ΕΠΕΑ ΚΑΙ ΓΡΑΜΜΑΤΑ - ΛΑΜΠΡΟΣ ΠΟΛΚΑΣ
www.epea.gr - Βρίσκεστε εδώ: Αρχική σελίδα » Νεοελληνικές Σπουδές » Κρίσεις & Κριτική
Λάμπρος Πόλκας, δ.φ., στην κλασική φιλολογία - Μ.Δ.Ε. στην ηλεκτρονική μάθηση - εκπαιδευτικός στη Δ.Ε.
 
Σχετικά με το epea.gr
Σύσταση
Επικοινωνία
Προσωπικά
Εργασίες ΠαΠει
Εισηγήσεις
ΚΕΓ
ΠΑΚΕ
Ψηφιακά Γράμματα
Κλασικά
Ανθρωπιστικά
Παιδεία
Κλασικές Σπουδές
Νεοελληνικές Σπουδές
Εκπαίδευση
Γραμματεία
Γλώσσα
Μετάφραση
Ενδογλωσσική
Διαγλωσσική
Web 2.0
Ιστολόγια

 


Πενήντα χρόνια "Χωματόδρομος"

Δ. Ν. ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ

Μουσείο Μπενάκη
6.12.2004

Πενήντα χρόνια «Χωματόδρομος», για την ακρίβεια πενήντα δύο. Πενήντα χρόνια ποιητικός βίος, για την ακρίβεια εξήντα ένα. Διπλή επέτειος για τον ποιητή Τίτο Πατρίκιο. Σ’ αυτή την ευφρόσυνη σύναξη στο Μουσείο Μπενάκη, οφειλόμενη σε φιλική πρωτοβουλία της «Λέξης», η δική μου συνεισφορά μοιράζεται στα δύο. Στο πρώτο μέρος διαβάζεται ένα δισέλιδο κείμενο για τον ποιητή, δημοσιευμένο ήδη στον δέκατο τόμο της «Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού», υπό τον τίτλο «Γράμματα 1940-1950». Πρόκειται για δεύτερη γραφή, του οικείου κεφαλαίου από το βιβλίο μου «Ποιητική και Πολιτική Ηθική», όπου ο Τίτος Πατρίκιος συντάσσεται με τους Μανόλη Αναγνωστάκη και ΄Αρη Αλεξάνδρου, σχηματίζοντας αντιπροσωπευτικό ποιητικό και πολιτικό τρίγωνο της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, σφραγισμένης από την κατοχική αντίσταση και τον εμφύλιο.


Ακούστε: «Ο τρίτος της παρέας, νεότερος στην ηλικία, αποδείχτηκε πολυγραφότερος και πιο ανοιχτός, τόσο στις βιωματικές όσο και στις ποιητικές επιλογές του. Είναι ο μόνος της τριάδας, που από νωρίς επιδίδεται στην πολύστιχη και πολυμερή σύνθεση, πλάι στο ολιγόστιχο ποίημα, ακολουθώντας τα πρότυπα του Ουίτμαν, του Μαγιακόφσκι, του Νερούντα και του δικού μας Ρίτσου. Πολιτικά και κομματικά ελέγχεται λιγότερο αιρετικός από τους τρεις. Μολονότι και ο δικός του πολιτικός αντίλογος στρέφεται συχνά εναντίον των εσωτερικών αγκυλώσεων της παραδοσιακής αριστεράς, κληροδοτημένων από τον μεσοπόλεμο, σπάνια παίρνει την κριτική οξύτητα που συναντήσαμε στον Αναγνωστάκη και ακόμη σπανιότερα οδηγείται στο αναρχικό αδιέξοδο του Αλεξάνδρου.

Είναι εξάλλου ο Πατρίκιος πιο αισιόδοξος ποιητής από τους άλλους δύο, χωρίς τούτο να αποκλείει εφιαλτικές κάποτε περιγραφές της εξορίας του στη Μακρόνησο και στον ΄Αη-Στράτη. Παρά ταύτα, ακόμη και στα πιο σκοτεινά, στα έμφρακτα ποιήματα του Πατρίκιου, υπάρχει χαραμάδα εξόδου και ελπίδας. Παρέμεινε επίσης ως ποιητής αισθησιακά δεμένος με τη φύση: χώμα, νερό, χλωρίδα και πανίδα ζωογονούν συχνά τα ποιήματά του και τους αφαιρούν το στίγμα της στειρότητας. Από κοντά πηγαίνει και ο θαλερός ερωτισμός του, που συντηρείται έως την ηλικιακή και ποιητική του ωριμότητα. Από την άλλη μεριά προσφεύγει ο Πατρίκιος κάποτε και στον αυστηρότερο αποδεικτικό λόγο, συνθέτοντας ποιήματα που μοιάζουν με μαθηματικά θεωρήματα. Κι ακόμη: στην περίπτωσή του φαίνονται καθαρότερα οι επιδράσεις από δασκάλους της γενιάς του τριάντα: πλάι στον Ρίτσο ο Σεφέρης αλλά και ο Ελύτης, ακόμη και ο Γκάτσος. Αλλά και οι λοξές σκιές που πέφτουν στα ποιήματά του από τον Καρυωτάκη και τον Καβάφη διαφέρουν από τις κάθετες εισβολές των δύο ποιητών, όπως συμβαίνει στην ώριμη παραγωγή του Αλεξάνδρου.

΄Εως το τέλος της δεκαετίας του εβδομήντα γνωρίζαμε τρεις συλλογές του Πατρίκιου: τον πολυσύνθετο «Χωματόδρομο», με ποιήματα γραμμένα από το καλοκαίρι του 1952 έως το 1954· τη «Μαθητεία», με ολιγόστιχα σήματα της δεκαετίας 1952-1962· και την «Προαιρετική Στάση», με είκοσι έξι εξόριστα ποιήματα από τα χρόνια της δικτατορίας (1967-1973). Η τριμερής αυτή ποιητική περιπέτεια επέτρεπε απλούστερους χαρακτηρισμούς για τη διαδοχή των σταθμών της: επικολυρικός ο σταθμός του «Χωματόδρομου»· δραματικός της «Μαθητείας»· μεταδραματικός της «Προαιρετικής στάσης». Στο μεταξύ όμως, τόσο με τις επόμενες ποιητικές συλλογές, όσο και με την εξ υστέρου δημοσίευση πρωιμότερων και ενδιάμεσων ποιημάτων και ποιητικών συνθέσεων (που πέρασαν ή εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στις συλλογικές εκδόσεις του «Θεμέλιου» και του «Κέδρου»), το τριμελές σώμα της ποίησης του Πατρίκιου όχι μόνο προσαυξήθηκε αλλά και εμπλουτίσθηκε με νέα στοιχεία.

Ενισχύθηκε οπωσδήποτε το προφίλ του ερωτικού ποιητή, που είχε απωθηθεί προηγουμένως με τη γνωστή μέθοδο της αυτολογοκρισίας. Αποκαλύφθηκαν οι συνειρμοί του ποιητικού λόγου του τόσο με τη μουσική όσο και με τις εικαστικές τέχνες· ωρίμασε και έγινε νηφαλιότερος ο προβληματισμός για τις σχέσεις ποίησης και πολιτικής, ποιητικού βίου και ιστορικής συγκυρίας· αναγνωρίστηκε η ποιητική σημασία του αρχαίου μύθου, ως συμβόλου κυρίως της μετάθεσης από την κατηγορία των μυθικών προγόνων στη βαθμίδα των ιστορικών επιγόνων. Γενικότερα ο ποιητής Πατρίκιος αποδείχτηκε ανοιχτός απέναντι στους άλλους και στον εαυτό του. Συμφιλιώθηκε με το παρελθόν του, ξανακερδίζοντας τον χαμένο του χρόνο· ανακούφισε το παρόν του, αποβάλλοντας εξαντλημένες ιδέες· υποδέχθηκε το μέλλον ως απρόβλεπτη συνέχεια βίου και λόγου».

Το δεύτερο μέρος της ομιλίας είναι γραμμένο επί τούτου, για τα πενήντα χρόνια του «Χωματόδρομου», της συλλογής, με την οποία δήλωσε δημοσία παρών ο ποιητής Τίτος Πατρίκιος το 1954, αδειούχος εξόριστος τότε στην Αθήνα, μετά την εκτόπισή του για τέσσερα όλοκληρα χρόνια, πρώτα στη Μακρόνησο, ύστερα στον ΄Αη Στράτη. Ο «Χωματόδρομος», υπήρξε, αλλά αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, και σήμερα ορόσημο για την μεταπολεμική μας ποίηση. Στον βαθμό που συνταίριαξε και ανανέωσε φωνές και φόρμες αντίπαλες μεταξύ τους: την αγωνιστική εξωστρέφεια με τη στοχαστική εσωστρέφεια, τον επικό οίστρο με τον λυρικό σπασμό, το πολύστιχο σύνθεμα με τον ολιγόστιχο ποίημα, το συλλογικό με το ατομικό, το ξένο με το δικό. Πρόκειται για εμπνευσμένη, ώρες ώρες εκρηκτική, συλλογή, με προδρομικό ύφος και ήθος.

Προτού εξειδικεύσω τον γενικό έπαινο, δυο λόγια για το περιβάλλον του δόκιμου ήδη «Χωματόδρομου», που μόνο την αίσθηση πρωτόλειου δεν δίνει. Σήμερα εξάλλου ξέρουμε ότι τα πρώτα ποιήματα του Πατρίκιου ανάγονται στο 1943, όταν ο ποιητής ήταν μόλις δεκαπέντε χρόνων. Από την πρώιμη αυτή άσκηση επιλέγω ως δείγμα το «Πάρτυ» (σ.11), το οποίο μετασχηματίζει την αυτοκτονική σάτιρα του Καρυωτάκη σε εφηβικό σαρκασμό:

 Μουσικής ήχοι παράξενοι
τζάζ έξαλλες κραυγές
γεμίζουν την ατμόσφαιρα
άλλοτε ξέφρενες άλλοτε αργές.
 
Ζευγάρια σ’ένα αγκάλιασμα
παθιάρικο, σφιχτό
ξάφνου ρυθμούς αλλάζουνε
πηδούν σηκώνουν κουρνιαχτό.
 
Κάποιοι δανδήδες άγρια
φλερτάρουν δυό μικρές
βερμούτ και σπανακόπιτες
και του κρασιού γουλιές πικρές.
 Ανακάτεματα σε δύο κάμαρες
σε πολυκατοικία σκάρτη
μα το κοκτέιλ που θα βγει
εμείς το λέμε πάρτυ.

Μίλησα για άσκηση και ασφαλώς δεν είναι τυχαία η πρόταξη στον ασκημένο πια «Χωματόδρομο» μιας ενότητας πού φέρει τον τίτλο «Ασκήσεις» (1952), όπου προηγείται το «Σημειωματάριο», σύνθεση μοιρασμένη σε τέσσερα έντιτλα μέρη : «Το καλύβι», «Μέτρημα του χρόνου», «Ο ελαιώνας», «Εδώ και τώρα». Οι επόμενοι στίχοι, που συντάσσονται εδώ αυθαίρετα, εγκαινιάζουν τη γνωμική περιστροφή του Πατρίκιου γύρω από τον χαμένο, θανάσιμο χρόνο της εξορίας.

 Παραλλάζει ο θάνατος
δεν μένει πάντα ο ίδιος.
Πάντα ίδιος ο θάνατος,
μόλις τον δεις να ξεπροβάλλει.
Πεθαίνουμε γιατί παλιώνουμε.
 Ομως τα χρόνια δεν τα ζούμε, τα μετράμε,
τα σπρώχνουμε να φύγουν.
 Ας πούμε θα χωρίσουμε το χρόνο,
ας πούμε θα χωρίσουμε τη γή.
΄Ομως η γή δεν είναι λάσπη να την κόβουμε σε πλίθρες,
ο χρόνος δεν είναι σπάγκος να τον ματίζουμε όπως θέμε,
τα όρια δεν είναι πύλες στρατοπέδων.

Η σύνθεση της επόμενης συλλογής, που επιβάλλεται σήμερα στον «Χωματόδρομο», αργοπόρησε μόλις ένα χρόνο: τα ποιήματά της γράφονται μεταξύ 1953 και 1954. Ενμέρει επομένως συγχρονίζονται με τα ποιήματα του «Χωματόδρομου». Εντούτοις ο τρόπος και ο τόνος τους διαφέρουν. Υποχωρούν οι πολύστιχες συνθέσεις · αντ’ αυτών κυριαρχούν τα αυτοτελή ποιήματα, μέσης έκτασης τα περισσότερα, κάποτε όμως συμπυκνωμένα σε τετράστιχα ή και σε δίστιχα. Ο τόνος εξάλλου είναι εδώ δραματικότερος, πιο σκληρός, πέτρα που κόβεται σε λατομείο. Το λέει και ο τίτλος της συλλογής : «Χρόνια της πέτρας». Που πάει να πει: το χώμα του «Χωματόδρομου» στο μεταξύ πέτρωσε. Δείγματος χάριν δύο ποιήματα. Η συλλογή. ανοίγει με τα αμφίσημα «Εμβατήρια» :

Τ’άστρα τρελαίνονται κι αφρίζουν
σαν τον επιληπτικό φαντάρο
που του ήρθε κρίση την ώρα των ασκήσεων.
Τό ’κανε ψέματα, δεν τό’κανε
Πάντως δεν γλίτωσε πηγαίνοντας στο αναρρωτήριο.
Ποτέ δεν θα γλιτώσουμε
αν αρρωστήσουμε ή αν φύγουμε.
΄Ηθελα να το πω του διπλανού μου,
μα εκείνος τραγουδούσε εμβατήρια.

Και τώρα θρυμματισμένη, με μονόλεξους ή δίλεξους στίχους, νοηματικά και συντακτικά απείθαρχη, η «΄Ανοιξη» :

 Επάνοδος
Δαπάνες
Ηλιοτρόπιο
Φυγαδεύοντας
Πεισματική συναλλαγή
Το αβέβαιο εμπόριο
Επαληθεύω
Δύσπιστη
Δύσπιστη άνοιξη
Δύσπιστη.

Αθήνα, Μάρτιος 1953

Σ’ αυτό το περιβάλλον λοιπόν προχωρεί ο «Χωματόδρομος». Το πρώτο μέρος του επιγράφεται «Γη και θάλασσα», μοιράζεται σε δεκαέξι διαδοχικά μερίδια και χρονολογείται επακριβώς: Δεκέμβρης 1952-Μάρτης 1953. ΄Επονται τα «Σχέδια στη Νύχτα», δεκαπέντε ολιγόστιχα ποιήματα, αφιερωμένα στον Κώστα Κουλουφάκο, και αμέσως μετά τρεις πολύστιχες συνθέσεις: η «Πολιορκία» χαρισμένη στον Νερούντα, η «Κραυγή κινδύνου», τρίτο και τελευταίο το «Κατάφατσα στον ουρανό», αναφορά στον Γιάννη Ρίτσο.

Ο γήινος τίτλος της συλλογής επανέρχεται και κατά κάποιον τρόπο εξηγείται στο δέκατο πέμπτο μερίδιο του πρώτου μέρους: Προχωρώντας στον ατέλειωτο χωματόδρομο του χρόνου / απαντούμε τις χιλιάδες ροδεσιές από τ’ άλλα κάρα. Βρισκόμαστε επομένως στο μεταίχμιο κυριολεξίας και μεταφοράς, όπου χώρος και χρόνος εναλλάσσονται, χώμα και οι δύο, με απροσδιόριστο το μακρινό τους τέλος.

Αφιερωμένος ο «Χωματόδρομος»: της μητέρας. Το όνομα και η παρουσία της εμφανίζονται επτά φορές στο πρώτο σύνθεμα της συλλογής. Σε τρεις παραλλαγές: ΄Α μητέρα», μητέρα-μητέρα, σκέτο: μητέρα. Μία φορά μάλιστα η μητέρα εκφέρει το λυρικότερο, μπορεί και το καλύτερο, μερίδιο της συλλογής, συμμετέχοντας και στην εσωτερική του σκηνοθεσία:

Αγόρι μου, εσένα δεν σου μοιάζει πια η φωτογραφία ετούτη.
Εσύ ήσουν ένα ελάφι που ήξερε όλες τις μυστικές φλέβες του νερού
όλα τα καλύβια των ξυλοκόπων στα ξέφωτα του δάσους.
(Δυο δάκρυα στη άκρη των ματιών της
όπως οι δυο άγκυρες στα όκια του πλοίου.)
Ελάφι μου είχες ένα μέτωπο που σου το χάιδευε η μητέρα,
είχες δυο μικρά χέρια που τά’χωνες στη μεγάλη τσέπη του παλτού της.
(Δυo δάκρυα χαμένα
και λησμονημένα).

Στα επόμενα συνθέματα της συλλογής το όνομα και η μορφή της μητέρας υποχωρούν. Οι αποστροφές τώρα αφορούν στα μέλη της εξόριστης συντροφιάς:΄Ε αδέλφια,-αδέλφια·κι ύστερα σκετό: αδέλφια. Οι σύντροφοι εξάλλου κάπου στην τελευταία σύνθεση της συλλογής επονομάζονται και συμπάσχουν με το πρώτο πρόσωπο: ο Γιώργης, ο Βασίλης, ο Κάρολος κι εγώ.. Ο Γιώργης μάλιστα συναδελφώνεται με το εγώ, σε ώρα απειλητικού θανάτου:

Ο θάνατος φτάνει-Γιώργη, Γιώργη.
Μια θάλασσα από αίμα μας σκεπάζει μέσα στη νύχτα--
Γιώργη.

΄Εχω την αίσθηση ότι εδώ ο Πατρίκιος εγκαινιάζει τον τύπο της καταλογικής νέκυιας, που αργότερα σημαδεύει τη μεταπολεμική μας ποίηση, με κορυφαίο παράδειγμα τον «Νεκρόδειπνο» του Τάκη Σινόπουλου. ΄Εμεινα επίτηδες σε περιφερειακές σημειώσεις, αφήνοντας τον «Χωματόδρομο» στη δική του συντροφική μοναξιά. Κλείνω τώρα τη εισφορά μου με μια δεύτερη αυθαιρεσία. Παραθέτω, χωρίς διακοπή, κάποιες παράφορες μεταφορές της συλλογής, που αποτελούν τη σκαλωσιά της ποιητικής κυριολεξίας, μετρώντας το ύψος της μεταπολεμικής μας ποίησης.

Κι εμείς μιλούσαμε για χώμα και για στάχυα
και για τον σκεπασμένο λάκκο που θα χωνεύει η κοπριά.
Ασπρίζουνε τα ξύλα σαν τα κόκαλα
και τα κομμένα χέρια ξεκουράζονται
για πάντα στον βυθό.
Κάτω από το φανάρι
κυλάει ένα ρυάκι
κάτω από το ρυάκι
γέρνει η βροχή το πρόσωπό της
κι αποκοιμιέται.
Στην τροχαλία της καρδιάς μας
περνάει μ’ένα βοητό ανέμου το ατέλειωτο σχοινί.
Βαρύς χειμώνας.
Α, εμείς σε τούτο τον χειμώνα ελπίζουμε,
μην περιμένεις πια μια υποτροπή καλοκαιριού που πέρασε.
Αυτό γιατρεύτηκε και πάει.

Ευχαριστώ εσάς που με ακούσατε. Μπράβο στον Τίτο. Που πένηντα χρόνια σκάβει τον χωματόδρομό του, ψάχνοντας αγάλματα ποίησης -δικά του και δικά μας.