ΕΠΕΑ ΚΑΙ ΓΡΑΜΜΑΤΑ - ΛΑΜΠΡΟΣ ΠΟΛΚΑΣ
www.epea.gr - Βρίσκεστε εδώ: Αρχική σελίδα » Νεοελληνικές Σπουδές » Τέχνες & Πολιτισμός
Λάμπρος Πόλκας, δ.φ., στην κλασική φιλολογία - Μ.Δ.Ε. στην ηλεκτρονική μάθηση - εκπαιδευτικός στη Δ.Ε.
 
Σχετικά με το epea.gr
Σύσταση
Επικοινωνία
Προσωπικά
Εργασίες ΠαΠει
Εισηγήσεις
ΚΕΓ
ΠΑΚΕ
Ψηφιακά Γράμματα
Κλασικά
Ανθρωπιστικά
Παιδεία
Κλασικές Σπουδές
Νεοελληνικές Σπουδές
Εκπαίδευση
Γραμματεία
Γλώσσα
Μετάφραση
Ενδογλωσσική
Διαγλωσσική
Web 2.0
Ιστολόγια

 


Εικαστικός απόλογος

Δ. Ν. ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ

Μουσείο Μπενάκη
6/12/2002

        Δημοσθένης Κοκκινίδης

Δημοσθένης ΚοκκινίδηςΛοξή ματιά ενός φιλότεχνου φιλολόγου με έμμονες προσωπικές ιδέες και ευαισθησίες, τις οποίες εκμαιεύει με το έργο του ο υποκοριστικά συνωνόματος Μίμης Κοκκινίδης


Η τεχνοκριτική μου αναρμοδιότητα στην προκειμένη περίπτωση είναι προφανής, και δεν χρειάζεται εξήγηση. Η μόνη επομένως δικαιολογία για την πρόσθετη ομιλητική παρουσία μου σε τούτο το σημαντικό εικαστικό γεγονός (1), που αποτιμήθηκε ήδη επαρκώς από αρμόδιους ομιλητές, ανάγεται στη λοξή ματιά ενός φιλότεχνου φιλολόγου με έμμονες προσωπικές ιδέες και ευαισθησίες, τις οποίες εκμαιεύει με το έργο του ο υποκοριστικά συνωνόματος Μίμης Κοκκινίδης.

Για να γίνω πιο συγκεκριμένος, ομολογώ πως αισθάνομαι κατά κάποιον τρόπο αλληλέγγυος με τη ζωή και τό έργο του Κοκκινίδη από τα χρόνια κιόλας της χούντας. Που, αν μετρηθούν ακριβέστερα, ξεπερνούν το τέταρτο ενός αιώνα. Στο μεταξύ, η αμοιβαία επικοινωνία υπήρξε αδιάλειπτη και η φιλία αυξανόμενη. ΄Ετσι εξηγείται και η λαθραία κάθε φορά παρέμβασή μου, προφορική, ή και γραπτή, σε διαδοχικές εκθέσεις του Κοκκινίδη, περισσότερο στη γενέθλια Θεσαλονίκη και λιγότερο στη φιλόξενη ή αφιλόξενη Αθήνα. Συνέχεια της κακής αυτής συνήθειας αποτελεί και η σημερινή μαρτυρία μου στην παρούσα εκδήλωση, που θα μπορούσε, με οδυσσειακούς συνειρμούς, να ονομαστεί εικαστικός Απόλογος, ενόψει του εικαστικού νόστου.

Απόλογος, επειδή ο εικαστικός βίος του Κοκκινίδη προκύπτει περιπετειώδης και ριψοκίνδυνος· ερεθισμένος κάθε φορά τόσο από κρίσιμα γεγονότα του δημόσιου χώρου (συχνά ασφυκτικά και αντίδρομα), όσο και από ενδιάμεσες καλλιτεχνικές μεταλλαγές (συνήθως απότομες, κάποτε και εκβιαστικές). Νόστος, γιατί η πρόσφατη ζωγραφική του Μίμη εμπεριέχει, κατά τη γνώμη μου, σήματα ώριμης ηρεμίας, αντλημένης από την πείρα της προηγούμενης ταραγμένης περιπέτειας. Αυτή εξάλλου η πρόοδος ζωής και έργου αποτυπώνεται παραδειγματικώς στον απολογιστικό τόμο, που εγκαινιάζεται σήμερα. Τα διαδοχικά δείγματα του οποίου επιτρέπουν ίσως να διακριθούν κάποιοι προβολείς περιγραφής και ερμηνείας της εικαστικής παραγωγής του Μίμη Κοκκινίδη. Αυτούς τους προβολείς αποτολμώ, ερασιτεχνικά πάντα, να εξονομάσω.

Μια πρώτη, σχηματική ασφαλώς, διάκριση προκύπτει, αν δεχτούμε τρεις διαδοχικές περιόδους στην εικαστική πορεία του Κοκκινίδη: προτάσσεται η επική, μεσολαβεί η δραματική και έπεται η λυρική φάση. Η επική επιλογή (περισσότερο επιθετική και λιγότερο αμυντική) χρονικά συμπίπτει με την προδικτατορική (πολιτική, ιδεολογική και καλλιτεχνική) ζύμωση, που προκάλεσε τότε, για μικρό χρονικό διάστημα, έκδηλο αναβρασμό. Η δραματική επιλογή αντιστοιχεί στα χρόνια της επτάχρονης δικτατορίας και ενέχει τρόπους έντονης καταγγελίας για τους θύτες και απερίφραστης συμπάθειας για τα θύματα της πολιτικής εκτροπής, μετατρέποντας τη διαμαρτυρική εξωστρέφεια σε τραυματική εσωστρέφεια. Τέλος, η λυρική επιλογή εμφανίζεται προοδευτικά στη μεταπολιτευτική εποχή και χαρακτηρίζεται από νοσταλγικό αναστοχασμό της βαθύτερης σχέσης της ανθρώπινης μορφής με το ποιητικά μετασχηματισμένο περιβάλλον (ζωικό, φυσικό, κοσμικό). Ανήκει στη αρμόδια τεχνοκριτική να δεχτεί ή να απορρίψει την προτεινόμενη διαίρεση. Αν όμως ισχύει, τότε το επόμενο βήμα της εικαστικής έρευνας είναι να διαπιστώσει κατά πόσον αντιστοιχούν σε κάθε εποχή διακριτές μεταξύ τους μορφές και διακρινόμενα χρώματα. Ας πούμε: οι μακροσκοπικές και οι μικροσκοπικές μορφές· το κίτρινο, το κόκκινο, το μπλέ και το πράσινο χρώμα.

Πάντως, αν η επική και η δραματική περίοδος ελέγχεται κατά βάση ανθρωποκεντρική, η λυρική εποχή υπόσχεται, εκτός των άλλων, αναγωγή του εδώ στο εκεί, και αντιστρόφως. Ένα είδος εγγραφής του υπερφυσικού ρευστού στο φυσικό στερεό, με αποτέλεσμα την αμοιβαία τους διαπίδυση. Με τον τρόπο αυτόν συμφιλιώνεται το υποχρεωτικό με το αυθαίρετο, η ρεαλιστική ασφυξία με την υπερρεαλιστική απελευθέρωση. Με τέτοιους όρους θα μπορούσε κάποιος να μιλήσει για εικαστικό μονισμό, στο εσωτερικό του οποίου διακρίνονται ίχνη ενός προη-γούμενου ανταγωνιστικού δυισμού, που τώρα τιθασσεύεται.

Συμπληρωματικός προβολέας, που φωτίζει το εικαστικό έργο του Κοκκινίδη στην εξέλιξή του, προτείνω να θεωρηθεί ο συνδυασμός καλλιτεχνικής αυθορμησίας και καλλιτεχνικού ελέγχου-αυτοελέγχου. Αισθάνομαι ότι ο δεύτερος συντελεστής υπερέχει έναντι του πρώτου στην επική και στη δραματική περίοδο, ενώ ο πρώτος περισσεύει στη λυρική εποχή. Η οποία εικαστικά ενδέχεται να αποδειχθεί πιο ριψοκίνδυνη, καθώς ο στόχος της ζωγραφικής απόπειρας τώρα δεν προαποφασίζεται και δεν εκλογικεύεται.

Υποθέτω ότι οι συνάδελφοι του Μίμη Κοκκινίδη αναγνωρίζουν το εύρος της θεωρητικής και πρακτικής εικαστικής του παιδείας, αποτυπωμένης και στον ασυνήθιστα έναρθρο λόγο του. Είναι ωστόσο γνωστό ότι η απόσταση ανάμεσα στον ανήσυχο λόγο αφενός και στον ορθολογικό εφησυχασμό αφετέρου δεν είναι τόσο μεγάλη όσο συνήθως φαίνεται. Λίγοι κατά τη γνώμη μου κατορθώνουν να υπερασπιστούν τον κριτικό και αυτοκριτικό λόγο, αποκρούοντας τον σχηματικό εξορθολογισμό. Σ’ αυτούς πιστεύω πως ανήκει και ο Μίμης Κοκκινίδης. Ικανότητα που διαπιστώνεται και στην ιδιότητά του ως δασκάλου. Γιατί ο Μίμης είναι φανατικός δάσκαλος, όπως συμμαρτυρούν συνάδελφοι και μαθητές του.

Εδώ όμως πρέπει να σταματήσω. Ξεπέρασα ήδη τα όρια της ομολογημένης αναρμοδιότητάς μου. Κλείνω λοιπόν τη σύντομη αυτή παρέμβαση, υπογραμμίζοντας τη συναιρετική, κατά τη γνώμη μου, αρετή του Κοκκινίδη: τη φιλική του προσφορά και συμπεριφορά. Με την οποία εξασφαλίζεται η απαραίτητη αλληλεγγύη, ανθρώπινη και καλλιτεχνική, ως αντίβαρο της καλλιτεχνικής απομόνωσης, που συχνά πυκνά καταλήγει στην απωθητική έπαρση. Με απλά λόγια: ο Μίμης συμπάσχει ως άνθρωπος και ως καλλιτέχνης. Στη συμπάθειά του αυτή συμμετέχει σήμερα με τον τρόπο του και ο ομώνυμος φίλος που μόλις μίλησε.

Σημείωση (1): εισήγηση που ακούστηκε στις 6 Δεκεμβρίου στο Μουσείο Μπενάκη, κατά την παρουσίαση του τιμητικού τόμου για το εικαστικό έργο του Δημοσθένη Κοκκινίδη.