ΕΠΕΑ ΚΑΙ ΓΡΑΜΜΑΤΑ - ΛΑΜΠΡΟΣ ΠΟΛΚΑΣ
www.epea.gr - Βρίσκεστε εδώ: Αρχική σελίδα » Νεοελληνικές Σπουδές » Κρίσεις & Κριτική
Λάμπρος Πόλκας, δ.φ., στην κλασική φιλολογία - Μ.Δ.Ε. στην ηλεκτρονική μάθηση - εκπαιδευτικός στη Δ.Ε.
 
Σχετικά με το epea.gr
Σύσταση
Επικοινωνία
Εργογραφία
Βιβλία-μελέτες
Κείμενα σε τόμους
¶ρθρα σε περιοδικά
Δημοσιεύσεις
Εφαρμογής
Θεωρητικά
η-βιβλία
Μεταφραστικά
Εισηγήσεις
Συνέδρια
Ημερίδες
Σεμινάρια
Web 2.0
Ιστολόγια
Wikis σχολικά
Wikis ΚΣΕ
Zotero
Flickr
Scoopit
Ιστοσελίδες
Φιλοσοφικός λόγος
1ο Πειραματικό
Διάφορα
Παρουσιάσεις
Τεχνολογικά ΠαΠει

 


Αμοιβαίες ανταλλαγές γλώσσας και λογοτεχνίας στη Μέση Εκπαίδευση

Δ. Ν. ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ 


Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
Γλώσσα και Λογοτεχνία

στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση
(16-17/2003)

Ενδιαφέρει, καταρχάς, να αποφασίσουμε κατά πόσο μέσα στον χώρο της δικής μας εκπαίδευσης κατέχουν ισότιμη ή ανισότιμη θέση η γλώσσα μας και η λογοτεχνία μας. Πιστεύω ότι η απόκριση σ’ αυτήν ειδικά την ερώτηση δεν είναι δύσκολη, για να μην πω ότι είναι προφανής. Εννοώ πως τόσο η πρακτική όσο και η θεωρητική διδασκαλία περί γλώσσας και λογοτεχνίας στη Μέση Εκπαίδευση δείχνουν ότι το ισχύον καθεστώς ευνοεί περισσότερο τη γλώσσα από τη λογοτεχνία· ελέγχεται, επομένως, πιο πολύ φιλογλωσσικό παρά φιλολογοτεχνικό.


Ι. Ο τίτλος της εισήγησής μου προϋποθέτει κάποιες θέσεις και υπονοεί ανάλογες αντιθέσεις. Θέσεις και αντιθέσεις μπορούν να συμψηφιστούν προκαταβολικά στα επόμενα ερωτήματα:

  1. Οι ανταλλαγές γλώσσας και λογοτεχνίας αποκλείουν ή ευνοούν τη συγγένεια των δύο όρων; Και αν συμβαίνει το δεύτερο, η προτεινόμενη συγγένεια είναι πρώτου ή δεύτερου βαθμού; Μήπως, παρά τη συγγένειά τους, η γλώσσα και η λογοτεχνία αναπτύσσουν και αντίπαλες σχέσεις, που μπορεί να φτάσουν έως τη ρήξη;
  2. Το γεγονός ότι γλώσσα και λογοτεχνία ανταλλάσσονται και συναλλάσσονται μεταξύ τους, σημαίνει ότι λείπει από τον κάθε όρο η απόλυτη αυτάρκεια, και αυτή ή έλλειψη καθιστά ωφέλιμη, ή και απαραίτητη, τη μεταξύ τους ανταλλαγή; Μήπως η βέβαιη ή πιθανή αυτή ανεπάρκεια αφορά μόνον στον ένα (και σε ποιον από τους δύο) όρο, ο οποίος και επιζητεί την ανταλλαγή και τη συναλλαγή προς ίδιο συμφέρον;
  3. Τελικώς πρόκειται για ισότιμους ή για αντισότιμους όρους; Και αν συμβαίνει το δεύτερο, ποιος διεκδικεί το προβάδισμα και με ποιες συνέπειες για τον άλλο που έπεται. Ή μήπως το δίλημμα της ισοτιμίας ή της ανισοτιμίας γλώσσας και λογοτεχνίας είναι πλαστό, επινοημένο για συγκεκριμένους λόγους μέσα στο σχολείο, ειδικότερα μάλιστα στο πλαίσιο της νεοελληνικής Μέσης Εκπαίδευσης;

Προφανώς τα τρία αυτά σύνθετα ερωτήματα συνέχονται μεταξύ τους· το ένα παράγει το άλλο και συγχρόνως παράγεται από αυτό, απαγορεύοντας έτσι την αυτοτελή τους πραγμάτευση. Παρά ταύτα, για λόγους κυρίως σκοπιμότητας (ενόψει και του γενικού θέματος του συνεδρίου) προτείνω να επιλέξουμε, αντιστρέφοντας τη σειρά, το τρίτο ερώτημα ως πρώτο, θεωρώντας το κατά κάποιον τρόπο για τη συζήτησή μας ιδρυτικό. Ενδιαφέρει, επομένως, καταρχάς να αποφασίσουμε κατά πόσο μέσα στον χώρο της δικής μας εκπαίδευσης κατέχουν ισότιμη ή ανισότιμη θέση η γλώσσα μας και η λογοτεχνία μας.

Πιστεύω ότι η απόκριση σ’ αυτήν ειδικά την ερώτηση δεν είναι δύσκολη, για να μην πω ότι είναι προφανής. Εννοώ πως τόσο η πρακτική όσο και η θεωρητική διδασκαλία περί γλώσσας και λογοτεχνίας στη Μέση Εκπαίδευση δείχνουν ότι το ισχύον καθεστώς ευνοεί περισσότερο τη γλώσσα από τη λογοτεχνία· ελέγχεται, επομένως, πιο πολύ φιλογλωσσικό παρά φιλολογοτεχνικό. Σ’ αυτή τη διδακτική πρόκριση της γλώσσας έναντι της λογοτεχνίας συνετέλεσαν και συντελούν και άλλοι λόγοι (ένας από αυτούς είναι ότι διδάσκεται ευκολότερα η γλώσσα από ό,τι η λογοτεχνία), κυρίως, όμως, συνέβαλε η συγκριτική αναγωγή της νεοελληνικής γλώσσας στην αρχαία ελληνική γλώσσα και της νεοελληνικής λογοτεχνίας στην αρχαία ελληνική λογοτεχνία. Εξηγούμαι:

Η νεοελληνική εκπαίδευση και παιδεία ξεκίνησε με ένα ιδεολογικής τάξης αξίωμα, που το τροφοδότησε ενμέρει και η ιστορική συγκυρία του νεοϊδρυμένου κράτους. Τόσο η νεοελληνική γλώσσα όσο και η νεοελληνική γραμματεία αναζήτησαν προσαυξημένο κύρος αντιστοίχως στην αρχαία ελληνική γλώσσα και στην αρχαία ελληνική γραμματεία, που ανακηρύχτηκαν για τον λόγο αυτόν αξιομίμητα πρότυπα. Η εκτίμηση, ειδικότερα, της αρχαίας ελληνικής γλώσσας οδήγησε στην υπερεκτίμησή της, καθώς θεωρήθηκε αυτονόητο ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η υψηλή στάθμη της ίδιας της γλώσσας (της αρχαίας εν προκειμένω) δημιούργησε την υψηλής στάθμης λογοτεχνία (την αρχαία εν προκειμένω).

Αυτό το δόγμα (γιατί περί δόγματος πρόκειται) είχε τα εξής παρεπόμενα, που εδιαφέρουν τη συζήτησή μας: υποτιμήθηκε τόσο η νεοελληνική γλώσσα όσο και η νεοελληνική λογοτεχνία, ενώ η αναβάθμιση της νεοελληνικής λογοτεχνίας συνδέθηκε άμεσα με την αναβάθμιση της νεοελληνικής γλώσσας, που αναζήτησε για τον σκοπό αυτόν, άμεσα ή έμμεσα, την αρωγή της αρχαίας ελληνικής γλώσσας. Αποτέλεσμα της γλωσσικής αυτής ιδεοληψίας ήταν να υποταχθεί στη γλώσσα τόσο η διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής όσο και της νέας ελληνικής λογοτεχνίας, και να εγκατασταθεί το φιλογλωσσικό καθεστώς, για το οποίο μίλησα προηγουμένως, ως σήμα της γραμματολογικής μας εκπαίδευσης και παιδείας. Τόσα αρκούν, υποθέτω, ως ανταπόκριση στο ερώτημα περί εκβιαστικής ανισοτιμίας γλώσσας και λογοτεχνίας στη Μέση Εκπαίδευση εις βάρος της λογοτεχνίας. Ανισοτιμίας, η οποία πιστεύω πως, φανερά ή λαθραία, συνεχίζεται, επειδή φαίνεται μάλλον να βολεύει διδάσκοντες και διδασκομένους μέσα στην τάξη. Επιστρέφω τώρα στο πρώτο ερώτημα της εισήγησής μου, που αφορά στην έκταση συγγένειας μεταξύ γλώσσας και λογοτεχνίας.

ΙΙ. Στον βαθμό που γλώσσα και λογοτεχνία εκτελούν τον διακεκριμένο έστω ρόλο τους, προσφεύγοντας σε φωνήματα και λεξήματα, μπορούμε να πούμε ότι συμπίπτουν. Είναι κατά κάποιον τρόπο ομογενείς και όχι απλά και μόνο συγγενείς. Η ομογένεια, ωστόσο, αυτή δεν αποκλείει κάποιες διαφορές, ποσοτικές και ποιοτικές. Ορίζοντας έτσι τη γλώσσα ως σημειωτικό σύνολο, είμαστε υποχρεωμένοι να αναγνωρίσουμε ότι η λογοτεχία αποτελεί μέρος αυτού του όλου. Με άλλα λόγια: η γλώσσα ως περιέχον σύστημα συγκαταλέγει στα περιεχόμενά της και τη λογοτεχνία. Ή για να το πω αλλιώς: η λογοτεχνία καλύπτει έναν τομέα μέσα στον κύκλο της γλώσσας και συγχρόνως συστήνει έναν διακεκριμένο, όπως θα δούμε, τρόπο της. Τούτο σημαίνει ότι, είτε χαρακτηρίσουμε τη γλώσσα και τη λογοτεχνία ομογενείς είτε συγγενείς, επιτρέπεται, αν δεν επιβάλλεται, ως ένα βαθμό και να τις διακρίνουμε, ποσοτικά πρώτα και ποιοτικά μετά. Ο προτεινόμενος, συγκριτικός και διακριτικός, προσδιορισμός των δύο όρων δεν φαίνεται να αδικεί κανέναν από τους δύο ούτε να διαβάλλει εξαρχής την ισοτιμία τους. Αφήνει, ωστόσο, κάποια άλλα κρίσιμα ερωτήματα ανοιχτά.

Το πρώτο και το πιο σημαντικό, κατά τη γνώμη μου, είναι: αν η λογοτεχνία δέχεται ή ανέχεται τον απόλυτο έλεγχο της γλώσσας. ΄Η μήπως σε κάποιες περιπτώσεις αντιστρέφει κατά κάποιον τρόπο τον παθητικό έλεγχο σε ενεργητικό, ελέγχοντας τώρα η ίδια, με τά δικά της μέτρα και σταθμά, τη γλώσσα; Η απάντηση, όμως, σ’ αυτό το ερώτημα προϋποθέτει αυστηρότερο και επαρκέστερο έλεγχο τόσο της γλώσσας όσο και της λογοτεχνίας, για να εντοπιστούν όχι μόνο οι ομοιότητές τους αλλά κυρίως οι όποιες διαφορές τους. Επ’ αυτού προηγούνται δύο προκαταρκτικές και πιο γενικές παρατηρήσεις:

  1. Αν για τη συστηματική μελέτη της γλώσσας βασική μονάδα μέτρησης είναι η λέξη και, κατ’ επέκταση, η πρόταση, για την αναγνώριση και την ανάγνωση της λογοτεχνίας ως αντίστοιχη μονάδα προκρίνεται το κείμενο, ακριβέστερα: το μικροκείμενο. Τούτο ισχύει ακόμη και για τον πυρήνα της λογοτεχνίας, την ποίηση, παρά τη γνωστή και την ευκαίρως ακαίρως επαναλαμβανόμενη απόφαση του Μαλαρμέ ότι η ποίηση κατορθώνεται με λέξεις. Γιατί στο μικροκείμενο ελέγχονται τόσο οι ιδιάζοντες σημασιολογικοί όσο και οι ιδιόρρυθμοι τροπικοί συντελεστές της λογοτεχνίας –θα μιλήσουμε γι’ αυτούς παρακάτω.
  2. Η γλώσσα, ως σημειωτικό και κατά βάση επικοινωνικό σύστημα (μετά τον Σωσσύρ, ιδρυτή της νέας γλωσσολογίας, αλλά και όσους τον ακολούθησαν, συγκλίνοντες και αποκλίνοντες της γλωσσολογικής επιστήμης και των συγγενικών επιστημών του ανθρώπου), έχει ανοίξει, σε μεγάλο πια βαθμό, τα κλειστά έως τότε χαρτιά της. Κάτι που δεν συνέβη και δεν συμβαίνει με τη λογοτεχνία, παρά την πληθωρική και ακατάσχετη κάποτε θεωρία περί λογοτεχνικότητας στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα. Ακόμη και η αναγνωριστική ταυτότητα της λογοτεχνίας (αυτή που θα μας επέτρεπε να πούμε με βεβαιότητα τί είναι λογοτεχνία) εξακολουθεί να ταλαντεύεται και να αμφισβητείται· τώρα μάλιστα που, μέσα στο κίνημα του αχαλίνωτου μεταμοντερνισμού, συγχέεται η λογοτεχνική παραγωγή με την ευπρόσδεκτη και ευπώλητη στις καταναλωτικές μέρες μας παραλογοτεχνία. Με τους όρους αυτούς η λογοτεχνία εμμένει και παραμένει σε κάποιον βαθμό απροσδιόριστη, προπάντων στον σκληρό πυρήνα της, αν όχι και στο ταξινομικό της περιτύλιγμα, που και αυτό έχει χάσει τα τελευταία χρόνια τις παραδοσιακές, διακριτικές ετικέτες του. Συμπέρασμα: μπροστά στη σαφέστερα προσδιορισμένη και πειθαρχική στις δομικές αρχές της γλώσσα, η λογοτεχνία φαίνεται να προτιμά την απροσδιοριστία και την απειθαρχία, η οποία κάποτε φτάνει στο όριο της αναρχίας. Εντοπίζω εφεξής και σχολιάζω σύντομα κάποια εξωτερικά σήματα της γλωσσικής αυτής απειθαρχίας που εμφανίζει η λογοτεχνία.

ΙΙΙ. Η κοινή, καθημερινή γλώσσα, εξυπηρετεί και εξασφαλίζει κυρίως την αποτελεσματική και ωφέλιμη επικοινωνία, προπάντων με τον προφορικό λόγο, επιμένοντας στην ολοκλήρωση και στη σαφήνεια των μηνυμάτων της. Αντίθετα, η λογοτεχνία, συνήθως γραπτή, μετατρέπει την ωφέλιμη χρήση της γλώσσας σε διηγητική και ακροαματική απόλαυση. Η τέρψη, άλλως πως, η ψυχαγωγία, γίνεται πρώτος και τελικός της στόχος, και σ’ αυτόν τον στόχο υποτάσσει η λογοτεχνία τις εκφραστικές και υφολογικές της επιλογές, ανάμεσα στις οποίες προέχει η μυθοπλασία. Φτάνει να θυμηθούμε το αρχαίο έπος και το νεότερο μυθιστόρημα (συμπληρωματικώς τη νουβέλα και το διήγημα), για να μετρήσουμε και να εκτιμήσουμε το εύρος, το βάθος, την ποικιλία και τη δραστικότητα της λογοτεχνικής μυθοπλασίας. Στην άσκηση, ωστόσο, της μυθοπλασίας συμβάλλει κυρίως η φαντασία, συντελεστής που παραμένει συνήθως ανενεργός στην κοινή και καθημερινή χρήση της γλώσσας.

Αν στη λυρική ποίηση υποχωρεί, χωρίς όμως και να μηδενίζεται, ο συντελεστής της μυθοπλασίας, η ποιητική λογοτεχνία εφευρίσκει και χρησιμοποιεί άλλα, δικά της διακριτικά σύνεργα: προπάντων ειδικό λεξιλόγιο και εύρυθμη, μουσική σύνταξη του λόγου της. Μπορεί στη μοντέρνα ποίηση τα δύο αυτά στοιχεία να τροποποιήθηκαν (το ποιητικό λεξιλόγιο να διευρύνθηκε και ο αυστηρά μετρημένος στίχος να ελευθερώθηκε), παραμένουν, όμως, πάντα αναγνωριστικά της σήματα. Στο σημείο αυτό μια ευτράπελη ανακουφιστική παρένθεση. ΄Οσοι στο σχολείο επικαλούνται την αρωγή της λογοτεχνίας, της ποίησης ειδικότερα, προς θεραπεία της υποθετικής, κατά κανόνα, γλωσσικής πενίας των μαθητών, δεν φαίνεται να υποπτεύονται ότι η αποδοχή και η εφαρμογή της συγκεκριμένης αυτής συνταγής θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε κωμικά αποτελέσματα. Γιατί η λογοτεχνική γλώσσα (η πεζογραφική και κυρίως η ποιητική) δεν προσφέρεται βέβαια ως πρότυπο φυσικής και αποτελεσματικής ομιλίας. Μυθοπλασία, ποιητικό λεξιλόγιο, ρυθμικός λόγος, όταν μεταφέρονται στην τρέχουσα καθημερινή έκφραση, προκαλούν ακροαματική αμηχανία, η ακόμη και αυτόματη θυμηδία. Κλείνει η παρένθεση.

Αν η συντακτική συνέπεια αποτελεί απαραίτητο ζητούμενο και προσόν της κοινόχρηστης γλώσσας, η συνεπής και άψογη σύνταξη δεν φαίνεται να ενθουσιάζει πάντα τη λογοτεχνία, η οποία συχνά πυκνά καταφεύγει στο ανακόλουθο, όταν δεν αφήνει σε συντακτική εκκρεμότητα κάποιους όρους της πρότασης. Γενικότερα: ο γραμματικός και συντακτικός ορθολογισμός θεωρείται μάλλον στενός κορσές για τον απελεύθερο λόγο της λογοτεχνίας.

Προχωρώ τώρα σε εσωτερικότερα σήματα της λογοτεχνικής απειθαρχίας, που ανάγονται, όπως θα δούμε, στις κρυφές ρίζες της γλώσσας, αναβλάστημα των οποίων φαίνεται να είναι και η ίδια η λογοτεχνία. Στο σημείο, όμως, αυτό μας χρειάζονται κάποια στοιχεία για τη γενεαλογία της γλώσσας, που θα μας επιτρέψουν να διακρίνουμε την ανήλικη από την ενήλικη φάση της· να ανακαλύψουμε, ίσως, κάποια από τα γονίδιά της, που ως ένα βαθμό προορίζουν, όπως θα δούμε, και τις λογοτεχνικές τύχες της. Δύσκολη επιχείρηση για τον ομιλούντα, που η γλωσσολογική του προπαίδεια είναι μάλλον ερασιτεχνική. Ευτυχώς, όμως, που κυκλοφόρησε πρόσφατα στις εκδόσεις «Νήσος» το εξαιρετικό βιβλίο του Τάσου Χριστίδη με τον σεμνό τίτλο ΄Οψεις της Γλώσσας (Αθήνα, 2002), το οποίο, κυρίως στην πολυσέλιδη εισαγωγή του, διηγείται, με συναρπαστικό μάλιστα τρόπο, τη γενεαλογική περιπέτεια της γλώσσας και αποτυπώνει, ως ένα βαθμό τουλάχιστον, το γονιδίωμά της. Σ’ αυτή τη συνεισφορά οφείλονται οι σημαντικότερες από τις επόμενες παρατηρήσεις.

IV. Μετά τον Σωσσύρ κανείς πλέον δεν αμφιβάλλει για τον αυθαίρετο, ψηφιακό, μη αναφορικό, εννοιολογικό, αφηρημένο, διαμεσολαβητικό χαρακτήρα της ενήλικης γλώσσας· αυτής που εγκαινιάζεται μετά την τραυματική συνήθως απόσπαση του μικρού παιδιού από τον κόλπο της μάνας του. ΄Ομως, και ο ίδιος ο Σωσσύρ παραδέχεται ότι πίσω και κάτω από τη φωτεινή, όπως λέει, άλγεβρα της ενήλικης γλώσσας, υπάρχουν και διατηρούνται ίχνη μιας σκοτεινής αλχημείας. Αυτά τα ίχνη ορίζουν την ανήλικη γλώσσα, που συγκρατεί και πεισματικά υπερασπίζεται δικά γενετικά χαρακτηριστικά, όπως είναι: το ασαφές στοιχείο έναντι της σαφήνειας, το αναλογικό έναντι του ψηφιακού, το συγκινησιακό έναντι του γνωσιακού, το βιολογικό έναντι του κοινωνικοϊστορικού, το σωματικό έναντι του ασώματου. Πρόκειται προφανώς για γενετικές προκαταβολές της γλώσσας, στις οποίες επιστρέφει η λογοτεχνία, με τον δικό της τρόπο και για το δικό της συμφέρον.

Η κλιμάκωση πάντως αυτή της γλώσσας (αναβατική και συνάμα, χάρη στη λογοτεχνία, και καταβατική) από το αναλογικό στο ψηφιακό, από το θερμό στο ψυχρό, από την εμπράγματη λέξη στη αφηρημένη έννοια (αλλά και αντιστρόφως) μελετήθηκε συστηματικότερα στην τέταρτη δεκαετία του περασμένου αιώνα από τον σπουδαίο αμερικανό πραγματιστή φιλόσοφο Τσαρλς Πηρς. Ο οποίος προτείνει την αναγωγή της γλώσσας από την εικόνα και τον δείκτη στο σύμβολο. Σύμφωνα με τη δική του θεωρία, κάθε γλωσσικό σημείο περιέχει μια καταγωγική, εικονική και δεικτική, διάσταση, η οποία γειώνει το συμβολικό του περιεχόμενο στην πραγματικότητα. Αλλά σ’ αυτό το καταγωγικό, εικονικό και δεικτικό, υπόστρωμα της γλώσσας καταδύεται και η λογοτεχνία, για να συντάξει τον δικό της ιδιόρρυθμο λόγο.

Στο πλαίσιο, τέλος, της λεγόμενης γνωσιακής επιστήμης, που εξελίχθηκε προς την έξοδο του εικοστού αιώνα, προστέθηκε ένα ακόμη αποφασιστικό στοιχείο ως γενετικός όρος της γλώσσας: η φαντασία, όπως την όρισε παλαιότερα ο Καντ. Πρόκειται για μορφοποιητική αρχή, που μεσολαβεί ανάμεσα στις αισθήσεις και στις έννοιες, παράγοντας τώρα φαντασιακά είδωλα, διαφορετικά τόσο από τις συγκεκριμένες πρόχειρες εικόνες της πραγματικότητας όσο και από τις αφηρημένες έννοιες της ψηφιακής γλώσσας. Σ’ αυτόν λοιπόν τον υπόγειο, θερμό, δεικτικό, εικονικό, φαντασιακό εκφραστικό χώρο κινείται η λογοτεχνία, κατεξοχήν η ποίηση, παίρνοντας τις αποστάσεις της από τη φωτεινή, ψυχρή, αφηρημένη και εννοιολογική σύσταση της συμβολικής γλώσσας.

Με τους όρους, όμως, αυτούς η γλώσσα της λογοτεχνίας φαίνεται να προκρίνει τη μεταφορά έναντι της κυριολεξίας, την αμφισημία ή και την πολυσημία έναντι της μονοσημίας, το επιφώνημα έναντι της αναλυτικής πρότασης, τη ρευστότητα του νοήματος έναντι της εξορθολογισμένης βεβαιότητάς του. Το ενδιαφέρον, ωστόσο, είναι ότι όλα αυτά τα στοιχεία αναγνωρίζονται, όπως εύστοχα επισημαίνει και ο Τάσος Χριστίδης, όχι μόνο στη λογοτεχνία, αλλά και στον παιδικό και μαγικό λόγο. Αυτή, όμως, η γλωσσική σύγκλιση λογοτεχνίας αφενός και παιδικού ή μαγικού λόγου αφετέρου δημιουργεί μιαν εύλογη απορία, που δεν πρέπει να παραμείνει εντελώς ξεκρέμαστη, γιατί μπορεί να προκαλέσει την παρεξήγηση ότι η γλώσσα της λογοτεχνίας παλιμπαιδίζει.

Ο παιδικός λόγος, πραξιακός και βουλητικός κατά βάση, δηλώνει μάλλον την υποχρεωτική και οδυνηρή ανάδυση από τη σκοτεινή στη φωτεινή όψη της γλώσσας, από την ενσώματη στην ασώματη και αφηρημένη. Δεν πρόκειται ασφαλώς για συνειδητή επιλογή. Συχνά μάλιστα η βίαιη και κρίσιμη αυτή μετάβαση απωθείται, προκαλώντας δυσανάγνωστα και δυσθεράπευτα τραύματα. Στην περίπτωση, όμως, της λογοτεχνίας (της ποίησης και του ποιητή ειδικότερα) η φορά της παιδικής αυτής κίνησης αντιστρέφεται: η ανάδυση τώρα μετατρέπεται σε κατάδυση· η ασύνειδη ανάγκη σε συνειδητή επιστροφή, προκειμένου, εκτός των άλλων, να αναγνωριστούν και να λυθούν κάποιοι κόμποι της παιδικής κυρίως (αλλά όχι μόνο) εμπλοκής με τη γλώσσα. 

Πρόκειται, επομένως, για ένα είδος καταβύθυσης της λογοτεχνίας στα άδυτα της ανήλικης γλώσσας, ας πούμε: της πρωτογλώσσας. Για να αντληθούν τα σωματικά, δεικτικά, εικονικά, μεταφορικά, φαντασιακά της στοιχεία, με τα οποία η λογοτεχνία, ενόψει πια και της ενήλικης γλώσσας, συντάσσει, προφέρει και προσφέρει τη δική της μεταγλώσσα –ένα ανοιχτό πλέον εκφραστικό σύστημα, που συνεχώς ανανεώνεται και εξελίσσεται, καθώς αλλάζουν τόσο οι κοινωνικοί και ιστορικοί όροι της πραγματικότητας όσο και οι ψυχολογικοί ειρμοί και συνειρμοί των ανθρώπων κάθε εποχής.

Οι τελευταίες αυτές παρατηρήσεις, στον βαθμό που ευστοχούν, απαντούν, υποθέτω, και στο μεσαίο ερώτημά μου: αν δηλαδή γλώσσα και λογοτεχνία εμφανίζουν, καθεμιά για τον εαυτό της, αυτάρκεια ή ανεπάρκεια. Δεδομένου ότι η υποθετική αυτάρκειά τους δεν θα δικαιολογούσε την συναλλαγή και την ανταλλαγή μεταξύ τους, όπως ισχυρίζεται ο τίτλος της εισήγησής μου, απομένει ισχυρότερη η εκδοχή της μερικής τους ανεπάρκειας. Είδαμε ποια είναι τα προτερήματα αλλά και τα ελλείμματα της ενήλικης γλώσσας. Ο ψηφιακός, μη αναφορικός, αφηρημένος και εννοιολογικός τρόπος της (παρόμοιος σε πολλά σημεία του με τον κώδικα της άλγεβρας) υποστηρίζει και προάγει τη γνωσιακή, ορθολογική προσέγγιση της φυσικής, κοινωνικής, ιστορικής και ανθρωπολογικής πραγματικότητας. παραμερίζοντας όμως τα σκοτεινά, αινιγματικά και παθολογικά της στοιχεία. Σ’ αυτά τα στοιχεία επιμένει κυρίως η λογοτεχνία: την ενδιαφέρει πρώτα η αναγνώριση και ο αναγνωρισμός τους· μετά η εκφραστική τους μορφοποίηση, που συνεπάγεται τη μεταμόρφωσή τους σε αισθητικής κατηγορίας είδωλα. Στα είδωλα αυτά καλεί η λογοτεχνία τον αναγνώστη της (τον μαθητή αλλά και τον δάσκαλο) να προσηλωθεί, για να κατορθώσει, όπως λέει ο Αριστοτέλης, με τον φόβο και τον έλεο, την κάθαρση των παθημάτων του.