ΕΠΕΑ ΚΑΙ ΓΡΑΜΜΑΤΑ - ΛΑΜΠΡΟΣ ΠΟΛΚΑΣ
www.epea.gr - Βρίσκεστε εδώ: Αρχική σελίδα » Νεοελληνικές Σπουδές
Λάμπρος Πόλκας, δ.φ., στην κλασική φιλολογία - Μ.Δ.Ε. στην ηλεκτρονική μάθηση - εκπαιδευτικός στη Δ.Ε.
 
Σχετικά με το epea.gr
Σύσταση
Επικοινωνία
Προσωπικά
Εργασίες ΠαΠει
Εισηγήσεις
ΚΕΓ
ΠΑΚΕ
Ψηφιακά Γράμματα
Κλασικά
Ανθρωπιστικά
Παιδεία
Κλασικές Σπουδές
Νεοελληνικές Σπουδές
Εκπαίδευση
Γραμματεία
Γλώσσα
Μετάφραση
Ενδογλωσσική
Διαγλωσσική
Web 2.0
Ιστολόγια

 


Καβαφική ποίηση και καβαφικές σπουδές

Δ. Ν. ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ

Ρώμη
Δεκέμβριος 2003

Η επαναληπτική επιστροφή στα καβαφικά ποιήματα, η προσωρινή έστω απώθηση της βιβλιογραφικής και φιλολογικής γνώσης, η αποφόρτιση του ποιητικού κειμένου από τη γραμματολογική του εξάρτυση, αναδεικνύουν αυτόματα την ουσιαστική αυτονομία της ποίησης, που συμπίπτει λίγο πολύ με τη μοναξιά της. Μια μοναξιά όμως μεταδόσιμη, που γεφυρώνει την απόσταση ανάμεσα στο ποίημα και στην ανάγνωση, στον ποιητή και στον αναγνώστη.


Εβδομήνα χρόνια από τον θάνατο του Αλεξανδρινού ποιητή και εκατόν σαράντα από τη γέννησή του η καβαφική ποίηση και οι καβαφικές σπουδές γνωρίζουν παγκόσμια πλέον διάδοση και αναγνώριση. Πλεονάζουν ήδη οι μεταφράσεις των καβαφικών ποιημάτων σε κεντρικές και απόκεντρες, «ισχυρές» και «ασθενείς», γλώσσες. Τα καβαφογενή ποιήματα έγιναν ανά τον κόσμο σχεδόν της μόδας. Βιβλία, μελέτες και άρθρα για την καβαφική ποίηση και τον καβαφικό βίο συγκροτούν πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες και στις πέντε ηπείρους. Ορισμένα μάλιστα συμβολικά ποιήματα του Αλεξανδρινού ποιητή επιλέγονται και απαγγέλλονται σε επίσημες δημόσιες τελετές. Πρόσφατο παράδειγμα η τελετουργική απαγγελία του «Περιμένοντας τους Βαρβάρους» στην κηδεία του Edward Said από την κόρη του, με την υπόμνηση ότι ο πατέρας της εκτιμούσε ιδιαιτέρως την ποίηση του Καβάφη και θεωρούσε το συγκεκριμένο ποίημα αποκαλυπτικό σχόλιο για τις αντιφατικές σχέσεις λαών διαφορετικής πολιτικής και πολιτισμικής στάθμης.

Μιλούμε επομένως για απίστευτο, από ποσοτική και ποιοτική άποψη, θησαυρό, η πλήρης και εξαντλητική απογραφή του οποίου μέχρι χτες ακόμη θεωρούνταν ακατόρθωτη. Κι όμως, το φράγμα αυτό έσπασε πρόσφατα με ένα μνημειακό απογραφικό έργο της καβαφικής ποίησης και των καβαφικών σπουδών. Ο λόγος για το φιλολογικό κατόρθωμα («Βιβλιογραφία Κ. Π. Καβάφη, 1886-2000) του Δημήτρη Δασκαλόπουλου, αποτυπωμένο σε 1269 σελίδες ενός αναγνώσιμου και, παρά τον όγκο του, καλαίσθητου τόμου. Φιλοξενήθηκε στις εκδόσεις του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας, αφιερώθηκε δικαίως στη μνήμη του Γ. Π. Σαββίδη και βρήκε οικονομική υποστήριξη στην προθυμία του Υπουργείου Πολιτισμού. Πρόκειται για θεμελιακό και ένθερμο έργο της καβαφικής φιλολογίας, την οποία με αγάπη, γνώση και αυταπάρνηση υπηρετεί, χρόνια τώρα, ο Δασκαλόπουλος.

Μιλώ για ένθερμο έργο, γιατί αυτή η αίσθηση προκύπτει με τη φυλλομέτρηση ήδη και την αποσπασματική ανάγνωση της προκείμενης βιβλιογραφίας. Συνήθως οι βιβλιογραφίες και τα λεξικά θεωρούνται, και είναι, εγχειρίδια ψυχρά· ωφέλιμα εργαλεία βιβλιοφιλικής προσήλωσης, σημαδεμένα ωστόσο με μια δόση σχολαστικισμού. Σπανίως όμως η ψυχρή αυτή εκδοχή αντιστρέφεται, αναδίνοντας μιαν αύρα φιλοποιητική. Αυτή η αντιστροφή κατορθώνεται στο συγκεκριμένο πόνημα του Δασκαλόπουλου, το οποίο φαίνεται να εισπνέει και να εκπνέει την ανάσα της εξελισσόμενης καβαφικής ζωής και ποίησης. Δεν είναι εύκολο να εξηγηθεί η εσωτερική αυτή θερμοκρασία της προκείμενης βιβλιογραφίας. Αποφασιστικό πάντως ρόλο φαίνεται να παίζουν και κάποια σπαρταριστά λήμματα, κειμενικά και εικονογραφικά.

Πρώτο κειμενικό παράδειγμα το λήμμα Δ 437. Ανυπόγραφο σημείωμα, δημοσιευμένο στη Νέα Εστία (τεύχος 7, 1.1.1930, πιθανότατα του Γρηγορίου Ξενόπουλου, για το καβαφικό ποίημα «Νέοι της Σιδώνος (400 μ.Χ.)». Αντιγράφω την καταληκτική παράγραφο του σημειώματος, αποκαλυπτική της αμηχανίας του Ξενόπουλου να αφήσει το καβαφικό ποίημα στην αμφισημία του, από φόβο μήπως εκληφθεί ως αντιπατριωτικό. Ερμηνευτική απόφαση που διατυπώνεται απερίφραστα, σχεδόν απειλητικά για όσους θα τολμούσαν να την αμφισβητήσουν. Το παράθεμα: Ο Καβάφης, λοιπόν, μ’ αυτό το επεισόδιο, θέλει να δείξει ότι ο Αισχύλος στο επίγραμμά του έβαλε μόνο εκείνο που έπρεπε να βάλει, και ότι μόνον μυρόβλητοι νέοι, τρυφηλοί, έκφυλοι και «φανατικοί για γράμματα –ανίδεοι με άλλους λόγους κι άσχετοι προς κάθε είδους αλκήν, σαν τον «ζωηρό» της Σιδώνος– μπορούν να τον μέμφονται για λιποψυχία...και προδοσία της τέχνης του. ΄Οποιος θά ’βγαζε το εναντίο, δεν θά ’χε καταλάβει το ποίημα. ΄Η αν είχε το εναντίο στο νου του ο Καβάφης, τότε δεν χειρίσθηκε καλά το θέμα. Σχόλια, υποθέτω, δεν χρειάζονται, εκτός από την υπόμνηση ενός, ομότιτλου προς το καβαφικό, ποιήματος του Μανόλη Αναγνωστάκη και ενός απροσδόκητου σχολίου του Γιώργου Σεφέρη για το ίδιο ποίημα, δημοσιευμένου στην Πανσπουδαστική (τεύχος 42, Δεκέμβριος του 1962).

Δεύτερο κειμενικό παράδειγμα, ελαφρώς σκανδαλοθηρικό, το Δ 332. Ανήκει ασφαλώς στον Τίμο Μαλάνο, θησαυρισμένο στις «Ειδήσεις και Σχόλια. Σημειώματα 1 (15 Απριλίου 1927)». Παραθέτω την τελευταία του περίοδο: «Στην Αλεξάνδρεια, τους τελευταίους τρεις μήνες, κυκλοφορεί ένα περιοδικό που εκδίδεται από ένα τελείως αμόρφωτο παιδάριο. Το παιδάριο αυτό βρίζει αναίσχυντα ανθρώπους άξιους σεβασμού, επειδή οι άνθρωποι αυτοί δεν επικροτούν τις μεθόδους του κ. Καβάφη, ή μάλλον, επειδή δεν συγχωρούν την παροιμιώδη επαινοθηρία του ποιητή να παρασύρει παιδιά που έχουν πρωτίστως ανάγκη από μόρφωση. Το παιδάριο αυτό δεν θα το ονομάσουμε σήμερα. Επιφυλασσόμεθα να το ονομάσομε, όταν θα μορφωθεί, αν εννοείται μορφωθεί κάποτε. Θα ονομάσομε όμως το περιοδικό που λέγεται: "Αλεξανδρινή Τέχνη". Τέλος του παραθέματος, που προτείνω να ερμηνευθεί ως σήμα συγγνωστής παθολογίας (του Μαλάνου αλλά και του Καβάφη), η οποία υπονομεύει, ευτυχώς, την εύκολη εξιδανίκευση προσώπων και πραγμάτων στον λογοτεχνικό μας χώρο –και όχι μόνον.

Δυο λόγια για τη συναρπαστική «Εικονογραφία Κ. Π. Καβάφη (1897-2000)» της βιβλιογραφίας, μοιρασμένη μεθοδικά στα εξής κεφάλαια: οικογενειακές και λοιπές φωτογραφίες· φωτογραφίες του Κ. Π. Καβάφη· πορτρέτα του Κ. Π. Καβάφη· γελοιογραφίες· εικαστικά εμπνευσμένα από ποιήματα του Κ. Π. Καβάφη· μετάλλια· γραμματόσημα. Σπουδαία συλλογή, για τους φανατικούς ιδίως του εικονογραφικού μινιμαλισμού. Πλεονάζουν και προέχουν τα πορτρέτα, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και κάποια εξαιρετικής τόλμης σκίτσα. Εντυπωσιάζουν επίσης οι πανέξυπνες και ευρηματικές γελοιογραφίες του Ν. Παππά, ο οποίος παραμένει, κατά την προφορική διαβεβαίωση του Δασκαλόπουλου, ακόμη αταύτιστος.

Επιστροφή τώρα στην Εισαγωγή της Βιβλιογραφίας (σ. 11-27). Υποδειγματικό κείμενο οικονομίας, ευστοχίας και προδιαγραφής του τρόπου σύνταξης, κατανομής και σήμανσης των λημμάτων κατά μέρη και κεφάλαια. Αρετές που προσγράφονται στή γνώση και στο ερευνητικό πάθος του βιβλιοφάγου Δασκαλόπουλου, το οποίο παραμένει απαρχής μέχρι τέλους ακέραιο, δίχως ίχνη αυτάρεσκης επίδειξης.

Επτακόσια εννέα λήμματα συστήνουν την Εργογραφία Καβάφη σε πρωτότυπα έργα, και τετρακόσια εξήντα την καβαφική βιβλιογραφία σε μεταφράσεις. Και στις δύο κατηγορίες, σχηματίζονται, καθώς περνούν τα χρόνια, καμπύλες, που επιτρέπουν τώρα στον ερευνητή να διαγνώσει εμφανέστερες και λανθάνουσες τομές στη δημοσίευση, κυκλοφορία και πρόσληψη του καβαφικού έργου, οι οποίες συχνά διασταυρώνονται μεταξύ τους. Τούτο φαίνεται και στον προσεκτικότερο έλεγχο των αναδημοσιευομένων κάθε φορά καβαφικών ποιημάτων σε αλεξανδρινά και ελλαδικά περιοδικά, υπό τη μορφή συνήθως συνοπτικού ή εκτενέστερου ανθολογίου. ΄Οσο ζει ο ποιητής, η σταθερότερη αναδημοσίευση κάποιων ποιημάτων του ενδέχεται να αποτελεί δείκτη και της προσωπικής του προτίμησης, η οποία δεν πρέπει καλά και σώνει να εκτιμηθεί ως αξιολογική, καθώς δεν αποκλείονται εδώ και άλλου είδους σκοπιμότητες. Μετά τον θάνατο του ποιητή όμως οι αναδημοσιεύσεις σαφέστερα δείχνουν τις προτιμήσεις εκδοτών και αναγνωστικού κοινού για κάποια ποιήματα. Αξίζει, πιστεύω, τον κόπο να μετρηθούν τώρα συστηματικότερα τόσο οι πρώτες όσο και οι δεύτερες επιλογές, οι οποίες, όσο βλέπω, καθ’ οδόν μεταβάλλονται. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η «Ιθάκη», της οποίας οι αναδημοσιεύσεις για κάμποσο χρόνο αργοπορούν, έως ότου κάποτε εκρηκτικώς (για να μην πω: ενοχλητικώς) πολλαπλασιάζονται.

Στο μεταίχμιο της καβαφικής εργογραφίας και της καβαφικής φιλολογίας ανήκει ένα αμφίσημο κείμενο, οδηγός αδιάψευστος της καβαφικής ποιητικής. Ο λόγος για το γαλλόφωνο «Αυτοεγκώμιο» του Καβάφη, χρονολογημένο γύρω στα 1930 από τον Μιχάλη Περίδη, στον οποίο οφείλεται και η δημοσιευμένη από τον ίδιο νεοελληνική του μετάφραση. Αφήνοντας στην άκρη τα συμφραζόμενα του αποκαλυπτικού αυτού κειμένου (είναι βέβαιο πάντως ότι υπαγορεύτηκε από τον ίδιο τον ποιητή, ενώ αδιευκρίνιστο παράμενει αν, πού και ποτέ δημοσιεύτηκε), παραθέτω τις τέσσερις πρωτοπρόσωπες παραγράφους του, οι οποίες αποδίδονται σε κάποιον υποθετικό, μη επονομαζόμενο επαινέτη του καβαφικού έργου:

Δεν συμμερίζομαι την γνώμη εκείνων που διατείνονται ότι το έργο του Καβάφη, με το να είναι ένα έργο ιδιότυπο και να μην ανήκει σε καμμιά από τις γνωστές σχολές, θα μείνει για πάντα ούτως ειπείν μια ειδικότης της ποιήσεως, η οποία δεν θα εύρη μιμητάς. Μιμητάς, αληθώς επιπολαίους ως επί το πλείστον, ανακαλύπτω ήδη και όχι μόνο μεταξύ των Ελλήνων ποιητών. Σπάνια αλλά χτυπητά παραδείγματα της επιρροής του Καβάφη διαπιστώθησαν λίγο-πολύ παντού. Φυσική συνέπεια κάθε έργου αξίας και προόδου. Ο Καβάφης, κατά την γνώμη μου, είναι ποιητής υπερμοντέρνος, ποιητής των μελλουσών γενεών. Εκτός από την ιστορική, ψυχολογική και φιλοσοφική αξία του, η λιτότης του ύφους του, που εγγίζει ενίοτε τον λακωνισμό, ο ζυγισμένος ενθουσιασμός του που ελκύει προς τη διανοητική συγκίνηση, η ορθή φράσις του, αποτέλεσμα μιας αριστοκρατικής φυσικότητας, η ελαφρά ειρωνεία του, αντιπροσωπεύουν στοιχεία που θα εκτιμήσουν ακόμη περισσότερο οι γενεές του μέλλοντος, παρακινημένες από την πρόοδο των ανακαλύψεων και την λεπτότητα του νοητικού μηχανισμού. Οι σπάνιοι ποιηταί σαν τον Καβάφη θα καταλάβουν τότε πρωτεύουσα θέσι σ’ έναν κόσμο που θα σκέπτεται πολύ περισσότερο παρά σήμερα. Με αυτά τα δεδομένα υποστηρίζω ότι το έργο του δεν θα μείνει απλώς κλεισμένο μέσα στις βιβλιοθήκες σαν ένα ιστορικό τεκμήριο της ελληνικής λογοτεχνικής εξελίξεως (πιστή αντιγραφή από το πρόσφατα δημοσιευμένο, άρτιο από κάθε άποψη, χρονικό, υπό τον τίτλο «Ο βίος και το έργο του Κ. Π. Καβάφη», του Δημήτρη Δασκαλόπουλου και της Μαρίας Στασινοπούλου, εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, σ. 145).

Δύο άκρως συνοπτικά σχόλια για το μέχρι κεραίας μετρημένο και ζυγισμένο αυτό «Αυτοεγκώμιο». Το πρώτο σχόλιο: όποιος σκανδαλίζεται με τον προφητικό αυτοέπαινο του Καβάφη, που καταργεί εξ αποτέλεσματος κάθε είδους μίζερη ταπεινοφροσύνη, ας θυμηθεί τον μελλοντολογικό οίστρο του Θουκυδίδη για το δικό του ιστορικό έργο, που δεν διστάζει να το χαρακτηρίσει κτήμα ες αιεί μάλλον ή αγώνισμα ες το παραχρήμα ακούειν. Ανάλογη βεβαιότητα για τη μελλοντική της δόξα αποτύπωσε, συγκριτικά πάλι, σε ένα ποίημά της και η Σαπφώ. Τα παραδείγματα, και από τα νεότερα χρόνια, θα μπορούσαν να πολλαπλασιαστούν. ΄Οπως κι αν έχει το πράγμα, φαίνεται ότι οι πράγματι μεγάλοι, λιγοστοί έτσι κι αλλιώς, έχουν συνείδηση πως ανήκουν περισσότερο στο μέλλον παρά στο παρόν.

Το δεύτερο σχόλιο: ευστοχότερη και πιο επιγραμματική εκτίμηση της καβαφικής ποίησης δεν έχει, κατά τη γνώμη μου μέχρι των ημερών μας, διατυπωθεί. Κυρίως η τρίτη παράγραφος του «Αυτοεγκωμίου» περιέχει συσταστικά στοιχεία της «μελλοντικής» ιδιοφυίας του Καβάφη, που θα άξιζε τόν κόπο να αναπτυχθούν και να επικυρωθούν, με ευαίσθητη οξύνοια, σε μια σύγχρονη, συγκριτική, ποιητολογική μελέτη. Υπό τον όρο ότι το κέντρο βάρους θα παραμείνει εκεί που το θέλησε και το προφήτεψε ο ίδιος ο Καβάφης: στην ιστορία, στην ψυχολογία, στη φιλοσοφία, στον υφολογικό λακωνισμό, στη διανοητική συγκίνηση, στην αριστοκρατική φυσικότητα και προπαντός: στην «πρόοδο των ανακαλύψεων και στη λεπτότητα του νοητικού μηχανισμού».

΄Επεται το τέταρτο, τελευταίο και στιβαρότερο μέρος της καβαφικής βιβλιογραφίας, με τον κορμό και τα συμπληρώματά του. Συνολικά 4.184 λήμματα, απλά και σύνθετα, αναλογούν σε: σχόλια, πληροφορίες, μελέτες και βιβλία. Δικαίως εδώ η καβαφική βιβλιογραφία (δική μας και ξένη, σε αυστηρώς χρονική εξέλιξη και διαδοχή) μετονομάζεται σε καβαφική φιλολογία –όρος που μου θυμίζει την απέραντη ομηρική φιλολογία. Διόλου απίθανο εξάλλου συγκριτικές μετρήσεις να αποδείξουν ότι ο Καβάφης είναι βιβλιογραφικά ο περισσότερο ευνοημένος ποιητής του νέου ελληνισμού. Ποικίλα πάντως πορίσματα μπορούν να προκύψουν από την προσεκτική ανάγνωση του βιβλιογραφικού αυτού θησαυρού. Σημειώνω δείγματος χάριν μερικά, εν είδει ερωτήσεων:

  1. Αυξάνει συνεχώς η αυξομειώνεται καθ’ οδόν η καβαφική φιλολογική σοδειά; Πότε (και γιατί) γνωρίζει η καβαφική φιλολογία τις μέγιστες αυξήσεις της; πότε (και γιατί) τις ευκαιριακές έστω μειώσεις της; Ποια η αναλογία μεταξύ σχολίων, πληροφοριών, μελετών και βιβλίων, καθώς ο χρόνος προβαίνει από το 1886 έως το 2000; Υπάρχει δυνατότητα να συγκριθεί (ποσοτικά καταρχήν, μετά και ποιοτικά) η καβαφική φιλολογία με την παλαμική και τη σεφερική φιλολογία;
  2. Μορεί να σχηματιστεί διαβαθμισμένος κατάλογος προσώπων (δικών μας και ξένων), τα οποία, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, έγραψαν για τον βίο και το έργο του αλεξανδρινού ποιητή, ώστε να διακριθούν οι συστηματικότεροι από τους ευκαιριακούς καβαφιστές;
  3. Ο αριθμός των σχολίων (προπάντων των κριτικών σχολιασμών), τα οποία επιτάσσονται σε πολλά ερμηνευτικά λήμματα, αποτελεί πράγματι δείκτη της γραμματολογικής αξίας τους; Μπορούμε, με βάση τον δείκτη αυτόν, να αποφασίσουμε ποιες φιλολογικές συμβολές, που έκαναν εντύπωση (ή και πάταγο) στον καιρό της δημοσίευσής τους, διατηρούν ή έχασαν σήμερα την αρχική τους σημασία;
  4. Υπάρχει ελπίδα, σε προσεχή έκδοση της πολύτιμης αυτής καβαφικής βιβλιογραφίας, να αξιολογηθούν διακριτικά (με αύξοντες αστερίσκους, κατά το πρότυπο της δημοσιογραφικής κινηματογραφικής κριτικής) οι λημματογραφημένες φιλολογικές συμβολές; Η αξιολογική αυτή διάκριση κρίνεται, κατά τη γνώμη μου, ωφέλιμη, ως προκριτικός μπούσουλας για τους νεότερους προπάντων μελετητές της καβαφικής ποίησης, που άλλως πως κινδυνεύουν να καταποντιστούν στον ασημάδευτον αυτόν βιβλιογραφικό ωκεανό.
  5. Τελευταία και προκλητικότερη ερώτηση, στο όριο ίσως της αυθαιρεσίας. Η προκείμενη εξαντλητική βιβλιογραφία (η οποία με υποδειγματικό τρόπο καταγράφει και κωδικοποιεί το σύνολο του εργογραφικού, εικονογραφικού και φιλολογικού θησαυρού, ο οποίος συστήνει και κατοχυρώνει την ποίηση του Κ.Π.Καβάφη) τελικώς ενισχύει ή υποβαθμίζει την αναγνωστική έκπληξη και απόλαυση των καβαφικών ποιημάτων; Μήπως κάτω από το βιβλιογραφικό και φιλολογικό αυτό βάρος συνθλίβονται τα ίδια τα ποιήματα και εμποδίζεται η αυτόματη γοητεία τους;

Η προσωπική μου απάντηση στην αφελή αυτή ερώτηση είναι: και ναι και όχι. Ναι, αν αυτονομηθεί η σημασία της βιβλιογραφικής και φιλολογικής ενημέρωσης, καταλήγοντας στην αυτάρκεια και στην αυταρέσκεια κάποιων καβαφιστών, έναντι του ευρύτερου, λειψά πληροφορημένου, φιλοκαβαφικού κοινού. ΄Η για να το πω αλλιώς: δεν αποκλείεται η υπερβολική προσήλωση στα βιβλιογραφικά και φιλολογικά δεδομένα της καβαφικής ποίησης να μεταθέσει το κέντρο βάρους της ανάγνωσης από τον πρωτεύοντα στόχο στα βοηθητικά μέσα· από τα ίδια δηλαδή τα ποιήματα στον περί καβαφικών ποιημάτων λόγο.

΄Οχι, εφόσον, υποψιασμένος ο αναγνώστης, αποφύγει τις προηγούμενες παγίδες, αντιστρέφοντας την ενδεχόμενη ζημιά σε πιθανό κέρδος. ΄Οπως κι αν έχει το πράγμα, η επαναληπτική επιστροφή στα καβαφικά ποιήματα, η προσωρινή έστω απώθηση της βιβλιογραφικής και φιλολογικής γνώσης, η αποφόρτιση του ποιητικού κειμένου από τη γραμματολογική του εξάρτυση, αναδεικνύουν αυτόματα την ουσιαστική αυτονομία της ποίησης, που συμπίπτει λίγο πολύ με τη μοναξιά της. Μια μοναξιά όμως μεταδόσιμη, που γεφυρώνει την απόσταση ανάμεσα στο ποίημα και στην ανάγνωση, στον ποιητή και στον αναγνώστη.