ΕΠΕΑ ΚΑΙ ΓΡΑΜΜΑΤΑ - ΛΑΜΠΡΟΣ ΠΟΛΚΑΣ
www.epea.gr - Βρίσκεστε εδώ: Αρχική σελίδα » Κλασικές Σπουδές
Λάμπρος Πόλκας, δ.φ., στην κλασική φιλολογία - Μ.Δ.Ε. στην ηλεκτρονική μάθηση - εκπαιδευτικός στη Δ.Ε.
 
Σχετικά με το epea.gr
Σύσταση
Επικοινωνία
Προσωπικά
Εργασίες ΠαΠει
Εισηγήσεις
ΚΕΓ
ΠΑΚΕ
Ψηφιακά Γράμματα
Κλασικά
Ανθρωπιστικά
Παιδεία
Κλασικές Σπουδές
Νεοελληνικές Σπουδές
Εκπαίδευση
Γραμματεία
Γλώσσα
Μετάφραση
Ενδογλωσσική
Διαγλωσσική
Web 2.0
Ιστολόγια

 


Η αρχαία κληρονομιά: γέφυρες πραγματικές, στημένες, κομμένες

Δ. Ν. ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ

Βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες

Γ. Σ.

Από τον τόμο
Οι χρήσεις της αρχαιότητας
από το νέο ελληνισμό
(14-15 Απριλίου 2000), Αθήνα:
ΕΣΝΠΓΠ, 2002, σσ. 13-24.

Το πεδίο αναφοράς μου θα είναι κυρίως η θεσμοθετημένη ανθρωπιστική μας παιδεία και εκπαίδευση –σχολική και πανεπιστημιακή. Δεν νομίζω πως χρειάζονται πρόσθετα επιχειρήματα για να κατοχυρωθεί ο χώρος αυτός ως ο κρισιμότερος και ο πλέον ευάλωτος σε σχέση με τον ορισμό και την εξέλιξη της αρχαίας ελληνικής κληρονομιάς –πήγα να πω: της αρχαίας σκουριάς.


Ανοίγω την εισηγητική αυτή ομιλία, υπό τον τίτλο «Η αρχαία κληρονομιά: γέφυρες πραγματικές, στημένες, κομμένες», διαβάζοντας τις «Μυκήνες» του Γιώργου Σεφέρη, από όπου εξάλλου δανείζομαι και την προμετωπίδα του γραπτού μου κειμένου:

 Β´. ΜΥΚΗΝΕΣ

Δώσ' μου τα χέρια σου, δώσ' μου τα χέρια σου,

δώσ' μου τα χέρια σου.

Είδα μέσα στη νύχτα

τη μυτερή κορυφή του βουνού

είδα τον κάμπο πέρα πλημμυρισμένο

με το φως ενός αφανέρωτου φεγγαριού

είδα, γυρίζοντας το κεφάλι

τις μαύρες πέτρες συσπειρωμένες

και τη ζωή μου τεντωμένη σα χορδή

αρχή και τέλος

η τελευταία στιγμή·

τα χέρια μου.

 

Βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες·

τούτες τις πέτρες τις εσήκωσα όσο βάσταξα

τούτες τις πέτρες τις αγάπησα όσο βάσταξα

τούτες τις πέτρες, τη μοίρα μου.

Πληγωμένος από το δικό μου χώμα

τυρρανισμένος από το δικό μου πουκάμισο

καταδικασμένος από τους δικούς μας θεούς,

τούτες τις πέτρες.

 

Ξέρω πως δεν ξέρουν, αλλά εγώ

που ακολούθησα τόσες φορές

το δρόμο απ' το φονιά στο σκοτωμένο

από το σκοτωμένο στην πληρωμή

κι από την πληρωμή στον άλλο φόνο,

ψηλαφώντας

την ανεξάντλητη πορφύρα

το βράδυ εκείνο του γυρισμού

που άρχισαν να σφυρίζουν οι Σεμνές

στο λιγοστό χορτάρι–

είδα τα φίδια σταυρωτά με τις οχιές

πλεγμένα πάνω στην κακή γενιά

τη μοίρα μας

 

Φωνές από την πέτρα από τον ύπνο

βαθύτερες εδώ που ο κόσμος σκοτεινιάζει,

μνήμη του μόχθου ριζωμένη στο ρυθμό

που χτύπησε τη γης με πόδια

λησμονημένα.

Σώματα βυθισμένα στα θεμέλια

του άλλου καιρού, γυμνά. Μάτια

προσηλωμένα, σ' ένα σημάδι

που όσο κι αν θέλεις δεν το ξεχωρίζεις·

η ψυχή

που μάχεται για να γίνει ψυχή σου.

 

Μήτε κι η σιωπή είναι πια δική σου

εδώ που σταματήσαν οι μυλόπετρες.

 

Οχτώβρης 1935  

Ι. Προηγούνται πέντε εισαγωγικές προειδοποιήσεις, εν είδει σκοπιάς από την οποία προτίθεμαι να αντιμετωπίσω το συζητούμενο θέμα του Συμποσίου:

1. Η ομιλία μου δεν υπόσχεται αυστηρή αρχαιογνωσία, την οποία εξάλλου και δεν επαγγέλλομαι. Δεν πρόκειται επομένως συστηματικά να εκθέσω όλα εκείνα τα στοιχεία του αρχαίου ελληνικού κόσμου, τα οποία πέρασαν ως κληροδοσία (αμφίβολο παραμένει αν υπήρχε τέτοιου είδους πρόθεση) στον νεότερο και νέο Ελληνισμό, που τα υποδέχτηκε και τα ανέδειξε σε πολύτιμη κληρονομιά. Οι αρχαιογνωστικές επομένως αναφορές μου θα είναι επιλεκτικές και κατά κάποιον τρόπο αυθαίρετες· προσανατολισμένες εξαρχής προς την κατεύθυνση της ιδεολογικής χρήσης ή και κατάχρησης της ελληνικής αρχαιότητας από τους Νεοέλληνες.

2. Η εισήγησή μου δεν υπόσχεται επίσης να είναι αυστηρώς ιστορική –έτσι κι αλλιώς δεν είμαι ιστορικός. Δεν έχω επομένως τα εφόδια (ούτε βέβαια και τον χρόνο), για να ιχνογραφήσω με ιστορική ακρίβεια την καμπύλη της ιδεολογικής προβολής του αρχαίου ελληνισμού στον νεότερο ελληνισμό, από τα χρόνια τουλάχιστον της όψιμης τουρκοκρατίας έως τις μέρες μας. Κι εδώ θα προσφύγω σε παραδειγματικές επιλογές, επιμένοντας σε ορισμένα ιδεολογικά ίχνη της ελληνικής αρχαιότητας, τα οποία με τον ένα ή τον άλλο τρόπο παίδεψαν και μπέρδεψαν τους Νεοέλληνες, και εξακολουθούν να μας στιγματίζουν.

3. Το πεδίο αναφοράς μου θα είναι κυρίως η θεσμοθετημένη ανθρωπιστική μας παιδεία και εκπαίδευση –σχολική και πανεπιστημιακή. Δεν νομίζω πως χρειάζονται πρόσθετα επιχειρήματα για να κατοχυρωθεί ο χώρος αυτός ως ο κρισιμότερος και ο πλέον ευάλωτος σε σχέση με τον ορισμό και την εξέλιξη της αρχαίας ελληνικής κληρονομιάς –πήγα να πω: της αρχαίας σκουριάς.

4. Εκ προοιμίου, και ασφαλώς σχηματικά, προτείνω να δεχτούμε ότι η ιδεολογική χρήση του αρχαίου κόσμου από τον νέο ελληνισμό μοιράστηκε οριζόντια και κάθετα, σχηματίζοντας ένα ενδεικτικό έστω σταυρόλεξο. Γενικότερα, μπορούμε να την εκτιμήσουμε στις εξής παραλλαγές της: (α) στη συντηρητική, προοδευτική και μαρξιστική· (β) στην αισιόδοξη, απαισιόδοξη και αμφίβολη ή ειρωνική. Για να μιλήσω με παραδειγματικά ονόματα: από τη μια μεριά έχουμε τον Μιστριώτη, τον Δελμούζο και τον Γληνό· από την άλλη τον Ελύτη, τον Σεφέρη και τον Καβάφη ή τον Ρίτσο.

5. Δυο λόγια και για τον μεταφορικό τίτλο της εισήγησής μου: μιλώ, όπως βλέπετε και στο πρόγραμμα, για πραγματικές, στημένες και κομμένες γέφυρες. Και οι τρεις αυτοί όροι προϋποθέτουν ότι ανάμεσα στον αρχαίο και στον νέο ελληνισμό έτρεξε και εξακολουθεί να τρέχει ένα πλατύ ποτάμι, που δεν ξέρουμε ακριβώς τις πηγές του αλλά και δεν μπορούμε να προβλέψουμε τις εκβολές του. Οι δύο πάντως αντιμέτωπες όχθες του ποταμού αυτού σημαδεύονται με υπολείμματα, έστω από κάποιες γέφυρες, οι οποίες ιστορικά ελέγχονται και πιστοποιούνται –αυτές ονομάζω πραγματικές. Παράλληλα όμως προς τις πραγματικές γέφυρες ο νεοελληνικός οίστρος μας για την ελληνική αρχαιότητα έχει επινοήσει και κάποιες άλλες γέφυρες, ας πούμε εν μέρει ή εν όλω ανιστορικές, φαντασιακές ή φανταστικές –αυτές χαρακτηρίζονται στημένες. Τέλος, με τις κομμένες γέφυρες υπονοείται η παραδοχή μας ότι οι δύο όχθες του ποταμού, με τα χρόνια που πέρασαν στο μεταξύ, δεν επικοινωνούν πλέον άμεσα μεταξύ τους· απλώς αντικρίζονται.

Τούτο, μεταφορικώς πάλι, σημαίνει ότι, αν θέλουμε να περάσουμε από τη μία όχθη στην άλλη, πρέπει να κολυμπήσουμε διασχίζοντας κάθετα το ρεύμα του ποταμού ή, στην καλύτερη περίπτωση, όπως έλεγα άλλοτε και αλλού, να κατασκευάσουμε και να χρησιμοποιήσουμε χειροποίητες σχεδίες· εν γνώσει μας ότι, κολυμπώντας ή σχεδιάζοντας, κινδυνεύουμε και να πνιγούμε. Για να μιλήσω με τα λόγια του Σεφέρη που ακούσατε: βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες. Ομολογώ πάντως ότι τόσο η φιλολογική όσο και η ανθρώπινη προσωπική μου περιπέτεια σηματοδοτούν τη συμπάθειά μου προς τις κομμένες κυρίως γέφυρες· συνυπολογίζοντας την όρεξη και τη δυνατότητά μας να κοιτάζουμε την απέναντι όχθη του ποταμού εξ αποστάσεως, με ιδιαίτερη συγκίνηση, κάποτε και με τραυματική νοσταλγία.

Εδώ κλείνει το εισαγωγικό μέρος της ομιλίας μου και έπεται το συστηματικό, που ελπίζω να μην είναι παντελώς ασυστηματοποίητο.

ΙΙ. Προτείνω για λόγους οικονομίας, αλλά και ευκολίας, να εντοπίσουμε τις κάθε λογής κληρονομικές σχέσεις της ελληνικής αρχαιότητας με τον νέο ελληνισμό σε τρία κυρίως σημεία: στην ανθρωπογεωγραφική συγγένεια και συνέχεια· στη γλωσσική συγγένεια και συνέχεια· στην πολιτική και πολιτισμική συγγένεια και συνέχεια. Γιατί λίγο πολύ σε αυτό το τρίγωνο εγγράφονται οι περισσότερες τουλάχιστον, συγκλίνουσες ή αποκλίνουσες, θεωρίες και απόψεις για την αρχαία κληρονομιά.

Πρέπει όμως αμέσως να πω, για να μην παρεξηγηθώ, κάτι που το έχουν ήδη επισημάνει και τεκμηριώσει οι αρμόδιοι, ιστορικοί, γλωσσολόγοι, εθνολόγοι και λαογράφοι: η εξαρτημένη κατά κάποιον τρόπο αναφορά του νέου ελληνισμού στην ελληνική αρχαιότητα συνέπεσε καταρχήν με την προεπαναστατική και επαναστατική αφύπνιση της εθνικής μας συνείδησης και αμέσως μετά με την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους και της νεοελληνικής πολιτείας. Η χρονική αυτή σύμπτωση επιβάλλει να δεχτούμε ότι η προσφυγή του νέου ελληνισμού στο ένδοξο αρχαιοελληνικό παρελθόν υπήρξε όχι μόνον ιστορικά ευεξήγητη αλλά και ιδεολογικά σχεδόν αναγκαία· τόσο στο εσωτερικό της νεοελληνικής κοινωνίας όσο και απέναντι στις φιλελληνικές ή τις ανθελληνικές αντιδράσεις της Ευρώπης.

Για ευνόητους λόγους δεν θα επιμείνω στο θέμα της ανθρωπογεωγραφικής συγγένειας και συνέχειας. Αμφιβολίες δεν υπάρχουν για τη συντήρηση του γεωγραφικού πυρήνα. Το ζήτημα όμως της φυλετικής καθαρότητας από την αρχαιότητα έως τις μέρες μας δεν επιδέχεται μονοσήμαντες και δογματικές απαντήσεις. Πάντως θα πρέπει παντελώς να αποκλειστεί η ιδεοληπτική εκδοχή ενός αρχικού DNA που δήθεν μας παρακολουθεί· ανήκουστη άποψη, που την υπερασπίστηκε, και μάλιστα σε επίσημη πανεπιστημιακή τελετή, στη Θεσσαλονίκη πρόσφατα ο Μίκης Θεοδωράκης.

Το ζητούμενο της γλωσσικής τώρα συγγένειας και συνέχειας είναι προφανώς λιγότερο περίπλοκο, αλλά παραμένει και αυτό προβληματικό και επίμαχο. Για να διαλύσω κατάφωρες ιδεολογικές παρεξηγήσεις, θυμίζω ραγδαία πασίγνωστα δεδομένα των επιστημών του ανθρώπου και ειδικότερα της γλωσσολογίας.

Ο κόσμος της αρχαίας ελληνικής γλώσσας (διαλεκτικά κάποτε μοιρασμένος) ελέγχεται ασφαλώς ινδοευρωπαϊκός. Εμβολιάστηκε όμως εξαρχής, σε γενναία μάλιστα δόση, με προελληνικά γλωσσικά στοιχεία, αναγνωρίσιμα μέχρι σήμερα σε πολλά τοπωνύμια, ανθρωπωνύμια, ονόματα θεών αλλά και ονόματα της εντόπιας χλωρίδας και πανίδας. Οι εμβολιασμοί βεβαίως και συνεχίστηκαν με άλλα ωφέλιμα δάνεια, που φιλοξένησε και ενσάρκωσε η ελληνική γλώσσα στα ελληνορωμαϊκά χρόνια, στη βυζαντινή περίοδο και στο μακρό διάστημα της τουρκοκρατίας. Η μέθοδος εξάλλου του εμβολισμού και του εμβολιασμού της ελληνικής από και με ξένες γλώσσες συνεχίστηκε· και ευτυχώς, θα έλεγα, συνεχίζεται μέχρι των ημερών μας.

Καθυστερώντας λίγο ακόμη στο θέμα της αρχαιοελληνικής γλώσσας και της συνέχειάς της, υπενθυμίζω τις ενδιάμεσες εξελικτικές της φάσεις σε όλα τα επίπεδα (λεξιλόγιο, φωνητική, μορφολογία, σύνταξη, ύφος)· αλλά και τις ανασταλτικές της παλινδρομήσεις, όπως αυτές προορίστηκαν ήδη με το κίνημα του πρώτου Αττικισμού και συνεχίστηκαν με τις κατοπινές του παραλλαγές. Στο ζητούμενο όμως της γλωσσικής συγγένειας και συνέχειας θα επανέλθω, συσχετίζοντάς το και με το ιδεολόγημα του συνεχόμενου και συνεχούς πολιτισμού.

Σε ό,τι τώρα αφορά την πολιτική παράδοση της ελληνικής αρχαιότητας, που κληροδοτήθηκε στον νεότερο κόσμο, οι ιδεολογικές προκαταλήψεις αποσιωπούν συνήθως την πολυμορφία της, επιμένοντας μόνο στο μοντέλο της αθηναϊκής δημοκρατίας των κλασικών χρόνων, που και αυτό αυθαιρέτως συχνά πυκνά εξωραΐζεται. Παραλείποντας δηλαδή τόσο τα ολιγαρχικά όσο και τα τυρρανικά καθεστώτα, τα οποία γνώρισε ο αρχαίος κόσμος σε ευρεία μάλιστα κλίμακα –επίτηδες αφήνω στην άκρη το αρχαϊκότερο μοντέλο της βασιλείας, που δεσπόζει ακόμη στα ομηρικά έπη. Δεν γίνεται επίσης λόγος και για το πολιτικό και πολιτειακό καθεστώς των Μακεδόνων, το οποίο με τη θριαμβική εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου εγκαταστάθηκε για πολλά χρόνια στη λεκάνη της Μεσογείου, στη Μέση Ανατολή και στην Ασία. Αφελές ίσως αλλά αναγκαίο πόρισμα: το παράδειγμα της αθηναϊκής δημοκρατίας (ιδρυτικό, υποτίθεται, υπόδειγμα για τα σημερινά δημοκρατικά καθεστώτα) μπορεί πράγματι να βρίσκεται στο κέντρο της πολιτικής και πολιτειακής κληροδοσίας του αρχαίου κόσμου, δεν υπήρξε όμως μήτε καθολικό μήτε μοναδικό. Συντάχθηκε και ασκήθηκε, όσο κράτησε, ως αντίλογος προς την τυρρανίδα και την ολιγαρχία· πολιτικά μοντέλα για τα οποία έδειξαν ιδιαίτερη συμπάθεια ακόμη και μεγάλες μορφές της αθηναϊκής κοινωνίας, όπως ο Πλάτων και ο Ξενοφών.

Προχωρώ στον πολιτισμό της ελληνικής αρχαιότητας, που δεν είναι βέβαια και αυτός συμπαγής και ενιαίος, δυσκολεύοντας έτσι τις μονόδρομες επιλογές. Πρόκειται για συνεχώς εξελισσόμενο πολιτισμό, πολύμορφο και πολυδύναμο· στις συγχρονικές και διαχρονικές περιπλοκές του οποίου εμφανίζονται συνεχώς αντιθετικά ή και αντιφατικά στοιχεία. Θα δώσω εν συνεχεία κάποια παραδείγματα, για να συνεννοηθούμε στοιχειωδώς.

Ενδιαμέσως όμως καθυστερώ σε μιαν άλλη ιδεολογική παρεξήγηση, που συνάπτει σχέσεις αιτίου και αιτιατού μεταξύ της αρχαίας ελληνικής γλώσσας και του αρχαιοελληνικού πολιτισμού. Υποτίθεται δηλαδή ότι γενετικά η ελληνική γλώσσα διέθετε διακριτικές και προνομιακές αρετές, που την κατέστησαν φορέα και εκφραστή ενός υψηλόβαθμου, ή και αξεπέραστου, εφεξής πολιτισμού.

Πρόκειται για επιστημονική και ανθρωπολογική στρέβλωση. Δεδομένου ότι η σύγχρονη γλωσσολογία δεν αναγνωρίζει κατά κανένα τρόπο αξιολογικές διαβαθμίσεις ανάμεσα στις ομιλούμενες και γραφόμενες γλώσσες· ως εκφραστικά και επικοινωνιακά συστήματα τις θεωρεί όλες επαρκείς και ισότιμες. Η παρεξήγηση στην προκειμένη περίπτωση προκύπτει από την αυθαίρετη ταύτιση της αρχαίας ελληνικής γλώσσας με τα γραμματειακά της κείμενα, που και αυτά δεν είναι όλα της ίδιας στάθμης και της ίδιας αξίας.

Ασφαλώς η αρχαία ελληνική γλώσσα καλλιεργήθηκε για να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των αρχαίων ελληνικών γραμμάτων. Τούτο όμως δεν σημαίνει καθόλου ότι υπήρξε γεννήτρια μηχανή, προορισμένη να παραγάγει υψηλής στάθμης και ταχύτητας λογοτεχνία και γραμματεία. Ο γραμματειακός θησαυρός του αρχαίου κόσμου είναι παράγωγο ποικίλων ιστορικών συνθηκών: πολιτικών και πολιτισμικών, οικονομικών και κοινωνικών.

Εξάλλου ο αρχαίος πολιτισμός δεν είναι μόνο γράμματα· είναι και τέχνες, στις οποίες, άμεσα τολυάχιστον, δεν παρεμβαίνει η γλώσσα. Εννοούνται οι εικαστικές τέχνες, η αρχιτεκτονική και η πολεοδομία, η μουσική –πολιτισμικά φαινόμενα κατά κάποιον τρόπο λίγο πολύ άγλωσσα. Όπως κι αν έχει το πράγμα, η αυθαίρετη ταύτιση ελληνικής γλώσσας και ελληνικής γραμματείας στήριξε το ιδεολόγημα όχι μόνο των γλωσσικών αρχαϊστικών επιλογών του περασμένου αιώνα, αλλά υφέρπει ακόμη και σήμερα, μετά την επίσημη πλέον καθιέρωση της δημοτικής.

Επανέρχομαι τώρα στην αντιθετική, ή και αντιφατική, πολυμορφία του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Αφήνοντας για λόγους οικονομίας στην άκρη μακροσκοπικής τάξης αντιθετικά ζεύγη που δημιούργησαν οριακές κάποτε εντάσεις στο σώμα του αρχαιοελληνικού πολιτισμού (μύθος και λόγος, ορθολογισμός και μυστικισμός, υλισμός και ιδεαλισμός, μονισμός και δυϊσμός, επιστημονική γνώση, σχετικισμός ή και αγνωστικισμός), θα σταματήσω για λίγο σε ζητήματα θεολογίας και θεοδικίας, ανθρωπολογίας και ανθρωποδικίας.

Στο κρίσιμο τούτο κεφάλαιο αναγνωρίζονται ριζοσπαστικές διαφορές ήδη μεταξύ Ιλιάδας και Οδύσσειας, καθώς ενισχύεται στο μεταξύ η συμμετοχική πλέον ευθύνη του ανθρώπου στις πράξεις του, και οι ήρωες ενοχοποιούνται από τους θεούς για τις ανίερες και κατασχρηστικές ατασθαλίες τους. Θυμίζω εξάλλου ότι ο ορισμός του θείου και του ανθρώπου στον Ηρόδοτο (το θείον ορίζεται εδώ φθονερόν και ταραχώδες και ο άνθρωπος συμφορή) δεν έχει καμία σχέση με την πλατωνική λ.χ. θεωρία περί θεοδικίας και ανθρωποδικίας. Οπότε γεννάται το εύλογο ερώτημα: όταν προβάλλεται ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός ως αξιομίμητο για μας πρότυπο, ποιά από τις πολύμορφες και αντιθετικές όψεις του θεωρείται προέχουσα; με τί λογής κριτήρια; γιατί;

Όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι δεν υπάρχουν κάποια σταθερά και διακριτικά στοιχεία του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού: ένα από αυτά είναι και η δυναμική, όπως είπα, πολυμορφία του, που θέτει συνεχώς διλήμματα, αφήνοντας μεγάλα περιθώρια για εναλλακτικές λύσεις των μεγάλων προβλημάτων. Από την άποψη αυτή ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός ελέγχεται αντιδογματικός, ευνοώντας όχι μόνο τον διάλογο, αλλά και τον βίαιο κάποτε αντίλογο· απόδειξη η πρώιμη και συνεχώς αυξανόμενη διαμάχη μεταξύ φιλοσοφίας και ποίησης, που ο Πλάτων την οδηγεί σε ένα είδος ειρωνικού αδιεξόδου.

Σταθερό επίσης χαρακτηριστικό του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού φαίνεται να είναι ο ανθρωποκεντρισμός του· η επιμονή του δηλαδή στην ανθρώπινη κλίμακα, ακόμη και απέναντι στις, αδιάγνωστες συχνά, βουλές του θεού. Πουθενά αλλού δεν δραματοποιείται εναργέστερα αυτή η αποφασισμένη, ανθρωπολογική και ανθρωποκεντρική, αρχή από ό,τι στην αττική τραγωδία. Αυτός εξάλλου είναι ο λόγος που ο αρχαιοελληνικός πολιτισμός ορίστηκε, από τους Ρωμαίους πρώτα ως ανθρωπιστικός. ¶λλο θέμα πώς εξελίχθηκε στα νεότερα χρόνια το ιδεολόγημα του αρχαιοελληνικού ανθρωπισμού, τί δραματικές εμπλοκές γνώρισε και γνωρίζει ακόμη και πώς κατά περίπτωση κατέληξε να γίνει φενάκη της πολιτικής και πολεμικής εξουσίας.

Αν πρέπει ωστόσο να απομονώσω έναν καίριο και διακριτικό χαρακτήρα του αρχαιοελληνικού πολιτισμού, θα έλεγα πως είναι μεταφράσιμος, με την ευρύτερη και στενότερη σημασία του όρου. Ακριβώς επειδή ελέγχεται ανοιχτός πολιτισμός, ενέχει στο εσωτερικό του τη συνεχή μεταφρασιμότητά του, που δεν είναι ακριβώς προσαρμογή στις εκάστοτε πολιτικές και πολιτισμικές συνθήκες, κάτι που θα οδηγούσε τελικώς στον εκφυλισμό του. ΕπΆ αυτού θα επιμείνω λίγο ακόμη και για λόγους προσωπικούς, κλείνοντας έτσι την εισηγητική ομιλία μου.

Για να είναι ένας πολιτισμός μεταφράσιμος, προϋποτίθεται η δυνατότητα της μερικής έστω ανάγνωσής του. Γιατί μόνο ο αναγνώσιμος, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, πολιτισμός μπορεί να είναι μεταφράσιμος. Η ανάγνωση όμως του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού δεν κατορθώνεται εξ επαφής αλλά από κάποια απόσταση, που τη δημιούργησαν ο ενδιάμεσος χρόνος αλλά και ο ενδιάμεσος χώρος. Έτσι, ξαναγυρίζω στον μεταφορικό τίτλο της εισήγησής μου με το πλατύ ποτάμι στη μέση και τις δύο αντικριστές όχθες· στο ζητούμενο δηλαδή και στο κατορθωτό της γεφύρωσης με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.

Πιστεύω λοιπόν ότι η μετάφραση του αρχαίου ελληνικού λόγου, με την ευρύτερη και τη στενότερη έννοια τώρα του όρου, αποτελεί τον καλύτερο τρόπο ανάγνωσης του αρχαίου ελληνικού λόγου και κόσμου. Επιμένοντας ακόμη μία φορά στις προτιμήσεις που υπέδειξα στην αρχή της ομιλίας μου, θα έλεγα ότι: για να ευδοκιμήσει η μετάφραση του αρχαίου κόσμου στις μέρες μας, χρειάζεται: πρώτα να παραμεριστούν οι φανταστικές γέφυρες· να αναζητηθούν έπειτα τα όποια υπολείμματα από κάποιες πραγματικές γέφυρες· κυρίως όμως να τολμήσουμε να κολυμπήσουμε μέσα στο πλατύ ποτάμι, με τη βοήθεια έστω της χειροποίητης σχεδίας, που ενδέχεται καθΆ οδόν και να διαλυθεί, όπως συνέβη με τη σχεδία του Οδυσσέα στο ταξίδι του από το νησί της Καλυψώς στο νησί των Φαιάκων. Κάπως έτσι φαντάζομαι να λειτουργεί και η μέθοδος της μετάφρασης.

Στην προκειμένη περίπτωση χρειάζεται καταρχήν εμπιστοσύνη τόσο στη σωματική όσο και στη σχεδιαστική μας αντοχή. Μεταφορά που σημαίνει εμπιστοσύνη στη μεταφραστική γλώσσα, δηλαδή στη γλώσσα μας. Γιατί η μυθοποίηση της μεταφραζόμενης γλώσσας, πολύ περισσότερο η ιδεοληψία για το αμετάφραστό της, δεν αποτελούν μόνον εμπόδια για τη μετάφραση του αρχαίου λόγου και κόσμου· ακυρώνουν εξ ορισμού την ενδιάθετη, όπως είπα, μεταφρασιμότητά του· τον δυναμισμό του δηλαδή να διεισδύει από το παρελθόν στο παρόν και στο μέλλον. Με άλλα λόγια: η ιδεολογία για το αμετάφραστο του αρχαίου λόγου συνεπάγεται λογικά το αμετάφραστο γενικότερα του αρχαίου κόσμου, δηλαδή την πλήρη αποξένωσή μας από την αντίπερα όχθη του ποταμού.

¶ρχισα την ομιλία μου διαβάζοντας τις «Μυκήνες» του Γιώργου Σεφέρη. Θα την περατώσω διαβάζοντας έναν ομόλογο διάλογο-αντίλογο του ίδιου ποιητή· αποτυπωμένο στο δεύτερο μέρος της «Κίχλης», όπου αντιμετωπίζονται δύο διαμετρικά αντίθετες επιλογές για τις σχέσεις μας με την ελληνική αρχαιότητα και τα υπολείμματά της μέσα στον δικό μας πια κόσμο. Ο αντίλογος διαμείβεται ανάμεσα στην περσόνα του ποιητή, πίσω από τη μάσκα του ηδονικού Ελπήνορα, και στο είδωλο μιας σύγχρονης Κίρκης.

 […] 

¶κουσε ακόμη τούτο. Στο φεγγάρι

τ' αγάλματα λυγίζουν κάποτε σαν το καλάμι

ανάμεσα σε ζωντανούς καρπούς – τ' αγάλματα·

κι η φλόγα γίνεται δροσερή πικροδάφνη,

η φλόγα που καίει τον άνθρωπο, θέλω να πω.

 

– Είναι το φως …ίσκιοι της νύχτας… 

–΄Ισως η νύχτα που άνοιξε, γαλάζιο ρόδι,

σκοτεινός κόρφος, και σε γέμισε άστρα

κόβοντας τον καιρό.

Κι όμως τ' αγάλματα         

λυγίζουν κάποτε, μοιράζοντας τον πόθο

στα δυο, σαν το ροδάκινο· κι η φλόγα

γίνεται φίλημα στα μέλη κι αναφιλητό

κι έπειτα φύλλο δροσερό που παίρνει ο άνεμος·

λυγίζουν· γίνουνται αλαφριά μ' ένα ανθρώπινο βάρος.

Δεν το ξεχνάς.

 

– Τ' αγάλματα είναι στο μουσείο. 

– Όχι, σε κυνηγούν, πώς δεν το βλέπεις;

θέλω να πω με τα σπασμένα μέλη τους,

με την αλλοτινή μορφή τους που δε γνώρισες

κι όμως την ξέρεις. 

[…]

 

Αλήθεια, τα συντρίμμια

δεν είναι εκείνα· εσύ 'σαι το ρημάδι·

σε κυνηγούν με μια παράξενη παρθενιά

στο σπίτι στο γραφείο στις δεξιώσεις

των μεγιστάνων, στον ανομολόγητο φόβο του ύπνου·

μιλούν για περιστατικά που θα ήθελες να μην υπάρχουν

ή να γινόντουσαν χρόνια μετά το θάνατό σου,

κι αυτό είναι δύσκολο γιατί…

 

– Τ' αγάλματα είναι στο μουσείο.

Καληνύχτα.

 

–…γιατί τ' αγάλματα δεν είναι πια συντρίμμια,

είμαστε εμείς. Τ' αγάλματα λυγίζουν αλαφριά... καλη-

νύχτα.