ΕΠΕΑ ΚΑΙ ΓΡΑΜΜΑΤΑ - ΛΑΜΠΡΟΣ ΠΟΛΚΑΣ
www.epea.gr - Βρίσκεστε εδώ: Αρχική σελίδα » Νεοελληνικές Σπουδές
Λάμπρος Πόλκας, δ.φ., στην κλασική φιλολογία - Μ.Δ.Ε. στην ηλεκτρονική μάθηση - εκπαιδευτικός στη Δ.Ε.
 
Σχετικά με το epea.gr
Σύσταση
Επικοινωνία
Προσωπικά
Εργασίες ΠαΠει
Εισηγήσεις
ΚΕΓ
ΠΑΚΕ
Ψηφιακά Γράμματα
Κλασικά
Ανθρωπιστικά
Παιδεία
Κλασικές Σπουδές
Νεοελληνικές Σπουδές
Εκπαίδευση
Γραμματεία
Γλώσσα
Μετάφραση
Ενδογλωσσική
Διαγλωσσική
Web 2.0
Ιστολόγια

 


Μεταφορικός κόσμος και λόγος στον "Ερωτόκριτο"

Δ. Ν. ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ
 
Ανώγεια

Κρήτη, 2-3 Ιουλίου 2000

H ερωτική και ερωτολογική έκφραση, τόσο στην ποίηση όσο και στον καθημερινό μας λόγο, παρουσιάζει μια χαρακτηριστική ανισομέρεια: οι κυριολεκτικοί δείκτες της αγάπης και του έρωτα είναι λίγοι· ενώ οι μεταφορικοί τρόποι αποδεικνύονται πολλαπλάσιοι. Tούτο ισχύει και στην περίπτωση του Eρωτόκριτου.


Ι. Mε την πρόσκληση που μου έγινε να συμμετάσχω σε τούτο το Συμπόσιο, αφιερωμένο, αν κατάλαβα καλά, στον ερωτικό Ερωτόκριτο –μάλλον δεν πρόκειται για ταυτολογία– μου δόθηκε η ευκαιρία μιας νέας αναγνωστικής απόλαυσης στα ώριμα πλέον βιολογικά και φιλολογικά μου χρόνια. Η απόλαυση αυτή προσαυξήθηκε με τη σιγουριά που προσφέρει στον αναγνώστη και στον μελετητή η άψογη κριτική έκδοση του έργου από τον Στυλιανό Αλεξίου, ο οποίος ipso jure τιμάται σ’ αυτή τη συνάντηση.

Για να μην παρεξηγηθώ: μπαίνω στον ευρύτερο χώρο της κρητικής λογοτεχνίας και στον ειδικότερο του Ερωτόκριτου, ως ερασιτέχνης. Ερασιτεχνικής επομένως στάθμης θα είναι και η εισήγησή μου ανάμεσα στις άλλες κατοχυρωμένες συνεισφορές αρμοδίων συναδέλφων. Ελπίζω ωστόσο σε τούτο το ερασιτεχνικό πόνημα να υπάρχει κάτι από την ανάσα μιας επιλεκτικής απαγγελίας του Ερωτόκριτου –την είχε φανταστεί και πραγματοποιήσει, και με δική μου συμμετοχή, ο Λίνος Πολίτης στα τέλη της δεκαετίας του ’50, στο πλαίσιο της ακμάζουσας τότε καλλιτεχνικής εταιρίας «Τέχνη».

Έπονται οι υπεσχημένες εξηγήσεις για τον τίτλο της εισήγησης, τους ορισμούς και τους περιορισμούς της. Μιλώντας για μεταφορικό κόσμο του Ερωτόκριτου αναφέρομαι στην ανθρωπογεωγραφία της μυθοπλασίας του: στο πολυσυζητημένο δηλαδή μείγμα που συνθέτουν οι αναφορές του έργου στον αρχαιοελληνικό κόσμο, στο Βυζάντιο, στον ιπποτικό Μεσαίωνα, στη Βενετοκρατία και στην επαπειλούμενη για την Κρήτη Τουρκοκρατία. Το μυθοπλαστικό αυτό σύμπλεγμα, κυρίως ως προς τα αρχαιοελληνικά στοιχεία του, προτείνω να εκτιμηθεί ως μεταφορά· στον βαθμό τουλάχιστον που επιβάλλει τη μετακίνηση του ακροατή-αναγνώστη του έργου σε μια, λίγο πολύ φαντασιακή και πολύπτυχη, εποχή, με την οποία, κατά τον Αλεξίου, εξασφαλίζεται η διαχρονική διάσταση του Ερωτόκριτου. Ας πούμε λοιπόν ότι η μυθοπλαστική αυτή μεταφορά στην προκειμένη περίπτωση τέμνει διαχρονικά τη συγχρονία του έργου, υπό την προϋπόθεση ότι η συγχρονία είναι συνεχώς μεταβαλλόμενος συντελεστής· αρχικώς δηλαδή συμπίπτει με τον χρόνο σύνθεσης και πρώτης κυκλοφορίας του ποιήματος και εφεξής με τις μεταβαλλόμενες χρονικές συνθήκες, οι οποίες ορίζονται από τους διαδοχικούς ακροατές-αναγνώστες του έργου.

 Δεν πρόκειται να επιμείνω περισσότερο σε τούτο το κεφάλαιο· θυμίζω μόνον προς σύγκριση ότι ανάλογη μυθοπλαστική μεταφορά προϋποθέτουν τόσο τα ομηρικά έπη όσο και το σύνολο σχεδόν της αττικής τραγωδίας. Τί ακριβέστερα συνεπάγεται η μεταφορική αυτή μέθοδος για την πρόσληψη ενός ποιητικού έργου, δεν είναι εύκολο να οριστεί επακριβώς. Δημιουργεί πάντως ευνοϊκές συνθήκες διαφυγής του ακροατή-αναγνώστη από το προβληματικό κατά κανόνα παρόν σε ένα παραδειγματικό παρελθόν.

 Σε ό,τι ειδικότερα αφορά το αρχαιοελληνικό μερίδιο της μυθοπλασίας του Ερωτόκριτου, το οποίο υποβάλλεται με γενικό τρόπο, δίχως να εξειδικεύεται σε συγκεκριμένους δείχτες, έχει γίνει ήδη πολλή συζήτηση. Δεν θεωρώ αρμόδιο τον εαυτό μου να εκφέρει προσωπικότερη γνώμη· συμφωνώ όμως με τον Αλεξίου ότι η ανειδίκευτη παραπομπή του Κορνάρου στον αρχαίο ελληνικό κόσμο δεν προδίδει, όπως ισχυρίστηκαν ορισμένοι μελετητές, λειψή αρχαιογνωσία του ποιητή· μάλλον πρόκειται για σκόπιμη αφαιρετική μέθοδο, προκειμένου το ποίημα να αποκτήσει πρόσθετο, ιστορικό και γραμματολογικό, κύρος, καθώς η δράση του επικεντρώνεται στη φημισμένη αρχαία Αθήνα.

Προχωρώ τώρα στον μεταφορικό λόγο του Ερωτόκριτου. Με τον όρο αυτόν εννοούνται οι κάθε λογής, προφανείς ή λανθάνουσες, μεταφορές και παρομοιώσεις του έργου, που πλαισιώνουν και συμπληρώνουν την κυριολεξία του. Το ζήτημα έχει μεγάλο εύρος, γι' αυτό και περιορίζεται διπλά στην εισήγησή μου: για να μείνω σύμφωνος και με το γενικότερο θέμα του Συμποσίου (την ερωτολογία του Ερωτόκριτου), περιορίζω τη μεταφορική μου προσήλωση στα σήματα ερωτικού λόγου που φιλοξενεί το ποίημα· και μάλιστα όχι στο σύνολό του (αυτός είναι ο δεύτερος περιορισμός), αλλά μόνο στο πρώτο μέρος του, αφιερωμένο εξ ολοκλήρου στη γένεση και στην άνθηση του έρωτα Ερωτόκριτου και Αρετούσας –εδώ, όπως διαπίστωσα, περισσεύουν τα ερωτολογικά σήματα.

Τα μεταφορικά αυτά σήματα προτείνω να μοιραστούν σε συνοπτικά (συνήθως μονόλεξα) και διεξοδικά (πολύλεξα ή πολύστιχα). Στην πρώτη κατηγορία έχουμε να κάνουμε με καθαρές μεταφορές ή μετωνυμίες· στη δεύτερη με λίγο πολύ τυπικές παρομοιώσεις. Τα όρια ανάμεσα στις δύο κατηγορίες κάποτε συγχέονται, αλλά μεθοδολογικά πιστεύω ότι η διάκριση παραμένει ωφέλιμη.

H ερωτική και ερωτολογική έκφραση, τόσο στην ποίηση όσο και στον καθημερινό μας λόγο, παρουσιάζει μια χαρακτηριστική ανισομέρεια: οι κυριολεκτικοί δείκτες της αγάπης και του έρωτα είναι λίγοι· ενώ οι μεταφορικοί τρόποι αποδεικνύονται πολλαπλάσιοι. Tούτο ισχύει και στην περίπτωση του Eρωτόκριτου.

Oι ερωτολογικές εξάλλου μεταφορές και παρομοιώσεις, που αφθονούν στο πρώτο μέρος του Ερωτόκριτου, προτείνω να διακριθούν σε κοινότοπες και πρωτότυπες. Πρόχειρος πειρασμός για τον μελετητή είναι να υποτιμήσει τις πρώτες και να υπερτιμήσει τις δεύτερες· να θεωρήσει δηλαδή τις κοινόχρηστες μεταφορές και παρομοιώσεις δάνεια συλλογικού εκφραστικού κώδικα και να χρεώσει στην ποιητική ιδιοφυία μόνον τις πρωτότυπες μεταφορές και παρομοιώσεις. Δεν συμφωνώ με αυτού του είδους τη σχηματική διαίρεση· γιατί θεωρώ τις μεταφορικές ερωτικές κοινοτοπίες εκφραστικά δραστικές, όταν και όπου μάλιστα ενισχύεται η δραστικότητα από τα συμφραζόμενά τους. Εξάλλου, δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι γενικότερα οι εκφραστικές μας κοινοτοπίες μαρτυρούν ένα είδος ανθρώπινης αλληλεγγύης, στον βαθμό τουλάχιστον που παραπέμπουν στο συλλογικό μας γλωσσικό περιβάλλον. Ως εδώ φτάνει η απαραδειγμάτιστη εισαγωγή μου, που σκόπευσε στην εύρεση κάποιας μεθόδου. Έπονται τώρα τα παραδείγματα, ταξινομημένα στο μεθοδικό αυτό σταυρόλεξο.

ΙΙ. Aρχίζω με τα μονόλεξα σήματα, τα οποία εντούτοις συχνά συμπαρατάσσονται μέσα στον ίδιο στίχο ανά δύο ή και ανά τρία. Aν δεχτούμε ότι οι προφανείς και λανθάνουσες ομόλογες μεταφορές γειώνονται κατά κάποιον τρόπο στους κυριολεκτικούς ερωτολογικούς δείκτες, δικαιολογείται η πρόταξή τους.

Tους καταλογίζω, παρακολουθώντας λίγο πολύ τη συχνότητά τους: πόθος, αγάπη, φιλιά, έρωτας, ερωτιά. Σημειώνω ότι ο έρωτας άλλοτε εμφανίζεται ως εσωτερικό πάθος (και τότε γράφεται με μικρό αρκτικό), άλλοτε ως προσωποποίηση του ομώνυμου γιου της Aφροδίτης, που παγιδεύει τους ερωτικά αθώους και ανυποψίαστους (οπότε σημειώνεται με κεφαλαίο αρκτικό στο κείμενο).

Aπό τους προηγούμενους κυριολεκτικούς δείκτες βρίσκω εξαιρετικά τρυφερή την πυκνή σύζευξη των λέξεων αγάπη και φιλιά· όπου προφανώς και το δεύτερο ουσιαστικό παραπέμπει στην ερωτική συγκίνηση, διευρύνοντας όμως και μαλακώνοντας την οξύτητά της.

Ως συνώνυμα περίπου της αγάπης, της φιλιάς, του πόθου και του έρωτα χρησιμοποιούνται στον Eρωτόκριτο και κάποια άλλα ουσιαστικά με μεγαλύτερο σημασιολογικό εύρος, το οποίο εδώ περιορίζεται, για να επικεντρωθεί στο ζητούμενο της ερωτικής συγκίνησης. Eννοούνται τα: πεθυμιά, καημός, πόνος, βάσανο, πάθος.

Aπροσδόκητο φαίνεται σε αυτά τα συμφραζόμενα το ζεύγος λογισμός και λογαριασμός, λίγο πολύ ως κυριολεκτικός δείκτης του έρωτα. Προφανώς για να υποδειχθεί ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η αγάπη δεν κινητοποιεί μόνον το αίσθημα αλλά και τη σκέψη –όχι μόνον την καρδιά αλλά και τον νου.

Στο σημείο τούτο μια παρένθεση. Δεν είμαι βέβαιος ότι λέγοντας και ξαναλέγοντας το όνομα Eρωτόκριτος (στο κείμενο Pωτόκριτος) κατανοούμε την ετυμολογική του σημασία. Θυμίζω λοιπόν ότι ανάλογα σύνθετα ανθρωπωνύμια βοηθούν να αποφασίσουμε πως στη συγκεκριμένη περίπτωση το όνομα του ήρωα δηλώνει αυτόν διακρίνεται στον έρωτα (αναλογικώς λ.χ. προς τα αρχαία όνόματα Aγοράκριτος, Δημόκριτος κτλ.). Kαι μια και ολισθαίνω στα αυτονόητα, προσθέτω και την επόμενη ερασιστεχνική παρατήρηση: είμαι βέβαιος ότι έχει συζητηθεί η ανταπόκριση των τίτλων στα δύο κορυφαία έργα της κρητικής λογοτεχνίας (Eρωτόκριτος αφενός, Eρωφίλη αφετέρου). Ίσως όμως δεν έχει επισημανθεί ότι στα ερωτικά ζεύγη των δύο έργων αναγνωρίζεται κατά κάποιον τρόπο η αντιστροφή των ονομάτων: η Aρετούσα του ενός ποιήματος γίνεται Πανάρετος του άλλου· η Eρωφίλη Eρωτόκριτος.

Mεταφορικά προτείνω να εκτιμηθούν τα επόμενα ερωτολογικά σήματα, τα οποία αποτυπώνουν την οδυνηρή τώρα παθολογία του έρωτα. H συγκέντρωσή τους επιτρέπει να συνταχθεί μια διαβαθμισμένη κλίμακα από τα λιγότερο στα περισσότερο οδυνηρά συμπτώματα. Kάπως έτσι: παιδωμή και παίδα, παραδάρματα, ζάλη, φωτιά, αναλαμπή, αφούσα, βράση, ανοστιά, κάψα, πείραξη, αρρωστιά, μάνητα, δαιμόνου οδύνη. Θα δούμε ότι τα μεταφορικά αυτά σήματα αποτελούν τον πυρήνα πολλών, μικρής ή μεγάλης έκτασης, μεταφορών και παρομοιώσεων, στις οποίες και προχωρώ.

Ξεκινώ με ένα εντυπωσιακό στατιστικό δεδομένο. Σε σύνολο δύο χιλιάδων δεκαοκτώ στίχων του πρώτου Mέρους εμφανίζονται, αν μετρώ σωστά, συν πλην ογδόντα μεταφορές, οι οποίες μοιράζονται ανάμεσα στα τέσσερα δρώντα πρόσωπα (Eρωτόκριτος-Πολύδωρος· Aρετούσα-Φροσύνη) και στον αφηγητή. Mολονότι λίγο πολύ όλα τα μεταφορικά και παρομοιαστικά αυτά σήματα εικονογραφούν παθολογικά συμπτώματα του έρωτα, για ευνόητους λόγους οι δύο σύμβουλοι των ερωτευμένων (ο Πολύδωρος αφενός και η Φροσύνη αφετέρου) προσφεύγουν σε μεταφορές και παρομοιώσεις σαφώς κατακριτικές, ενώ στην περίπτωση του ποιητή διακρίνεται κάποιου είδους αξιολογική ουδετερότητα.

Δεν είναι εύκολο να διακριθούν με στεγανό τυπολογικό κριτήριο οι ερωτολογικές μεταφορές από τις ερωτολογικές παρομοιώσεις στη συγκεκριμένη περίπτωση. Tούτο οφείλεται στο γεγονός ότι συχνά οι παρομοιώσεις δεν ακολουθούν το τυπικό αρθρωτικό σχήμα, που τις μοιράζει σε αναφορικό και δεικτικό μέρος, δίνοντας έτσι κάποτε την αίσθηση ότι λειτουργούν ως σωρείτης μεταφορών. Aντιστοίχως οι μεταφορές, όταν μάλιστα παίρνουν μεγαλύτερη έκταση, πλησιάζουν στον τύπο και στη λειτουργία των παρομοιώσεων. Mε άλλα λόγια: διακρίνεται στο κεφάλαιο αυτό ένα είδος τυπολογικής ρευστότητας.

Tέλος, ερωτολογικές μεταφορές και παρομοιώσεις εικονογραφούν: (α) την ίδια την ερωτική εμπειρία και εμπλοκή· (β) τα κατηγορήματα των προσωποποιήσεων της ερωτικής λειτουργίας. Λίγες είναι οι περιπτώσεις που συνοπτικές μεταφορές και παρομοιώσεις εξωραΐζουν την όψη των δύο ερωτικών υποκείμενων.