταση στην Αθήνα. Χρονολογικό φάσμα· ο Δημητρίου είναι σήμερα σαράντα χρόνων· εμφανίστηκε ως ποιητής στα τριάντα του· οι δύο συλλογές διηγημάτων του απέχουν από την ποιητική συλλογή και μεταξύ τους ανά δύο χρόνια· το μυθιστόρημα Ν' ακούω καλά τ' όνομά σου, δημοσιευμένο το 1993, χρειάστηκε διπλάσιο χρόνο κυοφορίας.

Και τα τρία βιβλία του Δημητρίου αφιερώνονται ιδιωτικώς: «στον Σπύρο και στη Ρίνα», το πρώτο· «στη Μαριάνα, το Αλεξανδράκι», το δεύτερο· «στη μνήμη της Κατερίνας (Αγγελούδως)», το τρίτο. Θα έλεγα ότι οι αφιερώσεις προδηλώνουν τον μέσα κύκλο της γραφής, πριν και πέρα από τη δημοσίευση, ομολογώντας μια μυστική συνωμοσία.

Η έκταση των τριών βιβλίων: 91 σελίδες η πρώτη συλλογή διηγημάτων, με 14 αφηγήματα· 114 η δεύτερη, με 16 αφηγήματα· 117 σελίδες το μυθιστόρημα, μοιρασμένο σε τρία κεφάλαια και τρεις φωνές. Συνολικός ποσοτικός δείκτης: 322 σελίδες μέσα σε έξι χρόνια — προφανής ολιγογραφία.

Αν η γλώσσα των διηγημάτων υπακούει, με σπάνιες εξαιρέσεις, στην κοινή νεοελληνική, προκρίνοντας τις περιθωριακές της εφαρμογές, το μυθιστόρημα συντάσσεται απαρχής μέχρι τέλους στο ηπειρώτικο ιδίωμα της Θεσπρωτίας. Και στα τρία βιβλία ο πεζός λόγος στίζεται κάποτε από δημοτικά και λαϊκά στιχουργήματα, που παρεμβάλλονται ως τραγούδια.

Η πρώτη συλλογή διηγημάτων βρίσκεται ήδη στην τρίτη της ανατύπωση· η δεύτερη, στη δεύτερη· το μυθιστόρημα έφτασε στην έκτη. Εύκολα αναγνώσιμο είναι και το σταυρόλεξο της κριτικής υποδοχής: σε δημοσιογραφικό επίπεδο ξεχωρίζουν οι πρώιμες και υπερθετικές κρίσεις του Κώστα Σταματίου· οι θετικές του Μισέλ Φάις· οι επιφυλακτικές της Ελισάβετ Κοτζιά· οι προκλητικές και παρομορφωτικές του Δημοσθένη Κούρτοβικ. Φιλολογικότερη προσέγγιση επιχείρησε ο Δημήτρης Αγγελάτος με σχετικό δοκίμιό του, δημοσιευμένο το 1989. Τέλος δεν πρέπει να παραγνωριστεί ως τιμητική αναγνώριση της πεζογραφικής ευστοχίας του Δημητρίου ο προδρομικός (συνοπτικός αλλά οξυδερκής) κριτικός λόγος του Γιώργου Χειμωνά.

Η πρώτη και πρόχειρη ανάγνωση των πεζογραφημάτων του Δημητρίου δίνει την εντύπωση ότι ακολουθείται και εδώ η παράδοση της ρεαλιστικής μας ηθογραφίας. Σε προσεκτικότερη όμως προσέγγιση το ηθογραφικό πλαίσιο αποδεικνύεται κέλυφος που διαρρηγνύεται από βίαιες εσωτερικές εμπειρίες. Όσο για τον ρεαλιστικό ειρμό της αφήγησης, όπως σωστά παρατηρεί ο Αγγελάτος, και αυτός συνεχώς υπονομεύεται με διφορούμενες αποκλίσεις. Γενικώς το προφανές γίνεται δίοδος προς το αφανές, το ρητό στο κρυφό και στο άρρητο.

Αν καλά και σώνει πρέπει να αναγνωριστούν κάποια δικά μας πρότυπα στη γραφή του Δημητρίου, προτείνω ενδεικτικώς· τη Γυναίκα της Ζάκυνθος του Σολωμού· τα Απομνημονεύματα και τα Οράματα και Θάματα του Μακρυγιάννη· την Ιστορία ενός Αιχμαλώτου του Στρατή Δούκα· τα Πεζογραφήματα του Μάριου Χάκκα· πιο μέσα και σχεδόν κρυφά, τον εσχατολογικό λόγο του Χειμωνά.

ΙΙΙ. Θα επειμείνω περισσότερο στο μυθιστόρημα Ν' ακούω καλά τ' όνομά σου, που κατά τη γνώμη μου συνιστά τομή στην πεζογραφική πορεία και περιπέτεια του Σωτήρη Δημητρίου. Όσο για τούς δύο τόμους διηγημάτων, προτείνεται η συγκριτική ανάγνωση δύο, συμπληρωματικών μεταξύ τους, κειμένων. Εννοούνται: το Φιλανθρωπικό Ίδρυμα, από την πρώτη συλλογή· το Με νύχια και με δόντια, από τη δεύτερη.

Το Φιλανθρωπικό Ίδρυμα, με την περιορισμένη του έκταση, ορίζει πάνω κάτω τον μέσο όρο της διηγηματογραφίας του Δημητρίου. Υποδειγματική εξάλλου αποδεικνύεται και η σύνταξη της αφήγησης σε τούτο το διήγημα: η διήγηση εκκινεί in medias res· παλινδρομεί, για να δώσει στοιχειώδεις εξηγήσεις προσώπων και πραγμάτων· επιστρέφει στο αφετηριακό της σημείο· εμπλέκεται στη δραματική της αιχμή· εκβάλλει στην καταστροφική της έξοδο.

Χαρακτηριστική και για τα άλλα διηγήματα του Δημητρίου ελέγχεται η διφωνία αυτού του κειμένου· ακούγονται πρώτα και επιβάλλονται οι εσωτερικές φωνές των αφηγηματικών προσώπων· η φωνή του αφηγητή καθυστερεί, και μέχρι τέλους παραμένει διακριτική και διαμεσολαβητική, δίχως να συμπιέζει τις εσωτερικές φωνές. Συνήθως έρχεται από κάποια απόσταση, μεταφέρει τον απόηχο μιας συντελεσμένης ιστορίας, ιχνογραφεί δρώντες και δρώμενα με ανθρώπινη συμπάθεια αλλά και κοινωνική αποστροφή.

Η προσωπογραφία του διηγήματος συγκροτείται επίσης με υποδειγματικό τρόπο: τα δύο κεντρικά, και αξεχώριστα μεταξύ τους, πρόσωπα (εδώ η ανώνυμη μάνα και ο επώνυμος γιoς) περιβάλλονται από απόντες και παρόντες δευτεραγωνιστές (εδώ τον πρόωρα πεθαμένο πατέρα, τη γλωσσού ξαδέλφη, την ξερακιανή γεροντοκόρη που ψάχνει για γαμπρό). Αντιπροσωπευτική είναι και η γλώσσα του διηγήματος· κράμα κυριολεκτικής ωμότητας και φυγόκεντρου, λοξού λυρισμού, που υπηρετεί τις δύο όψεις του μύθου: την πραγματική και τη φαντασιακή.

Τέλος, ο μύθος του διηγήματος· απελπισμένη έκπτωση καταφρονεμένων προσώπων, που τα βασανίζει η αγριότητα των ενστίκτων τους στο μεταίχμιο ζωής και θανάτου· στο Φιλανθρωπικό Ίδρυμα η πλοκή απολήγει σε μητροκτονία· στο Με νύχια και με δόντια σε παιδοκτονία. Και στις δύο περιπτώσεις ο φόνος είναι λίγο πολύ υποχρεωτικός: το μέλλον εκείνου που επιβιώνει παραμένει μετέωρο και άδηλο. Ποιος πάει για το καλύτερο, ο θεός το ξέρει, που απουσιάζει σχεδόν παντελώς από τα διηγήματα του Δημητρίου.

Και τα δύο αυτά διηγήματα (το δεύτερο έχει σαφώς μεγαλύτερο εύρος και σκοτεινότερο βάθος) σε ποιο λαίμαργα συγγραφικά χέρια θα μπορούσαν να απλωθούν σε πολυσέλιδες νουβέλες· εδώ, με οριακή οικονομία, συμπυκνώνονται σε τέσερις-πέντε σελίδες.

IV. Αν οι τίτλοι των διηγηματικών συλλογών παραπέμπουν στην επιγραφή ενός περιεχομένου κάθε φορά διηγήματος, ο τίτλος του μυθιστορήματος μεταφέρει στο εξώφυλλο του βιβλίου μια σημαδιακή φράση που λέγεται από δοκιμασμένο άντρα σε φιλεύσπλαχνο, πλανόδιο παιδί. Το όνομα του παιδιού Δημήτρης.

Πρόκειται όμως πράγματι για μυθιστόρημα; Με κριτήριο μόνο την έκτασή του (117 τυπωμένες σελίδες σε όγδοο σχήμα), η απάντηση θα μπορούσε να είναι και αρνητική. Παρά ταύτα σ' αυτό το αποφασισμένα στενό, σχεδόν ασφυκτικό, πλαίσιο, αναγνωρίζονται δείκτες που δικαιώνουν, κατά τη γνώμη μου, τον τίτλο του μυθιστορήματος. Οι δείκτες αφορούν: αφενός στην ευρύτητα του χώρου και στην προοπτική του χρόνου· αφετέρου στη διαπλοκή του μύθου και στο γενεαολογικό σύμπλεγμα των προσώπων.

Με γενέτειρα μήτρα την Πόβλα της Θεσπρωτίας ο χώρος εξακτινώνεται πρώτα στη μεθόριο Ηπείρου και Αλβανίας, προχωρώντας έως τα Τίρανα· αργά επιστρέφει στη μητρική του κοίτη, για να κατεβεί μετά, με σταθμό το Αγρίνιο, στην αφιλόξενη Αθήνα. Σ' αυτό το δίχτυ του πραγματικού χώρου θα πρέπει να προστεθούν και σήματα του φαντασιακού χώρου· η Αυστραλία και η Αμερική, ως χώρες επαγγελίας.

Η καμπύλη εξάλλου του χρόνου, που διαβαθμίζει τη μυθιστορηματική διήγηση, καλύπτει πάνω από σαράντα χρόνια. Η αρχή της συμπίπτει με τον τελευταίο πόλεμο, την πείνα της Κατοχής και το Πρώτο  Αντάρτικο. Η ακμή της με τη μακρόχρονη εποχή του ιδιόρρυθμου κομμουνισμού στην Αλβανία· όταν τα σύνορα κλείνουν, η μεθόριος γίνεται αδιαπέραστο συρματόπλεγμα, που απαγορεύει την επικοινωνία ακόμη και σε γειτονικά αντικριστά χωριά, την Πόβλα και το Περδικάρι. Η καθοδική φορά της καμπύλης διαπερνά τη δεκαετία του 80, με το καθεστώς πια του Εμβέρ Χότζα σε κατάρρευση· με τους ομογενείς και τους αλβανούς να συρρέουν στη χώρα μας, γυρεύοντας μοίρα στον ήλιο, που δεν την βρίσκουν· αλλά απελπισμένα επιμένουν, κυκλοφορώντας στα υπόγεια της Ομόνοιας και σε ρατσιστικά περίχωρα της Αθήνας.

Από την άποψη αυτή το Ν' ακούω καλά τ' όνομά σου θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ιστορικό μυθιστόρημα, μόνο που το χνάρι της ιστορίας είναι εδώ αδρό. Παγιδεύει ωστόσο τα πρόσωπα του αφηγήματος, τα οποία, φορτωμένα με το βάρος της μεθόριας ιστορίας τους, κάποτε λυγίζουν, άλλοτε αποσβολώνονται και ακινητούν, ψάχνοντας και στις δύο περιπτώσεις διέξοδο από το αδιέξοδό τους.

Έτσι η μυθιστορία γίνεται προσωπική μοίρα μιας κατ' ανάγκην μητριαρχικής οικογένειας, που τα μέλη της χωρίζουν και σκορπίζουν, ζώντας την οδύσσειά τους· τον περισσότερο καιρό εξόριστα, μετέωρα ανάμεσα στην αποδημία και στον νόστο. Ο μύθος περιπλέκεται γύρω από ένα πολυπρόσωπο γενεαλογικό σύμπλεγμα, με γενάρχες, γεννήτορες, αδέλφια, παιδιά και εγγόνια. Γύρω τους κυκλοφορούν οι άλλοι, γείτονες και συχωριανοί, ένα είδος χορού, από τον οποίο ξεχωρίζουν κάποιοι εξάρχοντες· λ.χ. η παγωμένη Καισαρίνα στο πρώτο μέρος της μυθιστορίας· ο αφανισμένος, σαν άλλος Ελπήνορας, Φιλίππης· το ορφανό παιδί, που πουλιέται, αγοράζεται και δραπετεύει στο τρίτο μέρος του μυθιστορήματος.

Η διήγηση μοιράζεται, όπως είπα, σε τρεις φωνές· στο πρώτο μέρος κυριαρχεί η φωνή της μεγάλης αδελφής· στο δεύτερο της μικρότερης αδελφής, που επονομάζεται Σοφιά· στο τρίτο του εγγονού της, με το παράξενο, αρβανίτικο όνομα Σπετίν, που ακούγεται μόλις στο τέλος της μυθιστορίας. Οι γυναικείες φωνές είναι ισχυρότερες και πιο ανθεκτικές· οι αντρικές λιγότερες, συχνά από τα βάσανα σακατεμένες ή από τη φύση αλλοπαρμένες· με τελευταία τη φωνή του εγγονού, που μεταφέρεται πεισματωμένη από τα χιονισμένα βουνά στα πλημυρισμένα ποτάμια, από τούς καταυλισμούς στα καμιόνια, ωσότου πεζοπορώντας φτάσει στην Αθήνα, γυρεύοντας απελπισμένα να μιλήσει.

Η μεγάλη αδελφή, η μικρή αδελφή και ο εγγονός αναλαμβάνουν διαδοχικά το βάρος και το χρέος της διήγησης, —τρεις συνεχόμενοι κρίκοι της αφηγηματικής αλυσίδας. Και οι τρεις διηγούνται αναδρομικά σε ιστορικό χρόνο. Πότε, πού και σε ποιόν απευθύνεται η τριπλή αυτή διήγηση, παραμένει άδηλο. Τα πρόσωπα μιλούν εις εαυτόν; στον άγνωστο αναγνώστη; στο κενό; Τρεις πιθανότητες, που η μία δεν αποκλείει την άλλη.

Το σημαντικότερο πάντως αφηγηματικό γεγονός είναι ότι η διήγηση παραδίδεται εξ ολοκλήρου σ' αυτές τις τρεις εσωτερικές φωνές. Ο συγραφέας αποσύρεται από το αφηγηματικό προσκήνιο, προτού αρχίσει το μυθιστόρημά του. Ούτε μία φορά δεν διακόπτει η δική του φωνή τις φωνές των εσωτερικών αφηγητών· σ' αυτές εμπιστεύεται ο αφηγητής τον λόγο του· εκείνες τον οικειοποιούνται και τον εκφέρουν ως απόλογο, στο πλαίσιο του οποίου εγκιβωτίζουν και τον διάλογό τους με τα άλλα πρόσωπα του μυθιστορήματος.

Ασφαλώς πρόκειται για σπάνια συγγραφική αυταπάρνηση, στην οποία οφείλεται και η ιδιωματική γλώσσα του μυθιστορήματος. Γιατί οι τρεις εσωτερικοί αφηγητές μιλούν τη μητρική τους γλώσσα· αυτήν μόνον ξέρουν, ομολογούν και υπερασπίζονται· μ' αυτήν μπορούν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους. Και ο αναγνώστης;

Αν υπολογίσουμε ότι το μυθιστόρημα του Δημητρίου δεν συνοδεύεται από κανένα γλωσσάρι, τότε η θέση του αναγνώστη γίνεται κάπως δύσκολη. Ή θα μείνει έξω από τη διήγηση ή θα πρέπει να παραδοθεί στην ιδιωματική της γλώσσσα, ώστε να την υποδεχτεί ακέραιη, αδιαίρετη, ασχολίαστη· ν' ακούσει το γλωσσικό ιδίωμα σάμπως να ήταν και δικό του.

Όπως κι αν έχει το πράγμα, στην προκειμένη περίπτωση η ηπειρώτικη λαλιά γίνεται υποχρεωτική. Και ενώ στην αρχή ξαφνιάζει, γρήγορα προσλαμβάνεται ως σήμα γνήσιας φωνής· ούτε μία στιγμή δεν δίνει την αίσθηση λαογραφικής εκζήτησης. Νομίζω πως έχουμε να κάνουμε με σπάνιο γλωσσικό κατόρθωμα, μοναδικό ίσως στη μεταπολεμική μας πεζογραφία.

Δεν πρόκειται να αναδιηγηθώ την υπόθεση του μυθιστορήματος, γιατί κάτι τέτοιο θα ήταν και γλωσσική προδοσία. Κλείνω, λοιπόν, με μια απολογιστική παρατήρηση. Η Ήπειρος χάρισε στη νεότερη λογοτεχνία μας, σημαντικά, ποιητικά και πεζά, κείμενα. Από τα πιο πρόσφατα θυμίζω τα αφηγήματα του Μηλιώνη και του Χουλιαρά, τα ποιήματα αλλά και το μοναδικό πεζογραφικό πόνημα του Μιχάλη Γκανά, όπου η πατρίδα μοιράζεται σε μάνα και μητριά. Αυτήν την οδυνηρή μοιρασιά δραματοποιεί με αυστηρότερο, κατά τη γνώμη μου, και ρωμαλεότερο τρόπο ο Δημητρίου στο τελευταίο του μυθιστόρημα. Έχω την αίσθηση ότι με το Ν' ακούω καλά τ' όνομά σου αποκτήσαμε ένα από τα καλύτερα κείμενα της μεθοριακής μεταπολεμικής μας πεζογραφίας.