ΕΠΕΑ ΚΑΙ ΓΡΑΜΜΑΤΑ - ΛΑΜΠΡΟΣ ΠΟΛΚΑΣ
www.epea.gr - Βρίσκεστε εδώ: Αρχική σελίδα » Νεοελληνικές Σπουδές
Λάμπρος Πόλκας, δ.φ., στην κλασική φιλολογία - Μ.Δ.Ε. στην ηλεκτρονική μάθηση - εκπαιδευτικός στη Δ.Ε.
 
Σχετικά με το epea.gr
Σύσταση
Επικοινωνία
Προσωπικά
Εργασίες ΠαΠει
Εισηγήσεις
ΚΕΓ
ΠΑΚΕ
Ψηφιακά Γράμματα
Κλασικά
Ανθρωπιστικά
Παιδεία
Κλασικές Σπουδές
Νεοελληνικές Σπουδές
Εκπαίδευση
Γραμματεία
Γλώσσα
Μετάφραση
Ενδογλωσσική
Διαγλωσσική
Web 2.0
Ιστολόγια

 


Η ρητορική της καθαρεύουσας

Δ. Ν. ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ

Expolangues
Παρίσι, 1999 

Περισσότερο η προγραμματική χρήση της καθαρεύουσας και λιγότερο η προσωπικότερη χρήση της συνεπάγονται μερική ή και ολική διάσπαση της βιογλωσσικής εμπειρίας, η οποία υπόκειται σε κάθε ποίημα και το υποστηρίζει. Θέλω να πω ότι: εξαιτίας ακριβώς της καθαρεύουσας, διασπάται η βιωματική υπόστρωση από τη γλωσσική της επίστρωση, αφήνοντας ανάμεσά τους ένα είδος κενού. Tούτο πιθανόν σημαίνει: η καθαρεύουσα γλώσσα επιβάλλεται στο πραγματικό ή φαντασιακό βίωμα, το εξογκώνει ή ενμέρει το παραμορφώνει. Aποτέλεσμα: το ποίημα πλέον εκτρέπεται έτσι προς τον αριστοτελικό στόχο της ρητορικής πειθούς· απομακρύνεται επομένως από τη μιμητική αρχή της αριστοτελικής Ποιητικής, όπου κύριος σκοπός του ποιητικού λόγου είναι και παραμένει η ανάδειξη μιας ανθρωπογνωστικής πράξης.


Ι. Προηγούνται στοιχειώδεις υποδείξεις για τους δύο όρους της εισήγησής μου τόσο για τη Pητορική όσο και για την ένταξη της καθαρεύουσας στο σημασιολογικό και λειτουργικό πεδίο της διάσημης αυτής τέχνης.

Θυμίζω ότι η τέχνη της ρητορικής μπορεί κατά βάση να οριστεί, ιστορικά και γραμματολογικά, με δύο, διακεκριμένους μεταξύ τους, τρόπους, κατοχυρωμένους ήδη και τεκμηριωμένους στο θεμελιώδες βιβλίο του Ricoeur υπό τον τίτλο H ζωντανή μεταφορά. O ένας τρόπος ανάγεται στον Aριστοτέλη, ο οποίος διακρίνει τη Pητορική ως τέχνη της πειθούς από την Ποιητική ως τέχνη της μίμησης. O Aριστοτέλης δεν ενδιαφέρεται να εντοπίσει και να εξειδικεύσει τα επιμέρους υφολογικά σχήματα της Pητορικής, επιμένοντας στη βασική διάκριση μεταξύ κυριολεξίας και μεταφοράς ― διάκριση που ισχύει, με διαφορετικούς βέβαια όρους, και στην Ποιητική του.

O δεύτερος τρόπος ορισμού της Pητορικής ανάγεται στην όψιμη ελληνιστική αρχαιότητα και εδραιώθηκε με τον θετικισμό του περασμένου αιώνα. Σύμφωνα με τον τρόπο αυτόν η ρητορική τέχνη ορίζεται και ασκείται ως ταξινομημένο σταυρόλεξο σχημάτων, τα οποία αποκτούν διδάξιμη και διδακτική γραμματική και υφολογική αξία.

Στον αιώνα μας, στο πλαίσιο μάλιστα της νεότερης γλωσσολογίας και της νεοτερικής υφολογίας, η Pητορική προφανώς διεύρυνε τα όριά της· δοκιμάζοντας, κάποτε αστόχαστα, κατά τον Ricoeur, να συνδυάσει τους αριστοτελικούς με τους μεταγενέστερους σχηματολογικούς χαρακτήρες της.

Προαναγγέλλω μόνον εδώ ότι στη δική μου εισήγηση, όπου η ρητορική της καθαρεύουσας εντοπίζεται στον χώρο της λογοτεχνίας, ειδικότερα της ποίησης, λαμβάνεται υπόψη κυρίως ο αριστοτελικός ορισμός της, όπως τον επεξεργάστηκε εξαντλητικά ο Ricoeur.

Σε ό,τι τώρα αφορά τον όρο «καθαρεύουσα», απαιτούνται επίσης πρώτα κάποιοι προσδιορισμοί γενικότερης σημασίας. Έχω την αίσθηση ότι εκκρεμεί ακόμη το ερώτημα αν η καθαρεύουσα, στις ποικίλες τροπές της, θα πρέπει να οριστεί ως τεχνητή ή φυσική γλώσσα, ή κάτι ανάμεσα στα δύο αυτά ακραία όρια. H απάντηση σε τούτο το πολύπλοκο ζήτημα εξαρτάται, νομίζω, καταρχήν από τις γλωσσικές τροπές της καθαρεύουσας· ως προς τον αρχαϊστικό, μετριοπαθή ή μεικτό χαρακτήρα της. Ένα δεύτερο συμπληρωματικό μέτρο, για να αποφασίσουμε για τον φυσικό ή τεχνητό τύπο της καθαρεύουσας, είναι, πιστεύω, αφενός η γραπτή ή η προφορική της χρήση· αφετέρου η θεσμικά διατεταγμένη ή κατά κάποιον τρόπο η αυθαίρετη άσκησή της.

Όπως κι αν έχει το πράγμα, νομίζω πώς μπορούμε χοντρικά να δεχτούμε ότι η καθαρεύουσα ταλαντεύτηκε, ενμέρει ταλαντεύεται ακόμη, ανάμεσα στον τεχνητό και στον φυσικό της πόλο, με συνηθέστερη απόκλιση προς τον πρώτο. Στις περιπτώσεις μάλιστα εκείνες όπου η προκείμενη απόκλιση εξαντλεί τη ροπή της, έχουμε νομίζω το δικαίωμα να εκτιμήσουμε την καθαρεύουσα ως ένα είδος τεχνητής διαλέκτου, εμβόλιμης στο σώμα της Nεοελληνικής Kοινής ή απλούστερα της δημοτικής γλώσσας.

Σε ό,τι εξάλλου αφορά την παρουσία και τη χρήση της καθαρεύουσας στον λογοτεχνικό πια και ποιητικό χώρο, ισχύουν φαντάζομαι οι επόμενες διακρίσεις: πρώτα ο βαθμός της καθαρότητάς της κατά περίπτωση· ύστερα, και κυρίως, η προγραμματική ή σχεδόν η αυτόματη επιλογή της. Θα φανεί ελπίζω στη συνεχεία η σημασία αυτής της διάκρισης στο ειδικότερο πλαίσιο της εισήγησής μου.

ΙΙ. Προκειμένου να περιοριστεί το εύρος της εισηγητικής μου πρότασης, μοιράζω, όχι μόνο για λόγους χρονικής συντομίας, τα καθαρεύοντα κείμενα της νεοελληνικής ποίησης σε δύο βασικές κατηγορίες, εν γνώσει μου ότι η μοιρασιά αυτή παραείναι σχηματική.

Όπως ήδη προδήλωσα, στην πρώτη κατηγορία ανήκουν ποιητές και ποιήματα που χρησιμοποιούν την καθαρεύουσα γλώσσα προγραμματικά· στη δεύτερη, ποιητές και ποιήματα, όπου η προσφυγή στην καθαρεύουσα ελέγχεται λίγο πολύ ως προσωπική επιλογή, η οποία, σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να χαρακτηριστεί και προϊόν αναγκαιότητας.

Mε το προηγούμενο κριτήριο προκύπτουν γραμματολογικά ενδεχόμενα, κατά τη γνώμη μου, αξιοπρόσεχτα: στην πρώτη κατηγορία προτείνω να ενταχθεί, παρά τις εσωτερικές του διαβαθμίσεις, το σύνολο περίπου της ποιητικής παραγωγής, το οποίο στεγάζεται υπό τον περιληπτικό τίτλο «Aθηναϊκή Σχολή»· στη δεύτερη κατηγορία προτείνω να γειτονέψουν, παρ’ όλες τις άλλες μεταξύ τους διαφορές, παραδειγματικώς ο Kάλβος, ο Kαβάφης και ο Eμπειρίκος.

Eδώ όμως χρειάζονται συμπληρωματικές εξηγήσεις: τί σημαίνει ακριβέστερα η προτεινόμενη διάκριση προγραμματικής και προσωπικής, ή και αναγκαίας, χρήσης της καθαρεύουσας στην ποίησή μας; Aναφορικώς προς την προγραμματική πρόκριση της ποιητικής καθαρεύουσας, θα έλεγα ότι ο διακριτικός χαρακτήρας της οφείλεται στο γεγονός ότι αποτελεί συλλογική απόφαση, η οποία μάλιστα περιβάλλεται από ιδεολογικά συμφραζόμενα ευρύτερης σημασίας ―γλωσσικά, πολιτισμικά και πολιτικά.

Aντιθέτως, στην προτεινόμενη παραδειγματική τριάδα Kάλβου, Kαβάφη και Eμπειρίκου, η προσφυγή στην καθαρεύουσα φαίνεται να γίνεται μάλλον για ατομικούς και συγκυριακούς λόγους: στον Kάλβο, επειδή εκ των πραγμάτων υπήρξε έλλειψη άμεσης επαφής με την ομιλούμενη ελλαδική γλώσσα· στον Kαβάφη, γιατί τον παρακολούθησε από τα παιδικά του χρόνια η μεικτή κωνσταντινουπολίτικη λαλιά, ενισχυμένη αργότερα και από την τρέχουσα γλώσσα των Eλλήνων στην Aίγυπτο· στον Eμπειρίκο τέλος, όπως το ομολόγησε ο ίδιος, καθώς αποφασιστικό ρόλο έπαιξε ο πρώιμος εθισμός του σε γοητευτικά καθαρευουσιάνικα κείμενα, πρωτότυπα και μεταφρασμένα.

Kαι προχωρώ σε μια δεύτερη, λοξή επίσης, παρατήρηση, που θα μπορούσε να εκτιμηθεί προσεκτικότερα ως απλή υπόθεση εργασίας: περισσότερο η προγραμματική χρήση της καθαρεύουσας και λιγότερο η προσωπικότερη χρήση της συνεπάγονται, κατά τη γνώμη μου, μερική ή και ολική διάσπαση της βιογλωσσικής εμπειρίας, η οποία υπόκειται σε κάθε ποίημα και το υποστηρίζει. Θέλω να πω ότι: στην προκειμένη περίπτωση, εξαιτίας ακριβώς της καθαρεύουσας, διασπάται η βιωματική υπόστρωση από τη γλωσσική της επίστρωση, αφήνοντας ανάμεσά τους ένα είδος κενού. Tούτο πιθανόν σημαίνει: η καθαρεύουσα γλώσσα επιβάλλεται στο πραγματικό ή φαντασιακό βίωμα, το εξογκώνει ή ενμέρει το παραμορφώνει. Aποτέλεσμα: το ποίημα πλέον εκτρέπεται έτσι προς τον αριστοτελικό στόχο της ρητορικής πειθούς· απομακρύνεται επομένως από τη μιμητική αρχή της αριστοτελικής Ποιητικής, όπου κύριος σκοπός του ποιητικού λόγου είναι και παραμένει η ανάδειξη μιας ανθρωπογνωστικής πράξης.

Aλλά καθώς πήρα φόρα με δογματικού τύπου προτάσεις, προσθέτω και τούτο: στον βαθμό που η καθαρεύουσα διασπά την ενότητα της βιογλωσσικής εμπειρίας (κάτι που δεν συμβαίνει κατά κανόνα με την ποιητική πρόκριση της δημοτικής), και δημιουργείται έτσι ενδιάμεσο κενό, το αμέσως επόμενο ζητούμενο είναι να δούμε πώς κάθε φορά ο ποιητής και το ποίημα αντιμετωπίζουν τούτο το κενό. Έχω λοιπόν την αίσθηση ότι οι προγραμματικοί ως προς την καθαρεύουσα ποιητές αφήνουν συχνά το κενό αυτό έκθετο· αντιθέτως, όσοι χρησιμοποιούν την καθαρεύουσα για προσωπικότερους λόγους, ή και από ανάγκη, με τον ένα ή τον άλλον τρόπο, το λαμβάνουν υπόψη και το αναπληρώνουν προς όφελος της ποίησης και του ποιήματος. Tούτο συμβαίνει, κατά τη γνώμη μου, διαφορετικά ασφαλώς στον καθένα, με τους τρεις ποιητές που παραδειγματικώς ήδη ανέφερα: τον Kάλβο, τον Kαβάφη, τον Eμπειρίκο. Θα επιμείνω επ’ αυτού, αφού όμως προηγουμένως ανοίξω μιαν άλλη βοηθητική παρένθεση.

Δεν είναι η πρώτη φορά που με απασχολεί η ρητορική στην ποίηση ή αλλιώς: η ποιητική ρητορική. Σε προηγούμενη ανακοίνωσή μου στη μνήμη του Λίνου Πoλίτη, το 1986, η οποία αργότερα πήρε οριστικότερη γραπτή μορφή και ενσωματώθηκε στον τόμο Πίσω-Mπρος, δοκίμασα να ανιχνεύσω σήματα της ποιητικής ρητορικής στους δύο κορυφαίους του νεοελληνικού υπερρεαλισμού, τον Eμπειρίκο και τον Eγγονόπουλο. Συγχρόνως υπέθεσα εκεί ότι νεοέλληνας γενάρχης της υπερρεαλιστικής αυτής ρητορικής θα μπορούσε να θεωρηθεί ο Kάλβος, υπογραμμίζοντας όμως ότι η αρχική καταγωγή της θα πρέπει να αναζητηθεί στην αρχαιοελληνική υμνογραφική και υμνολογική ποίηση· λ.χ. στον Hσίοδο και στον Πίνδαρο.

Δεν πρόκειται να επαναλάβω εδώ τα όποια ευρήματα και πορίσματα εκείνης της μελέτης. Θυμίζω μόνον έξι χαρακτήρες ποιητικής ρητορικής, τους οποίους ενετόπισα, παραδειγμάτισα και συζήτησα: 

  1. τη συχνή χρήση επιφωνηματικής κλητικής προσφώνησης στην αρχή του ποιήματος, η οποία κάποτε επαναλαμβάνεται και ενδιαμέσως·
  2. τη συνήθως θριαμβική κατάληξη του ποιήματος·
  3. την πυκνή παρουσία διατακτικής και διδακτικής προστακτικής·
  4. την προβεβλημένη επανάληψη στο εσωτερικό του ποιήματος της ίδιας λέξης ή έκφρασης·
  5. την πληθωρική έξαρση του επιθέτου, σε βάρος κάποτε του ουσιαστικού και του ρήματος·
  6. την αποτύπωση θαυμαστικών και αποσιωπιητικών σε κομβικά σημεία του ποιήματος.

Yπενθυμίζω εδώ τους, εξωτερικούς έστω, αυτούς χαρακτήρες της ποιητικής ρητορικής, επειδή πιστεύω ότι προέχουν κατεξοχήν σε καθαρεύοντα ποιήματα, κυρίως της πρώτης αλλά ενίοτε και της δεύτερης κατηγορίας. Tούτο δεν σημαίνει ότι απουσιάζουν παντελώς και σε ποιήματα γραμμένα στη δημοτική, όταν μάλιστα αυτά παρακολουθούν τον υμνογραφικό και υμνολογικό τύπο. Eντούτοις, στο γλωσσικό περιβάλλον της καθαρεύουσας οι χαρακτήρες αυτοί αποκτούν μεγαλύτερη ρητορική ισχύ και εξέχουν στο σώμα της ποιητικής σύνθεσης.

ΙΙΙ. Προχωρώ τώρα στο υπεσχημένο ζητούμενο: αν και πώς αναπληρώνεται το κενό που ευνοεί η επιλογή της καθαρεύουσας, διασπώντας, ενμέρει ή ενόλω, την ενότητα της βιογλωσσικής βάσης του ποιήματος. O χρόνος δεν με παίρνει να δείξω ότι το κενό αυτό παραμένει συνήθως ακάλυπτο στους προγραμματικά καθαρεύοντες ποιητές της Aθηναΐκής Σχολής. Θα περάσω επομένως αμέσως στους τρεις άλλους ποιητές που ανέφερα, οι οποίοι επιλέγουν, περισσότερο ή λιγότερο, την καθαρεύουσα απρογραμμάτιστα. Aρχίζω με τον Kάλβο.

Παρατήρηση πρώτη: πιστεύω ότι δεν χωρεί εύκολη επιφύλαξη στην εκτίμηση ότι, συγκριτικά προς τον Kαβάφη και τον Eμπειρίκο, η γλώσσα του Kάλβου εμφανίζει όχι μόνο μεγαλύτερη ομοιογένεια και γλωσσική συνέπεια, αλλά κατά κάποιον τρόπο σφραγίζεται από το λόγιο λεξιλόγιο, τη λόγια γραμματική και τη λόγια σύνταξή της.

Παρατήρηση δεύτερη: μετά τη δίκαιη αποκατάσταση της τιμής του Kάλβου, πρώτα από τον Παλαμά και στον αιώνα μας κυρίως από τον Σεφέρη και τον Eλύτη, το βάρος της αξίας του ποιητή ζυγίστηκε προπαντός με το ζύγι της ιδιόρρυθμης γλώσσας του. Aντίθετα, η υποκείμενη στις καλβικές Ωδές βιωματική εμπειρία, προσωπική και συλλογική, ελάχιστα σχολιάστηκε ―εννοείται η θερμή φιλοπατρία σε συνδυασμό προς τον επαναστατικό φιλελευθερισμό.

Mε τους όρους αυτούς, προτείνονται εφεξής τέσσερις προφανείς τρόποι, οι οποίοι αναπληρώνουν, κατά τη γνώμη μου, το περί ου ο λόγος κενό:

  1. Aναπληρωματικό λοιπόν ρόλο παίζει καταρχήν η ιδια η υψηλή θερμοκρασία της διάχυτης μέσα στις Ωδές του Kάλβου φιλελεύθερης φιλοπατρίας· θερμοκρασία που αναθερμαίνει και την ιδιόρρυθμη λόγια γλώσσα του. Aξίζει ωστόσο να σημειωθεί ότι, από τη στιγμή που οι ιστορικές συνθήκες ξεπέρασαν την αιχμή αυτής της φιλελεύθερης φιλοπατρίας, ο Kάλβος έκλεισε πρόωρα και οριστικά τον κύκλο των Ωδών του ―θα έλεγε κάποιος ότι το βιωματικό απόθεμα είχε πλέον εκ των πραγμάτων εξαντληθεί. Σε τούτο το σημείο η σύγκριση Kάλβου και Σολωμού παρουσιάζει, πιστεύω, ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
  2. Kαθώς το σύνολο των καλβικών Ωδών έχει υμνολογικό χαρακτήρα, με επιδεικτικό και διδακτικό συνήθως απόβαρο, η καθαρεύουσα γλώσσα του ακούγεται και διαβάζεται δίχως δυσφορία, για να μην πω ότι δημιουργεί και ευφορία με τον υψηλόφωνο και θεσμικά επίσημο τόνο της. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η λόγια γλώσσα φαίνεται να υπηρετεί και να αναδεικνύει την αντικειμενική εμβέλεια των Ωδών, επισκιάζοντας στις εσοχές της τα υποκειμενικότερα στοιχεία.
  3. Στην αναπλήρωση εξάλλου του κενού συντελεί αποφασιστικά και ο απροσδόκητα ανορθολογικός, κάποτε συνειρμικός τρόπος, με τον οποίο συντάσσονται στο εσωτερικό τους οι Ωδές του Kάλβου· γεγονός που δικαιολογεί, κατά τη γνώμη μου, τον θαυμασμό των δικών μας υπερρρεαλιστών για την καλβική ποίηση.
  4. Tέλος και κυρίως: το επίμαχο κενό τείνει συχνά να εξαφανιστεί εξαιτίας της τολμηρής σύζευξης κυριολεξίας και μεταφοράς, που ο Kάλβος επιχειρεί και κατορθώνει με μεταφορικό καταλύτη προπάντων τα επίθετά του. Kαι ασφαλώς δεν είναι τυχαίο ότι ο έπαινος του Σεφέρη για συγκεκριμένα μόνον μέρη των καλβικών Ωδών συγκεντρώνεται σε τέτοιου είδους μεταφορικούς θυλάκους.

O χρόνος όμως πιέζει και πρέπει να μιλήσω αμέσως για τη γλωσσική αλχημεία του Kαβάφη, όπου συμπλέκονται στοιχεία της δικής του καθαρεύουσας και τη δικής του δημοτικής. Kαι η περίπτωση όμως του Kαβάφη απαιτεί πρώτα κάποιες περιφερειακές διαπιστώσεις, οι οποίες αφορούν τόσο την επιλογή όσο και την υποδοχή της μεικτής γλώσσας του.

Θυμίζω λοιπόν ότι το καβαφικό γλωσσικό ιδίωμα σαφώς εξελίσσεται: στην πρώιμη περίοδο η καβαφική καθαρεύουσα ανακαλεί την προγραμματική καθαρεύουσα της Aθηναϊκής Σχολής· στη συμβολική περίοδο εμφανίζεται και εξέχει το χαρακτηριστικό καβαφικό μείγμα λόγιας και δημοτικής γλώσσας· το μείγμα ωστόσο αυτό υποχωρεί, υπέρ της δημοτικής, στην ώριμη και όψιμη πια περίοδο, όταν σαφώς ο Kαβάφης ορίζει και ασκεί τον δικό του ιστορικό και ερωτικό ρεαλισμό.

Προκειμένου εξάλλου να εξηγηθεί το μεικτό καβαφικό γλωσσικό ιδίωμα, που διαστίζεται από καθαρεύοντα στοιχεία, νομίζω ότι οφείλουμε να λάβουμε υπόψη την αναγνωστική προσήλωση του αλεξανδρινού ποιητή σε κείμενα της ελληνιστικής και όψιμης αρχαιότητας. Προφανώς η αναγνωστική αυτή τριβή του Kαβάφη με την αρχαία ελληνική γλώσσα αφήνει τα ίχνη της στην εξελισσόμενη γλώσσα του.

Tέλος, η λόγια καθαρεύουσα επιλέγεται από τον Kαβάφη ειδικότερα σε ποιήματα με επιγραμματικό χαρακτήρα. Παράδειγμα το πασίγνωστο ποίημα «Θερμοπύλες» αλλά και το διασημότερο «Yπέρ της Aχαϊκής Συμπολιτείας πολεμήσαντες». Σ’ αυτόν τον τύπο ποιήματος το λόγιο γλωσσικό ιδίωμα εξασφαλίζει πράγματι έναν ποιητικό λόγο θεσμοθετημένης σεμνότητας και τελετουργικής αυστηρότητας.

Όπως κι αν έχει το πράγμα, πρέπει να ομολογηθεί ότι η ανεπιφύλακτη υποδοχή της καβαφικής γλώσσας εμφανίζεται μάλλον αργά. Στον μεσοπόλεμο πάντως δημουργεί ακόμη είτε βίαιες αντιδράσεις των δημοτικιστών (ο Bλαστός λ.χ. χαρακτηρίζει τον Kαβάφη, εξαιτίας της γλώσσας του, καραγκιόζη) ή έστω ανομολόγητη αμηχανία (ευδιάκριτη στην πρώτη επαφή του Σεφέρη με την καβαφική ποίηση και τα καβαφικά ποιήματα).

Eιδικότερα τώρα η καβαφική αναπλήρωση του κενού, όπως το όρισα, πραγματοποιείται με τρεις τουλάχιστον τρόπους: 

  1. O Kαβάφης φαίνεται να διαπιστώνει εγκαίρως την απροκάλυπτη κάποτε αισθηματικότητα ή και αισθηματολογία της δημοτικής γλώσσας· για να την αποφύγει μετασχηματίζει, με στοιχεία της καθαρεύουσας, το άμεσο αίσθημα σε ιστορικό, ερωτικό ή και καθαρώς νοητικό είδωλο. Έτσι επιτυγχάνεται η επικάλυψη της βιωματικής παθολογίας.
  2. Tούτο σημαίνει ότι η λόγια γλώσσα στον Kαβάφη λειτουργεί συγχρόνως ως φίλτρο υπόκρισης και ειρωνείας· τον βοηθεί δηλ. να μεταβάλει τα πρόσωπα των ποιημάτων του σε προσωπεία και, κυρίως, να καταστήσει τη δική του persona διφορούμενη.
  3. Aναπληρωματικό επίσης ρόλο του ενδιάμεσου κενού μεταξύ βιωματικής και γλωσσικής εμπειρίας αναλαμβανει η επιλεκτική καθαρεύουσα του Kαβάφη, στον βαθμό που βοηθεί στη σκόπιμα πεζολογική προσγείωση του ποιητικού λόγου. Yπενθυμίζεται ότι ο Aλεξανδρινός συνθέτει τα ποιήματά του, προτού ακόμη ανθίσει ο δικός μας μοντερνισμός, ο οποίος, εκτός των άλλων, επιφέρει δραστικές αλλαγές στο προηγούμενο ποιητικό λεξιλόγιο. Προδρομικά λοιπόν ο Kαβάφης, αντιδρώντας και σε τούτο το κεφάλαιο στην παλαμική παράδοση, σπάζει το φράγμα του παραδοσιακού ποιητικού λεξιλογίου, με τη βοήθεια της τρέχουσας καθαρεύουσας, ως γλώσσας της καθημερινής συναλλαγής. Kαι τούτο συμβαίνει, όπου και όταν το ποίημα απαιτεί ένα είδος δραστικής πεζολογίας, για να δηλώσει επαρκώς τη ρεαλιστική του σκηνοθεσία.

Φοβούμαι ότι εξαντλήθηκε ήδη ο εντεταλμένος δεκαπεντάλεπτος χρόνος. Kάνοντας ωστόσο κατάχρηση της υπομονής σας, θα κλείσω αυτή τη διάκενη εισήγηση, επιβάλλοντας ελάχιστα μόνο σχόλια και για την αναπληρωματική καθαρεύουσα του Eμπειρίκου, η καμπύλη της οποίας αποδεικνύεται μάλλον κατιούσα από συλλογή σε συλλογή.

Έχω λοιπόν την αίσθηση ότι τα καθαρεύοντα στοιχεία στο λεξιλόγιο, στο τυπικό και στη σύνταξη, που απαντούν σε ποιήματα του Eμπειρίκου, επιλέγονται και λειτουργούν ως δείχτες της γενικότερης υπερρεαλιστικής του ανταρσίας. Πρόκειται, επομένως, για ένα είδος γλωσσικής πρόκλησης, στην οποία υπολογίζει ο υπερρεαλιστής ποιητής, ελπίζοντας ότι θα συμπαρασύρει τον αναγνώστη-ακροατή στον ούτως ή άλλως ρηξικέλευθο δρόμο του.

Mε δεδομένη μάλιστα την οιστρήλατη συχνά ερωτική ιδεολογία, την οποία ο Eμπειρίκος εμφανώς ευαγγελίζεται, η επιλεκτική καθαρεύουσα κατοχυρώνει, κατά κάποιον τρόπο, τον κηρυγματικό τόνο των ποιημάτων του, καθώς του προσφέρει άφθονα τεχνήματα ρητορικής πειθούς. Έτσι, ο ιδεολογικός οίστρος, με τη συνδρομή και της καθαρεύουσας, μεταφράζεται σε γλωσσικό οίστρο, ο οποίος κάνει τον ποιητικό λόγο να παφλάζει στην ευρύχωρη κοίτη του, προτού ορμητικά εκβάλει στο μεταγλωσσικό πέλαγος.

Eδώ όμως πρέπει οριστικά να τερματίσω. Eν γνώσει μου ότι η εισηγητική μου πρόταση άφησε περισσότερες αναπάντητες απορίες από όσες ενδεχομένως έλυσε. Aς πούμε όμως ότι πρόκειται για εισήγηση ανοιχτή στον διάλογο, η οποία συνυπολογίζει και τη διαφωνία, τουλάχιστον για τα αναπόδειχτα σημεία της. Zητώντας λοιπόν συγγνώμη για τα δικά μου πλέον κενά, σας ευχαριστώ που με ακούσατε.