ΕΠΕΑ ΚΑΙ ΓΡΑΜΜΑΤΑ - ΛΑΜΠΡΟΣ ΠΟΛΚΑΣ
www.epea.gr - Βρίσκεστε εδώ: Αρχική σελίδα » Νεοελληνικές Σπουδές » Κρίσεις & Κριτική
Λάμπρος Πόλκας, δ.φ., στην κλασική φιλολογία - Μ.Δ.Ε. στην ηλεκτρονική μάθηση - εκπαιδευτικός στη Δ.Ε.
 
Σχετικά με το epea.gr
Σύσταση
Επικοινωνία
Εργογραφία
Βιβλία-μελέτες
Κείμενα σε τόμους
¶ρθρα σε περιοδικά
Δημοσιεύσεις
Εφαρμογής
Θεωρητικά
η-βιβλία
Μεταφραστικά
Εισηγήσεις
Συνέδρια
Ημερίδες
Σεμινάρια
Web 2.0
Ιστολόγια
Wikis σχολικά
Wikis ΚΣΕ
Zotero
Flickr
Scoopit
Ιστοσελίδες
Φιλοσοφικός λόγος
1ο Πειραματικό
Διάφορα
Παρουσιάσεις
Τεχνολογικά ΠαΠει

 


Η νεύρωση των λέξεων

Δ. Ν. ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ

Εντευκτήριο 57,
Απρ.-Ιούν. 2002

Ι. Ο υπερκείμενος τίτλος αποτελεί δώρο φιλικού διαλόγου, με αφορμή τις τροπές της σύγχρονης ποίησης και παράδειγμα τα χαρακτηριστικά και σημαντικά ποιήματα της Κικής Δημουλά, όπου οι λέξεις φαίνεται να λειτουργούν κάπως νευρικά, τόσο όταν αμύνονται όσο και όταν επιτίθενται. Προφανώς η, υποθετική έτσι κι αλλιώς, αυτή πρόταση δεν υποβιβάζει την αξία των ποιημάτων και της ποίησης της Κικής Δημουλά, όπως θα ήθελαν κάποιοι κακόπιστοι. Αντίθετα, δείχνει ότι η τίμια και τιμημένη ήδη ποιήτρια είναι και στο κεφάλαιο αυτό υποψιασμένη, όπου άλλοι ομότεχνοι της ελέγχονται τύποις και ουσία ανυποψίαστοι.


Τί σημαίνει όμως η έκφραση «νεύρωση των λέξεων», η οποία μάλιστα ανακαλεί στοιχεία από το ψυχιατριακό και ψυχαναλυτικό λεξιλόγιο; Για μην παρεξηγηθώ, προειδοποιώ ότι πρόθεσή μου δεν είναι, βασισμένος σε ένα αμφίβολο εκφραστικό εφεύρημα, να διατυπώσω μια νέα ποιητική θεωρία. Στην πραγματικότητα υποκινούμαι από την αίσθηση μιας διαφοράς ανάμεσα στην αρχαία ελληνική και στη νεότερη και νεοτερική ποίηση σε ό,τι αφορά τη χρήση και τη λειτουργία των λέξεων. Διαφοράς, η οποία ενδέχεται να έχει σχέση με τον κοινότοπο συνήθως διαχωρισμό κλασικής και ρομαντικής ποίησης. Θα δοκιμάσω να εξηγηθώ, έχοντας πάντως στον νου μου ότι γράφω το πρώτο μου κείμενο για τη Κική Δημουλά, ποιήτρια που πολύ εκτιμώ και τη διαβάζω εδώ και δεκαπέντε χρόνια, χωρίς να έχω μέχρι στιγμής ανταποδώσει τα οφειλόμενα. Γιατί και πώς αυτή η ασυνέπεια είναι μια άλλη ιστορία. Συμβαίνει ωστόσο ποιητές που μας έχουν βαθιά συγκινήσει, να έμειναν για κάποιους λόγους έξω από τα γραφτά μας, κατά κάποιον τρόπο απρόσβλητοι από τις έμμονές μας ιδέες. Όπως κι αν έχει το πράγμα, το προκείμενο αφιέρωμά μου στην Κική Δημουλά διορθώνει μια παράλειψη, χωρίς ελπίζω να ολισθαίνει σε κάποιο απρόβλεπτο λάθος.

Και τώρα επί του προκειμένου. Διαβάζοντας ΄Ομηρο, Σαπφώ, Πίνδαρο, Αισχύλο (για να μείνω σε κορυφαίους και συμβολικούς σταθμούς της αρχαίας ελληνικής ποίησης) είχα την αίσθηση απερίφραστης εμπιστοσύνης των ποιητών στις λέξεις που επιλέγουν και χρησιμοποιούν. Υποθέτω, επειδή θεωρούν ότι, όταν οι λέξεις εντείνονται, γίνονται επαρκείς και αποτελεσματικές γι’ αυτό που θέλουν να πουν. Συστήνουν δηλαδή κάθε φορά το επιθυμητό νόημα, καλύπτουν επομένως το απλό ή πολλαπλό σημαινόμενό τους και, ενμέρει ή ενόλω, το απορροφούν.

Η εμπιστοσύνη αυτή στις λέξεις δεν αποκλείει βεβαίως τη διαίρεση της ανθρώπινης έκφρασης σε ρητή και απόρρητη, τα κριτήρια όμως της προκείμενης διχοτομίας είναι λίγο πολύ θρησκευτικά και τελετουτουργικά. Τούτο σημαίνει κατ’ επέκταση ότι και ο, υποχρεωτικός ή προαιρετικός, χώρος της σιωπής δεν υπονομεύει εξ ορισμού την περιοχή των λέξεων. Με απλούστερα λόγια, που αγγίζουν το όριο της δογματικής, επομένως και της παραπλανητικής, διατύπωσης: φαίνεται ότι ο αρχαϊκός και κλασικός ποιητής της ελληνικής αρχαιότητας αναγνώριζε στις λέξεις ένα ρόλο λίγο πολύ εργαλειακό· χρέος του ήταν να οξύνει μέχρι αποτελεσματικής τελειότητας το εργαλείο αυτό, προκειμένου να ανταποκριθεί στον νοηματικό και συγκινησιακό του προορισμό. Μια τέτοια εκτίμηση των λέξεων δικαιολογεί αφενός την οφειλόμενη σ’ αυτές εμπιστοσύνη, συγχρόνως όμως εμποδίζει την αξιολογική τους υπερτίμηση·που θα μπορούσε αλλως πως να οδηγήσει και στην αυτόνομη πλέον αξία τους. Με τους όρους αυτούς δικαιούται κάποιος να ισχυριστεί ότι στην ελληνική αρχαιότητα είχε συμφωνηθεί και κατορθωθεί «υγιής» σχέση ανάμεσα στον ποιητή και στις λέξεις, που απέτρεπε την αμοιβαία τους νεύρωση.

Η εντύπωσή μου είναι ότι στα νεότερα χρόνια, υπό την επίδραση ίσως και του ρομαντικού κινήματος, το αρχαιοελληνικό αυτό σχήμα κατά κάποιον τρόπο αντιστρέφεται: τη θέση της εμπιστοσύνης καταλαμβάνει τώρα η έντονη δυσπιστία, συγχρόνως όμως (και εδώ αναγνωρίζεται το μεγαλύτερο ενδιαφέρον της υπόθεσης) η εξαρτημένη αρχικώς τιμή της λέξης μεταβάλλεται σε αυτόνομη υπερτίμηση. Γεγονός που μας επιτρέπει να μιλούμε για κάποιου είδους νεύρωση των λέξεων στη νεότερη και νεοτερική ποίηση. Το πρόβλημα, αν όντως πρόκειται για πρόβλημα, περιπλέκεται περισσότερο στον βαθμό που ισχύει στην περίπτωση αυτή η διάσημη φράση του Μαλλαρμέ, σύμφωνα με την οποία τα ποιήματα, σε αντίθεση μάλιστα με τα πεζά κείμενα, γράφονται με λέξεις.

Το ερώτημα τώρα που προκύπτει από τό αντιφατικό κατά κάποιον τρόπο σχήμα (αφενός δυσπιστία του ποιητή απέναντι στις λέξεις που χρησιμοποιεί, αφετέρου υπερτίμηση της αξίας που τους αποδίδεται, αφού σ’ αυτές αναγνωρίζεται η πυρηνική μονάδα του ποιήματος) είναι το επόμενο: ποιοι ποιητές συνειδητοποιούν πράγματι την προκείμενη αντίφαση; πόσοι βρίσκουν τρόπους να την ελέγξουν; πώς αποτυπώνεται ο έλεγχος αυτός πάνω στο ποίημα; μήπως, εκτός από τη μέθοδο συμφιλίωσης του ποιητή με τις νευρωτικές λέξεις του ποιήματός του, δηλώνεται κάποτε και ενα είδος εκδικητικής οργής απέναντί τους, που εκδηλώνεται ως χλευαστικό λογοπαίγνιο, ικανό ωστόσο να αποτελέσει πλέον το υφολογικό σήμα του ποιήματος και του ποιητή;

Ο σωρείτης των προηγουμένων ερωτημάτων μας οδηγεί πιστεύω κατευθείαν στην ποίηση και στην ποιητική της Κικής Δημουλά. Η οποία, καθώς μάλιστα προοδεύει ο βιολογικός και ο ποιητικός της χρόνος, έχει πια συνειδητοποιήσει πως οι λέξεις που διαθέτει για να συνθέσει ένα ποίημα έγιναν στο μεταξύ νευρωτικές. Δύστροπες και συνάμα υπεροπτικές, διεκδικούν ένα είδος αυτονομίας όχι μόνον απέναντι στο υποκείμενο νόημά τους, για το οποίο παντελώς κάποτε αδιαφορούν, αλλά και στην όποια συναισθηματική αφορμή τους, που τείνουν να την επικαλύψουν ή ακόμη και να την ακυρώσουν. Σ’ αυτήν τη νεύρωση των λέξεων της αισθάνομαι ότι η Δημουλά αντιστέκεται με ένα δικό της πρωτότυπο τρόπο: εμπαίζει τις λέξεις του ποιήματος με τη μέθοδο του λογοπαιγνίου, κι έτσι παίρνει κατά κάποιον τρόπο την εκδίκησή της. Ή για να το πω αλλιώς: αντί να παραχωρήσει τη νίκη στον ναρκισσισμό των νευρωτικών λέξεων, τις παρασύρει στο δικό της εκφραστικό παιχνίδι, τις παγιδεύει, τις ξεμπροστιάζει και ως ένα σημείο τις γελοιοποιεί.

Ο εμφανέστερος τρόπος αυτής της τακτικής είναι η ανάπτυξη και η προβολή μιας ρητορικής των λέξεων, όπου φαίνεται να τους παραχωρείται το πεδίο δράσης ελεύθερο, ενώ στην πραγματικότητα τους αφαιρείται το όποιο νοηματικό και συγκινησιακό βάρος· το οποίο μεταφέρεται τώρα πίσω ή κάτω από τις νευρωτικές λέξεις, αναλαμβάνοντας τον ρόλο λαθραίου κατόπτρου, που εικονίζει την πραγματική τους κενότητα. Συγχρόνως όμως, με την ίδια ρητορική μέθοδο, υποβάλλεται και η αντίστροφη αίσθηση: η υπόνοια ότι στην εποχή μας έχουν ίσως λείψει τα πραγματικά αισθήματα, και το κενό αυτό το αναπληρώνουν ακριβώς οι νευρωτικές μας λέξεις. Είμαι της γνώμης ότι, όσο περνάει ο καιρός, η Κική Δημουλά εκθέτει όλο και περισσότερο τα ποιήματά της σ’ αυτήν τήν κόψη του ξυραφιού με μια γενναία δόση ειρωνείας. Αν οι νευρωτικές πια λέξεις της εποχής μας παίζουν συχνά εν ου παικτοίς, τότε δικαιούμαστε, μιλώντας και γράφοντας ποιήματα, να κάνουμε και εμείς το ίδιο: στο δικό τους παίγνιο να απαντούμε με το δικό μας λογοπαίγνιο.

Αυτός ο τρόπος, λογοπαίγνιο στο παίγνιο των λέξεων, φαίνεται να σκανδαλίζει τόσο κάποιους αναγνώστες και ορισμένους κριτικούς της ποίησης της Κικής Δημουλά, ώστε να τον προσγράφουν ως στοιχείο εφευρημένης μανιέρας, που ενίοτε φτάνει στην καταχρηστική υπερβολή. Προφανώς δεν συμφωνώ μ’ αυτή την ομολογημένη ή και ανομολόγητη επιφύλαξη. Αντιθέτως, όπως δοκίμασα να υποδείξω με τις προηγούμενες υποθέσεις και προτάσεις μου, πιστεύω ότι η ποιητική ρητορική της Δημουλά, αποτυπωμένη και στα λογοπαίγνιά της, εκπέμπει σήμα εκφραστικού πανικού, που μας αφορά όλους στις μέρες μας. Μόνο που στη δική της περίπτωση ο πανικός αυτός δεν ενδίδει στην εύκολη δραματοποίηση· προκρίνει την παιγνιώδη ειρωνεία, και έτσι από αμυντικός γίνεται πια επιθετικός.

ΙΙ. Η προηγούμενη δοκιμή θα μπορούσε να σταματήσει εδώ, παραμένοντας προς το παρόν απαραδειγμάτιστη. Επειδή ακριβώς πρόκειται για άγουρη δοκιμή, που της χρειάζεται κάποιος χρόνος, ώσπου να δοκιμάσει την αντοχή και την ευστοχία της σε συγκεκριμένα πλέον ποιήματα της Κικής Δημουλά, ελέγχοντας ειδικότερα τη δράση των λέξεων και την αντίδραση της ποιήτριας. Παρά ταύτα θα τολμήσω δύο, αμήχανες έστω, εφαρμογές, προκειμένου να υποστηρίξω μια αναγνωστική, όπως είπα, αίσθηση, όχι μια ποιητική θεωρία.

Προτείνω λοιπόν να θεωρήσουμε αναγνωρίσιμο δείχτη της ειρωνικής αντίδρασης της Δημουλά απέναντι στις νευρωτικές λέξεις του ποιήματος, την προκλητική σύξευξη συγκεκριμένων και αφηρημένων ουσιαστικών, όπου λίγο πολύ η αφηρημένη λέξη επιτίθεται στη συγκεκριμένη και η συγκεκριμένη λέξη εκνευρισμένη αμύνεται. Παράδειγμα πρόχειρο ο τίτλος της τελευταίας συλλογής της Δημουλά: ΄Ηχος Απομακρύνσεων. Προφανώς η γενική πληθυντικού που επιτάσσεται ανήκει στην κατηγορία των αφηρημένων ουσιαστικών, ενώ η ονομαστική που προηγείται στη δέσμη των συγκεκριμένων. Η συμπλοκή τους θα έλεγε κάποιος πώς βγάζει μάτι. Τί πάει να πει αλήθεια η έκφραση ήχος απομακρύνσεων, η οποία μάλιστα προβάλλεται ως τίτλος ποιητικής συλλογής; Εκτός κι αν πρόκειται για στημένη παγίδα, που λειτουργεί ως ανατρεπτικό λογοπαίγνιο.

Προς αυτή την κατεύθυνση υποθέτω ότι η εξάρτηση της πληθυντικής γενικής υπονοεί την πάλαι ποτέ ενική ανεξαρτησία της, στη συμβατική λόγου χάριν έκφραση απομάκρυνση του ήχου ή των ήχων. Αιφνιδίως όμως η συνηθισμένη αυτή και αμέσως κατανοητή διάταξη των δύο λέξεων αντιστρέφεται: η ονομαστική γίνεται γενική· η γενική ονομαστική· ο ενικός αριθμός πληθυντικός·ο πληθυντικός ενικός· η ανεξαρτησία εξάρτηση· η εξάρτηση ανεξαρτησία. Λογοπαίγνιο λοιπόν πολλαπλών αντιστροφών, το οποίο ωστόσο υπηρετεί κάποιες βαθύτερες ποιητικές προθέσεις και αποφάσεις.

Ας πούμε ότι εδώ μετακινείται λαθραία το κέντρο βάρους της προγραμματικής αυτής έκφρασης από το συγκεκριμένο ουσιαστικό στο αφηρημένο. Ενδιαφέρουν δηλαδή καταρχήν οι απομακρύνσεις: προσώπων, αισθημάτων, πραγμάτων, λέξεων. Παρεπόμενο της απομάκρυνσής τους είναι ο ήχος που αφήνουν πίσω τους· σήμα για την επερχόμενη εξαφάνισή τους, προσωρινό μάλλον υποκατάστατό τους. Οι αποκακρύνσεις στο μεταξύ ενεργοποιούνται και εκπέμπουν τον δικό τους άηχο ήχο Γι’ αυτό μίλησα προηγουμένως για επίθεση του αφηρημένου ουσιαστικού στο συγκεκριμένο, με αποτέλεσμα το γραμματικώς αφηρημένο να γίνεται συγκεκριμένο και το συγκεκριμένο να εξατμίζεται σε κάτι αφηρημένο.

Επιμένοντας στο πεδίο των λέξεων, ενδιαφέρει περισσότερο η δική τους απομάκρυνση, που συνεπάγεται κατά κάποιον τρόπο τη νοηματική τους εκκένωση, τη μετάλλαξή τους σε προσωρινό ήχο, που κι αυτός σε λίγο θα σβήσει. ΄Ισως αυτό είναι το κρυφό πρόγραμμα της τελευταίας συλλογής της Κικής Δημουλά, αποτυπωμένο στον τίτλο της εν είδει λογοπαιγνίου.

Η δεύτερη εφαρμογή που υποσχέθηκα έχει να κάνει μέ την αναγκαστική πια στους καιρούς μας πρόκριση του πλαστού από το γνήσιο, επιλογή που προσβάλλει και τις λέξεις, με τις οποίες συντάσσεται ένα ποίημα. Και εδώ υπόκειται η αντιστροφή μιας ποιητικής κοινοτοπίας, σύμφωνα με την οποία οι λέξεις κερδίζουν μέσα στο ποίημα τη μέγιστη δυνατή γνησιότητά τους, συδυασμένη και με την αυθορμησία τους Η αφελής αυτή αισιοδοξία υπονομεύεται σε ένα πολύστιχο ποίημα της τελευταίας πάλι συλλογής της Δημουλά, που φέρει τον τίτλο Αληθινή Απάντηση.

Το ποίημα έχει μορφή επιστολής που απευθύνεται σε ανώνυμη φίλη, η οποία έχει υποστεί παταγώδη χρεοκοπία, ανοίγοντας σε ξένη χώρα / μπουτίκ με αληθινά κοσμήματα–αντίγραφα περίτεχνα / αυθεντικής προγόνου ελληνικότητας, και ζητεί τώρα κάποιου είδους συμβουλή και συμπαράσταση. Η περσόνα του ποιήματος είναι πρόθυμη να συλληπηθεί τη φίλη της, αλλά δεν διαθέτει «λέξη παρηγορίας», γιατί έχει κι η ίδια υποστεί στο παρελθόν πολλών λαθών πτωχεύσεις. Η λύση που προτείνει βρίσκεται στην προτίμηση των φο μπιζού, φτάνει να είναι τέλεια επεξεργασμένα, πρόσφορα στη μεγάλη ζήτηση και διατηρητέα. Το ποίημα εξελίσσεται σε ειρωνικό έπαινο της έντεχνης πλαστότητας σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής και της έκφρασης, δεδομένου ότι η δήλωση της αλήθειας, αν υπάρχει αλήθεια, συνεπάγεται ενίοτε άγριο λιθοβολισμό. Συμπέρασμα: προτιμάτε τα φο μπιζού, αφού κι ο θάνατος, που δεν είναι βέβαια κουτός, προτιμά την ψεύτικη ζωή μας.

Σκέφτομαι ότι η παραβολή αυτή δεν αφορά μόνο και τόσο τη ζωή μας, όσο τα λόγια μας, με τα οποία σκεπάζουμε τη ζωή μας ή και την υποκαθιστούμε. Αν τώρα τα λόγια αυτά γίνουν λέξεις, που φιλοδοξούν να συντάξουν ένα ποίημα, καλό είναι να ξέρουμε πώς να χειριστούμε τη νεύρωσή τους, όταν μάλιστα υποκρίνονται πως έχουν πιάσει την αλήθεια από τα μαλλιά. Τις αγοράζουμε και τις πουλάμε εν γνώσει μας πως είναι πλαστές. Από εκεί και πέρα ισχύει η αρχή της συνωμοσίας ανάμεσα στον ποιητή και στον αναγνώστη. ΄Οπως την ομολογεί το επόμενο τρίστιχο του ποιήματος που συζητούμε: Εξάλλου ας μην κριβόμαστε. / Κάθε αλήθεια δεν είναι όλη χρυσός / μήτε όλο πολύτιμοι λίθοι. Πολύτιμοι λίθοι, πολύτιμες λέξεις. Μήπως έχει περάσει πια η εποχή τους; ΄Οσο για τη δική μας εποχή, το ξέρουμε: προτιμά από την ποίηση την αντιποίηση, όπως λέμε: αντιποίηση αρχής. Το ζήτημα είναι ποιος έχει το θάρρος. να ομολογήσει αυτόν τον σφετερισμό, που τον ευνοούν οι νευρωτικές μας λέξεις. Η Δημουλά ομολογεί, και μάλιστα με χιούμορ, ότι σ’ αυτό το καζάνι βράζουν στις μέρες μας τα ποιήματα και μας προσφέρουν το ζουμί τους.